Είναι ευρέως γνωστό ότι η σύγχρονη κοινωνία ταυτίζεται με την αυξημένη χρήση της τεχνολογίας, η οποία βελτιώνει κάθε πτυχή της ανθρώπινης ζωής. Η τεχνολογία παρέχει στην κοινωνία μια ποικιλία επαναστατικών εργαλείων, τα οποία πολλοί χρησιμοποιούν για να στοχεύσουν συγκεκριμένες ευάλωτες μειονότητες. Αυτή η πρακτική εκδηλώνεται μέσω της «ρητορικής μίσους». Η κυβέρνησή μας έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα και είναι πλήρως αντίθετη σε οποιαδήποτε μορφή «ρητορικής μίσους».
Της Ρεβέκκας Πληκαδίτη* φοιτήτριας Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Το Συμβούλιο της Ευρώπης είναι ενημερωμένο για την κατάσταση και έχει ήδη λάβει νομικά μέτρα για την καταπολέμησή της, όπως η «Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών» (04/11/1950), καθώς και ένα πρόσθετο Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για την Ηλεκτρονική Εγκληματικότητα (01/01/2003). Η Γερμανία έχει προχωρήσει σε δραστικά μέτρα για κάθε περιστατικό και κατάφερε να μειώσει αποτελεσματικά τις επιπτώσεις του.

Καταρχάς, σε διεθνές επίπεδο, η Γερμανία έχει υπογράψει τη «Σύμβαση για την Ηλεκτρονική Εγκληματικότητα» (Βουδαπέστη 2009) και τη «Γενική Πολιτική Σύσταση ΕCRI No6 για την Καταπολέμηση της διάδοσης ρατσιστικού, ξενοφοβικού και αντισημιτικού υλικού μέσω του διαδικτύου» (15/12/2000). Επιπλέον, η Γερμανία υποστηρίζει τη Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών για την Καταπολέμηση της Ρητορικής Μίσους.
Σε εθνικό επίπεδο, η πιο σημαντική νομοθεσία είναι ο «Νόμος για την Επιβολή Κανονισμών στο Διαδίκτυο / NetzDG (Netzwerkdurchsetzungsgesetz)», που εγκρίθηκε στο Bundestag το 2017 και τέθηκε σε πλήρη ισχύ τον Ιανουάριο του 2018. Τέλος, το γερμανικό ποινικό δίκαιο (Strafgesetzbuch) αναφέρεται στον όρο Volksverhetzung (υποκίνηση σε μίσος), ο οποίος θεωρείται ποινικό αδίκημα.
Αφού εντοπιστεί επιτυχώς το πρόβλημα, είναι κρίσιμο να προταθούν μέτρα για τον περιορισμό και την σταδιακή εξάλειψή του. Για παράδειγμα, θα ήταν σημαντικό κάθε κράτος μέλος να ενισχύσει τη νομοθεσία του σε θέματα όπως ο διαδικτυακός εκφοβισμός και να υιοθετήσει το πλαίσιο που προτείνεται από τη Σύμβαση της Βουδαπέστης σχετικά με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να αυξηθεί η ευαισθητοποίηση του κοινού, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης. Καλοεκπαιδευμένοι εκπαιδευτικοί μπορούν να βοηθήσουν τους μαθητές να αναγνωρίζουν περιστατικά «ρητορικής μίσους», κατανοώντας τις αιτίες και τον αντίκτυπό τους στην κοινωνία, μέσα από διάλογο για τον ρατσισμό και τον εκφοβισμό. Με αυτόν τον τρόπο, οι μαθητές βελτιώνουν τις δεξιότητες κριτικής σκέψης και διακρίνουν τη διαφορά μεταξύ ελευθερίας της έκφρασης και ρητορικής μίσους.
Επιπλέον, το Συμβούλιο της Ευρώπης θα πρέπει να συνεχίσει να οργανώνει εκπαιδευτικές εκστρατείες που ενημερώνουν, εκπαιδεύουν και προειδοποιούν για τις σοβαρές συνέπειες του φαινομένου. Στην πραγματικότητα, το 2017 διεξήχθη μια διαδικτυακή εκστρατεία που κατάφερε να κινητοποιήσει τους συμμετέχοντες για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καταγγελία του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας αυτό το παράδειγμα, το Συμβούλιο της Ευρώπης θα μπορούσε να σχεδιάσει περισσότερες αντίστοιχες εκστρατείες στο μέλλον.
Είναι σαφές ότι υπάρχουν δυνατότητες πρόληψης του φαινομένου στο μέλλον και, κατ’ επέκταση, δημιουργίας μιας πιο συμπεριληπτικής κοινωνίας.
*Σύντομο Βιογραφικό – Η Ρεβέκκα Πληκαδίτη είναι φοιτήτρια στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου στην Αθήνα. Από τα πρώτα της ακαδημαϊκά βήματα έχει επιδείξει έντονο ενδιαφέρον για τη διεθνή πολιτική, τη διπλωματία και τα ζητήματα ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Συμμετέχει ενεργά σε προσομοιώσεις Ηνωμένων Εθνών (Model United Nations – MUN), τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, αποκτώντας εμπειρία σε διαπραγματεύσεις, δημόσιο λόγο και ανάλυση διεθνών ζητημάτων. Παράλληλα, καλλιεργεί συστηματικά τις γλωσσικές της δεξιότητες, επενδύοντας στη μελέτη ξένων γλωσσών, στοιχείο απαραίτητο για την ενασχόληση με τον χώρο των διεθνών σχέσεων. Είναι ενεργή στα ακαδημαϊκά και κοινωνικά δρώμενα, επιδιώκοντας συνεχή ενημέρωση και ουσιαστική συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο. Τα ενδιαφέροντά της επικεντρώνονται στη γεωπολιτική, την ευρωπαϊκή πολιτική, τον ρόλο του ΝΑΤΟ στο σύγχρονο διεθνές σύστημα και τις εξελίξεις στον τομέα της διεθνούς ασφάλειας.





