Σε 94 σημεία «ζωντανεύουν» οι ταυτοτικές μνήμες της πόλης: Αυτά είναι τα διατηρητέα της Λάρισας

Τα αρχιτεκτονικά τοπόσημα μιας πόλης δεν είναι απλώς κατασκευές, αλλά φορείς συλλογικής μνήμης και ταυτότητας

Ο θόρυβος που προκάλεσε η δημόσια συζήτηση για την «Οικία Αλεξάνδρου» επανέφερε στο προσκήνιο την σχέδιο προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς

Παπαγεωργίου: Τα διατηρητέα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «παγωμένα» απομεινάρια του παρελθόντος, αλλά ως ενεργά στοιχεία της πόλης

Η Λάρισα είναι μια πόλη που κουβαλά πάνω της πολλαπλά ιστορικά στρώματα. Από τα αρχαία μνημεία και τα οθωμανικά κατάλοιπα μέχρι τα νεοκλασικά και τα βιομηχανικά κτίρια του 19ου και 20ού αιώνα, η αρχιτεκτονική της κληρονομιά αποτελεί ένα πολύτιμο αλλά εύθραυστο απόθεμα.Στο κέντρο της πόλης, πίσω από τις σύγχρονες όψεις της καθημερινότητας, επιβιώνουν ακόμη κτίρια που μαρτυρούν διαφορετικές εποχές, κοινωνικές συνθήκες και τρόπους ζωής. Ωστόσο, μιλώντας στην «ΠΘ» ο πρόεδρος του ΤΕΕ Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας, Νίκος Παπαγεωργίου, επισημαίνει ότι η ύπαρξη αυτών των κτιρίων από μόνη της δεν αρκεί. Το ζητούμενο είναι η διατήρηση, η προστασία και κυρίως η ένταξή τους στον σύγχρονο αστικό ιστό.

Γράφει η Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 3 Μαϊου 2026

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των αρμόδιων υπουργείων, στη Λάρισα έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα και μνημεία μια σειρά από κτίρια και συγκροτήματα που αποτυπώνουν την ιστορική εξέλιξη της πόλης.Στα διατηρητέα περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων:

·τα «δίδυμα» κτίρια επί της οδού 31ης Αυγούστου, δηλαδή το κτίριο επί της 31ης Αυγούστου και το κτίριο στη συμβολή 31ης Αυγούστου και Λορέντζου Μαβίλη, με ΦΕΚ Δ, 41 (31 Ιανουαρίου 2024).

·το κτίριο στη συμβολή των οδών 31ης Αυγούστου και 25ης Μαρτίου, με ΦΕΚ Δ, 993 (21 Δεκεμβρίου 2022).

·η εμπορευματική αποθήκη του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λάρισας, επί της οδού Πτολεμαίου, με ΦΕΚ ΑΑΠ, 493 (2 Οκτωβρίου 2009).

·ο πρώην κινηματογράφος«Παλλάς», στη συμβολή των οδών Κούμα και Παναγούλη, με ΦΕΚ ΑΑΠ, 262 (14 Αυγούστου 2014).

·Παράλληλα, υπάρχουν και κτίρια ή συγκροτήματα που έχουν χαρακτηριστεί ως μνημεία, αρχαία ή νεότερα. Σε αυτά περιλαμβάνονται:

·οι παλιές φυλακές Λάρισας, επί της Ιουστινιανού, ως Αρχαίο Μνημείο, με ΦΕΚ 302/Β/1985-05-20

·το κτίριο στη συμβολή των οδών Καραϊσκάκη και Φαρμακίδου, γνωστό και ως «Νικόδημος», ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 487/Β/1992-07-28

·το κτίριο Λ. Μουσσών, στην οδό Παλαιστίνης, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 381/Β/1983-06-30.

·το κτίριο επί της Μανωλάκη 11, επίσης ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 49/Β/1982-02-10.

·το κτίριο επί της Γ. Σεφέρη 39, γνωστό ως κτίριο Γερολυμάτου, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 164/Β/1982-04-13.

Στον ίδιο κατάλογο περιλαμβάνονται ακόμη:

·το λουτρό επί των οδών Φιλελλήνων 19 και Βενιζέλου 13, ως Αρχαίο Μνημείο, με ΦΕΚ 1160/Β/1998-11-05, ΦΕΚ 796/Β/1986-10-31 και ΦΕΚ 319/Β/1987-06-24.

·το συγκρότημα κτιρίων των πρώην Στρατιωτικών Αρτοποιείων, ως Αρχαίο Μνημείο, βάσει της απόφασης ΥΠΠΟΑ/344473/20.7.2021.

·το Μπαϊρακλή Τζαμί, στη συμβολή των οδών Παπαφλέσσα και Όσσης, ως Αρχαίο Μνημείο, με ΦΕΚ 475/Β/1994-06-24 και ΦΕΚ 539/Β/1995-06-21.

·το Βιομηχανικό Συγκρότημα Μύλων Παππά, επί των οδών Γεωργιάδου και Διονύσου, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 862/Β/1989-11-16.

Επιπλέον, έχουν χαρακτηριστεί ως μνημεία:

·το κτίριο επί της 25ης Μαρτίου 22, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 98/ΑΑΠ/2018-05-17.

·το συγκρότημα κτιρίων των Παλαιών Σφαγείων, επί της οδού Αεροδρομίου, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 106/Β/1991-02-28.

·το Κονάκι στη Γιάννουλη Λάρισας, γνωστό και ως πύργος Χαροκόπου, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 32/Β/1986-02-13.

·ο Ιερός Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, στην 1η Στρατιά, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 1208/Β/1998-11-26.

·ο Ιερός Ναός Αγίου Βησσαρίωνα, ως Νεότερο Μνημείο, με ΦΕΚ 505/Β/1997-06-19.

·το Γενί, δηλαδή το Νέο Τζαμί, επί της 31ης Αυγούστου, ως Νεότερο Μνημείο.

Όπως επισήμανε στην «ΠΘ» ο κ. Παπαγεωργίου, «η χωρική συγκέντρωση αυτών των κτιρίων στο κέντρο της Λάρισας είναι καθοριστική, καθώς δημιουργεί ένα συνεχές πολιτιστικό αποτύπωμα που επηρεάζει τη φυσιογνωμία της πόλης».

Η διαδικασία χαρακτηρισμού: επιστήμη και τεκμηρίωση

Ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως διατηρητέου δεν αποτελεί απλή διοικητική πράξη, αλλά μια σύνθετη διαδικασία που βασίζεται σε επιστημονικά κριτήρια και τεκμηρίωση. «Ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως διατηρητέου ή ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου δεν γίνεται αυθαίρετα, αλλά μέσα από συγκεκριμένη διαδικασία τεκμηρίωσης και αξιολόγησης από τους αρμόδιους φορείς.

Στην περίπτωση του υπουργείου Πολιτισμού, για τον χαρακτηρισμό ενός κτιρίου ως ιστορικού διατηρητέου μνημείου και έργου τέχνης απαιτείται, μεταξύ άλλων, αίτηση του ενδιαφερόμενου, αναλυτική περιγραφή του ακινήτου, ιστορικά στοιχεία, ακριβής θέση, δηλαδή οδός, αριθμός, συνοικία και Δημοτικό Διαμέρισμα, στοιχεία για το ιδιοκτησιακό καθεστώς, τη σημερινή χρήση και τη χρονολόγηση των ιστορικών φάσεων του ακινήτου, εξωτερική και εσωτερική περιγραφή του συνόλου και των επιμέρους στοιχείων, αναφορά στη χρονολογία κατασκευής, στις επεμβάσεις ή προσθήκες που έχουν γίνει, καθώς και στην κατάσταση του ακινήτου και στις τυχόν φθορές» σημείωσε ο κ. Παπαγεωργίου και πρόσθεσε: «Απαιτούνται επίσης εξωτερικές φωτογραφίες όλων των όψεων και των αξιόλογων λεπτομερειών, εσωτερικές φωτογραφίες όταν υπάρχουν αξιόλογα στοιχεία, αεροφωτογραφία της περιοχής με σημειωμένη τη θέση του ακινήτου και τοπογραφικό διάγραμμα.

Αντίστοιχα, για τον χαρακτηρισμό από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας απαιτείται πλήρης φάκελος τεκμηρίωσης, συνήθως από μηχανικό, βάσει του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού, Ν. 4067/2012, και εξετάζονται στοιχεία όπως η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, ιστορική ή κοινωνική αξία του κτιρίου. Ο φάκελος περιλαμβάνει αίτηση από τον ιδιοκτήτη ή εξουσιοδοτημένο μηχανικό, θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης, πλήρη αρχιτεκτονική αποτύπωση με κατόψεις, όψεις και τομές, φωτογραφική τεκμηρίωση υψηλής ανάλυσης εσωτερικά και εξωτερικά, τεχνική έκθεση και ιστορικό του κτιρίου που τεκμηριώνει την αρχιτεκτονική, μορφολογική και ιστορική του αξία, περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης, στοιχεία ιδιοκτησίας, όπως τίτλους, πιστοποιητικό μεταγραφής και υπεύθυνη δήλωση ιδιοκτητών, καθώς και ψηφιακά αρχεία, όπως PDF και DWG. Σε κάθε περίπτωση οι αρμόδιες υπηρεσίες των υπουργείων εξετάζουν το αίτημα και αποφασίζουν για τον χαρακτηρισμό ή-μη το κτιρίου».

Το μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο η διάσωση των διατηρητέων, αλλά η επανένταξή τους στη ζωή της πόλης με τρόπο ουσιαστικό, βιώσιμο και σεβαστό προς την ιστορία τους

Η επανάχρηση ως εργαλείο αστικής αναγέννησης

Παρά τον χαρακτηρισμό πολλών κτιρίων ως διατηρητέων, η πραγματικότητα δεν είναι πάντα αντίστοιχη με την πρόθεση της προστασίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα κτίρια αυτά παραμένουν αναξιοποίητα, εκτεθειμένα στη φθορά του χρόνου ή σε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν τα διατηρητέα πρέπει να παραμένουν απλώς ως μουσειακά αντικείμενα ή αν μπορούν να αποκτήσουν νέα ζωή μέσα από σύγχρονες χρήσεις.

Ο κ. Παπαγεωργίου ήταν σαφής: «τα διατηρητέα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως “παγωμένα” απομεινάρια του παρελθόντος, αλλά ως ενεργά στοιχεία της πόλης. Η επανάχρησή τους δεν είναι απλώς επιλογή, αλλά αναγκαιότητα, ενώ τονίζει ότι “οφείλουμε ως κοινωνία να τα προστατεύουμε, να τα επισκευάζουμε και να τα συντηρούμε, αλλά με τελικό σκοπό τη χρήση τους, στον βαθμό βεβαίως που αυτό είναι εφικτό και συμβατό με τον χαρακτήρα κάθε κτιρίου.

Η χρήση κάθε κτιρίου μπορεί φυσικά να διαφέρει. Εξαρτάται από την κατάσταση του κτιρίου, από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, από το ιδιοκτησιακό καθεστώς και, σε μεγάλο βαθμό, από τον ιδιοκτήτη. Άλλο κτίριο μπορεί να στεγάσει υπηρεσίες, άλλο πολιτιστικές λειτουργίες, άλλο εκπαιδευτικές ή εκθεσιακές δράσεις, άλλο να λειτουργήσει ως χώρος μνήμης ή ως μουσείο. Το κρίσιμο είναι να υπάρχει σχέδιο, τεκμηρίωση και βούληση.

Έχουμε ήδη παραδείγματα και στη Λάρισα όπου τέτοια κτίρια είτε στεγάζουν υπηρεσίες είτε λειτουργούν ως χώροι πολιτισμού και μουσεία. Ο Μύλος του Παππά είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επανάχρησης με πολιτιστικό αποτύπωμα. Αντίστοιχα, υπάρχουν και άλλα κτίρια, όπως το κτίριο επί της Μανδηλαρά, ενώ ανάλογες πρακτικές συναντάμε και σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας. Άρα η απάντηση είναι σαφώς ναι: με σωστή επισκευή, συντήρηση και μελέτη επανάχρησης, πολλά από αυτά τα κτίρια μπορούν να επιστρέψουν στην καθημερινότητα της πόλης, όχι ως μουσειακά αντικείμενα με τη στενή έννοια, αλλά ως ζωντανοί χώροι δημόσιας ζωής».

Στο επίκεντρο η «Οικία Αλεξάνδρου»

Ιδιαίτερη θέση στη συζήτηση κατέχει η «Οικία Αλεξάνδρου», ένα κτίριο που έχει απασχολήσει έντονα τον τεχνικό κόσμο της Λάρισας. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΤΕΕ «τα αρχιτεκτονικά τοπόσημα μιας πόλης δεν είναι απλώς κατασκευές, αλλά φορείς συλλογικής μνήμης και ταυτότητας. Η Οικία Αλεξάνδρου, συνδέεται με τον Δημήτρη Αλεξάνδρου και αποτελεί μέρος της αστικής ιστορίας της Λάρισας. Δεν πρόκειται για ένα απλό παλιό κτίριο. Είναι ένα στοιχείο που ενσωματώνει την αρχιτεκτονική αξία, την ιστορική μνήμη και την κοινωνική ταυτότητα της πόλης».

Για τον λόγο αυτό, «το ΤΕΕ έχει ζητήσει από τα αρμόδια υπουργεία την εξέταση όλων των αξιόλογων κτιρίων που έχουν καταγραφεί, με ειδική αναφορά και στην Οικία Αλεξάνδρου, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία της και να διερευνηθούν δυνατότητες επανάχρησης».

Η καταγραφή 437 κτιρίων στη Θεσσαλία

Σε μια ευρύτερη προσπάθεια αποτύπωσης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, το ΤΕΕ Κεντρικής και Δυτικής Θεσσαλίας έχει καταγράψει συνολικά 437 αξιόλογα κτίρια στις Περιφερειακές Ενότητες Λάρισας, Τρικάλων και Καρδίτσας. Η καταγραφή αυτή περιλαμβάνει φωτογραφική τεκμηρίωση, ιστορικά στοιχεία και τεχνικά χαρακτηριστικά, δημιουργώντας για πρώτη φορά ένα ολοκληρωμένο αρχείο της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της περιοχής. «Πλέον γνωρίζουμε τι έχουμε και τι πρέπει να διασώσουμε», σημείωσε ο πρόεδρος του ΤΕΕ, υπογραμμίζοντας τη σημασία της συστηματικής καταγραφής ως εργαλείου πολιτικής προστασίας.

Θεσμικές πρωτοβουλίες και επόμενα βήματα

Το ΤΕΕ έχει ήδη προχωρήσει σε θεσμικές παρεμβάσεις προς τα αρμόδια υπουργεία, ζητώντας την αξιολόγηση και προστασία των καταγεγραμμένων κτιρίων. Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ανάδειξης της πολιτιστικής κληρονομιάς και αποτροπής περαιτέρω απωλειών, σε μια περίοδο όπου η πίεση για αστική ανάπτυξη είναι έντονη.

Μια πόλη με παρελθόν και μέλλον

Η Λάρισα βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη για ανάπτυξη και σύγχρονη αστική λειτουργία. Από την άλλη, η υποχρέωση διατήρησης της ιστορικής και αρχιτεκτονικής της ταυτότητας.

Τα διατηρητέα κτίρια της πόλης, και ειδικά η Οικία Αλεξάνδρου, δεν αποτελούν απλώς μάρτυρες του παρελθόντος. Αποτελούν ενεργά στοιχεία της συλλογικής μνήμης και της αστικής ταυτότητας.

Όπως υπογραμμίζει ο τεχνικός κόσμος, το μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο η διάσωση αυτών των κτιρίων, αλλά η επανένταξή τους στη ζωή της πόλης με τρόπο ουσιαστικό, βιώσιμο και σεβαστό προς την ιστορία τους. Η μνήμη της πόλης, τελικά, δεν είναι δεδομένη. Είναι μια συνεχής επιλογή.

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ