Μετά την αποτυχία και της επαναληπτικής δημοπρασίας, η δημοτική αρχή Τεμπών βρίσκεται μπροστά σε κρίσιμες αποφάσεις
Απών κι από τους δύο διαγωνισμούς ο επιχειρηματίας που παρουσίασε -αποκλειστικά και μόνο- στον δήμαρχο Γιώργο Μανώλη την ιδέα του αυτοκινητοδρομίου
Σενάρια περί αναπροσαρμογής του μισθώματος οδηγούν δημοτικούς συμβούλους να ζητούν τη μεταφορά της ευθύνης των αποφάσεων από τη Δημοτική Επιτροπή στο Δημοτικό Συμβούλιο

Η υπόθεση της έκτασης «Μεριάς» στο Μακρυχώρι περνά πλέον σε μια νέα, σαφώς πιο δύσκολη για τη δημοτική αρχή του Γιώργου Μανώλη, φάση. Μετά τον πρώτο διαγωνισμό πλειοδοσίας της 29ης Οκτωβρίου, ο οποίος απέβη άγονος χωρίς να εμφανιστεί ο ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας-επενδυτής, άκαρπη αποδείχθηκε και η επαναληπτική διαδικασία της περασμένης Πέμπτης. Δύο διαγωνισμοί, δύο απουσίες ενδιαφερομένων και ένα μεγάλο ερωτηματικό για το μέλλον της αξιοποίησης μιας δημοτικής έκτασης 354,6 στρεμμάτων, την οποία η δημοτική αρχή επιχείρησε να προσανατολίσει αποκλειστικά προς τη δημιουργία ενός αυτοκινητοδρομίου.
Γράφει η Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυρικακή 8 Νοεμβρίου 2026
Σύμφωνα με την περίληψη της διακήρυξης, η τιμή εκκίνησης ήταν ορισμένη στα 120 ευρώ ανά στρέμμα ετησίως, ενώ η χρονική διάρκεια της μίσθωσης έφτανε τα 40 χρόνια. Για το σύνολο των 354,56985 στρεμμάτων δηλαδή, το ελάχιστο ετήσιο μίσθωμα θα ανερχόταν για τον μοναδικό πλειοδότη σε 42.548,40 ευρώ ενώ προβλεπόταν απαλλαγή από την καταβολή μισθώματος για τους πρώτους 12 μήνες της σύμβασης.
Το αποτέλεσμα δύο άγονων διαγωνισμών δεν είναι απλώς μια διαδικαστική αποτυχία. Είναι μια εξέλιξη που επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση τα ερωτήματα που τέθηκαν από την πρώτη κιόλας στιγμή για τη συγκεκριμένη επένδυση, τη βιωσιμότητά της, την επιχειρηματική επάρκεια εκείνων που την παρουσίασαν, αλλά και την επιλογή της δημοτικής αρχής να δεσμεύσει για 40 χρόνια μια προνομιούχα δημοτική περιουσία με συγκεκριμένο αναπτυξιακό προσανατολισμό.
Και πλέον το πολιτικό ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα: Τι πρόκειται να κάνει ο δήμαρχος Τεμπών, Γιώργος Μανώλης, μετά και τη δεύτερη αποτυχία της δημοπρασίας; Θα επιμείνει στην ίδια κατεύθυνση, θα επιχειρήσει να αλλάξει τους όρους και το οικονομικό αντάλλαγμα ή θα αποφασίσει -επιτέλους- να ανοίξει τη συζήτηση για διαφορετικές δυνατότητες αξιοποίησης της έκτασης;
Το βέβαιο είναι ότι η εικόνα που διαμορφώνεται δεν δικαιώνει -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- τις προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν από τη δημοτική αρχή. Κι αυτό διότι ο επιχειρηματίας που εμφανίστηκε στον δήμαρχο Τεμπών, παρουσιάζοντάς του -μονο σ’ αυτόν καθώς στη δημόσια διαβούλευση «επικαλέστηκε» το… δικαίωμα της σιωπής- το όραμα της δημιουργίας αυτοκινητοδρομίου στο Μακρυχώρι και πείθοντάς τον για τις αναπτυξιακές δυνατότητες του εγχειρήματος, δεν εμφανίστηκε τελικά ούτε στην πρώτη ούτε στη δεύτερη πλειοδοσία. Απουσία, που ανεξάρτητα από τις όποιες αιτίες την προκάλεσαν, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη επιχειρηματική πρόταση αποτέλεσε την αφετηρία μιας διαδικασίας που οδήγησε σε αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, διαβούλευση, καθορισμό όρων από τη Δημοτική Επιτροπή και τελικά σε διακήρυξη για τη μακροχρόνια εκμίσθωση μιας τόσο μεγάλης έκτασης.
Από το όραμα στην… απουσία
Από τον Σεπτέμβριο του 2024, όταν ο Γιώργος Μανώλης έφερε για πρώτη φορά στο Δημοτικό Συμβούλιο την πρόθεση εκμίσθωσης της έκτασης με αντικείμενο τη δημιουργία αυτοκινητοδρομίου, μέχρι σήμερα, η συγκεκριμένη επενδυτική ιδέα αντιμετωπίστηκε από τη δημοτική αρχή ως μια σημαντική αναπτυξιακή ευκαιρία για τον τόπο.
Ακολούθησε η τροποποίηση της αρχικής απόφασης τον Απρίλιο του 2025, η διαβούλευση στο Μακρυχώρι, η συζήτηση για τα αναμενόμενα οικονομικά οφέλη και τις θέσεις εργασίας (10-12 θέσεις όπως είχαν αναφέρει εκπρόσωποι του ενδιαφερόμενου) και, τελικά, η απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής στις 12 Οκτωβρίου 2026 για τους όρους της δημοπρασίας.
Σε όλη αυτή τη διαδρομή, όμως, υπήρχε μια σταθερή παράμετρος: η δημοτική αρχή προχωρούσε με βασικό προσανατολισμό τη δημιουργία αυτοκινητοδρομίου, χωρίς να έχει προηγηθεί μια δημόσια, συγκριτική αξιολόγηση διαφορετικών επενδυτικών προτάσεων για την αξιοποίηση της έκτασης.
Η εικόνα του υποψήφιου επενδυτή, ο οποίος στη διαβούλευση του Απριλίου του 2025 επέλεξε να μην παρουσιάσει προσωπικά το σχέδιό του, αφήνοντας την ενημέρωση στους εκπροσώπους και τους συμβούλους του, είχε ήδη προκαλέσει ερωτήματα. Τώρα, η απουσία ενδιαφέροντος και από τις δύο δημοπρασίες προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στον προβληματισμό.
Ασφαλώς, η μη συμμετοχή του συγκεκριμένου επιχειρηματία δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι το σχέδιο δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Ούτε αποκλείεται να υπήρχαν άλλοι λόγοι για τους οποίους δεν εμφανίστηκε κάποιος ενδιαφερόμενος. Ωστόσο, όταν μια επενδυτική πρόταση αποτέλεσε τη βάση για τη χάραξη της πολιτικής του Δήμου σε σχέση με μια τόσο σημαντική περιουσία, η απουσία του προσώπου που την παρουσίασε δημιουργεί εύλογη ανάγκη εξηγήσεων.
Ποια είναι τελικά η πραγματική πρόθεση του αρχικού ενδιαφερομένου; Ενάμιση χρόνο μετά, εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την έκταση; Διαθέτει τις προϋποθέσεις για να προχωρήσει στην υλοποίηση του σχεδίου; Έχει εξασφαλίσει τους χρηματοδοτικούς και τεχνικούς συνεργάτες, που εμφανώς δεν διέθετε; Και, κυρίως, γιατί δεν εμφανίστηκε σε καμία από τις δύο διαδικασίες, εφόσον το συγκεκριμένο εγχείρημα αποτέλεσε αντικείμενο τόσο εκτεταμένης δημοτικής προετοιμασίας;
Ο δήμαρχος, που από την πρώτη στιγμή ανέλαβε να υποστηρίξει την επενδυτική προοπτική, οφείλει πλέον να απαντήσει.
Σενάρια για μείωση του μισθώματος
Στο Μακρυχώρι, πάντως, γνώστες της υπόθεσης εκτιμούν ότι η υπόθεση δεν έχει τελειώσει. Αντιθέτως, θεωρείται πιθανό να υπάρξει συνέχεια, καθώς η διπλή αποτυχία των δημοπρασιών δεν αντιμετωπίζεται από όλους ως οριστική εγκατάλειψη του σχεδίου.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ένα από τα ενδεχόμενα που εξετάζονται είναι η αναπροσαρμογή του οικονομικού ανταλλάγματος με τιμή εκκίνησης μικρότερη των 120 ευρώ ανά στρέμμα, με σκοπό να καταστεί ακόμη πιο ελκυστική η παραχώρηση της έκτασης «φιλέτο».
Μια τέτοια επιλογή, εφόσον πράγματι προκριθεί, θα πρέπει να περάσει από τη θεσμική διαδικασία που προβλέπεται, με το ζήτημα να εισάγεται προς συζήτηση και απόφαση στη Δημοτική Επιτροπή.
Εδώ, όμως, ανακύπτει ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα: Εάν το οικονομικό αντάλλαγμα αποτελεί τον λόγο για τον οποίο δεν προσήλθε κανείς στις δύο δημοπρασίες, με ποια ακριβώς στοιχεία θα αποφασιστεί η μείωσή του; Και πόσο χαμηλότερα μπορεί να φτάσει το τίμημα για την εκμίσθωση μιας έκτασης 354.569,85 τετραγωνικών μέτρων, η οποία θα δεσμευτεί για τέσσερις δεκαετίες;
Εάν, λοιπόν, η δημοτική αρχή θεωρεί ότι το τίμημα ήταν αποτρεπτικό, θα πρέπει να παρουσιάσει την οικονομική τεκμηρίωση μιας ενδεχόμενης αναπροσαρμογής. Γιατί η μείωση του μισθώματος δεν είναι μια απλή τεχνική διόρθωση. Αφορά την οικονομική αξία μιας δημοτικής περιουσίας και, κατ’ επέκταση, τα έσοδα που θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν για τον Δήμο και τους δημότες σε βάθος 40 ετών.
Και δεν πρέπει να παραβλέπεται μια ουσιώδης διάσταση: η απουσία ενδιαφέροντος μπορεί να μην οφείλεται αποκλειστικά στο μίσθωμα. Ενδεχομένως να συνδέεται με το ίδιο το αντικείμενο της επένδυσης, τις απαιτήσεις της, το κόστος κατασκευής, τις αδειοδοτικές δυσκολίες ή την αβεβαιότητα ως προς τη βιωσιμότητα ενός αυτοκινητοδρομίου στην περιοχή.
Εάν, επομένως, η δημοτική αρχή επιλέξει να απαντήσει στη διπλή αποτυχία μειώνοντας απλώς το οικονομικό αντάλλαγμα, χωρίς να εξετάσει τις υπόλοιπες παραμέτρους, κινδυνεύει να αντιμετωπίσει το σύμπτωμα και όχι την πραγματική αιτία του προβλήματος.
Φιλόδοξο, αλλά όχι πειστικό
Από μόνο του το γεγονός ότι δεν εκδηλώθηκε ενδιαφέρον σε δύο διαδοχικές δημοπρασίες για τη δημιουργία αποκλειστικά και μόνο ενός αυτοκινητοδρομίου σε μια περιοχή με σημαντική αναπτυξιακή αξία αποτελεί ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί, μετά δε και τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί για τη δημιουργία μιας εγκατάστασης ικανής να προσελκύει χιλιάδες επισκέπτες σε σταθερή βάση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα αυτοκινητοδρόμιο δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αναπτυξιακή επιλογή για την περιοχή. Σημαίνει, όμως, ότι η συγκεκριμένη προοπτική δεν έχει μέχρι σήμερα αποδείξει στην πράξη ότι μπορεί να προσελκύσει το απαιτούμενο επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς η δημοτική αρχή δεν είχε προκηρύξει μια γενική δημοπρασία για την αξιοποίηση της έκτασης, στην οποία θα μπορούσαν να συμμετάσχουν επιχειρήσεις από διαφορετικούς κλάδους. Είχε επιλέξει ένα συγκεκριμένο μοντέλο ανάπτυξης, με κεντρικό στοιχείο το αυτοκινητοδρόμιο και συμπληρωματικές τουριστικές, αθλητικές και ψυχαγωγικές χρήσεις.
Με άλλα λόγια, η αγορά κλήθηκε να ανταποκριθεί σε ένα συγκεκριμένο επενδυτικό μοντέλο. Και μέχρι στιγμής δεν ανταποκρίθηκε.
Αυτό θα έπρεπε να αποτελέσει αφορμή για μια ουσιαστική επανεξέταση. Μήπως τελικά η καλύτερη αξιοποίηση της «Μεριάς» βρίσκεται σε διαφορετική κατεύθυνση; Μήπως η περιοχή μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις με μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια, πιο άμεσα οφέλη και λιγότερες αδειοδοτικές αβεβαιότητες; Μήπως η επιλογή του αυτοκινητοδρομίου περιορίζει αδικαιολόγητα το πεδίο των πιθανών επενδυτών;
Η δημοτική περιουσία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακίνητο που πρέπει οπωσδήποτε να εξυπηρετήσει μια ιδέα, επειδή κάποια στιγμή παρουσιάστηκε στον δήμαρχο και θεωρήθηκε ενδιαφέρουσα. Η αξιοποίησή της οφείλει να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα, συγκριτικές αξιολογήσεις και αποδεδειγμένες οικονομικές δυνατότητες.
Απόφαση στο Δημοτικό Συμβούλιο
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η θέση δημοτικών συμβούλων της αντιπολίτευσης, οι οποίοι έχουν ήδη ζητήσει, εφόσον η υπόθεση επανέλθει από τη δημοτική αρχή, να μη συζητηθεί αποκλειστικά στο πλαίσιο της επταμελούς Δημοτικής Επιτροπής, αλλά να εισαχθεί στο Δημοτικό Συμβούλιο.
Το αίτημα έχει σαφή θεσμική και πολιτική διάσταση. Δεν αφορά απλώς το ποιο συλλογικό όργανο θα εγκρίνει ενδεχομένως μια νέα διαδικασία ή θα αποφασίσει την αναπροσαρμογή των όρων. Αφορά το ποιοι θα ενημερωθούν πλήρως, ποιοι θα αναλάβουν την ευθύνη και ποιοι θα κληθούν να τοποθετηθούν για το μέλλον μιας τόσο σημαντικής δημοτικής περιουσίας.
Η υπόθεση έχει πλέον διανύσει μια μακρά διαδρομή. Υπήρξε αρχική πρόταση, θετική πρόθεση εκμίσθωσης, διαβούλευση, επανεξέταση των εκτάσεων, καθορισμός όρων και δύο άγονες δημοπρασίες. Υπάρχουν, επομένως, αρκετά δεδομένα για να γίνει μια ολοκληρωμένη πολιτική συζήτηση, αντί η δημοτική αρχή να συνεχίσει να διαχειρίζεται το ζήτημα με διαδοχικές αποφάσεις περιορισμένων οργάνων.
Και ασφαλώς, όταν διακυβεύεται η μακροχρόνια αξιοποίηση 354,6 στρεμμάτων δημοτικής γης, η ευθύνη δεν μπορεί να περιορίζεται σε επτά αιρετούς. Οι 26 δημοτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ενημερωθούν, να ζητήσουν διευκρινίσεις, να αξιολογήσουν τα νέα δεδομένα και να τοποθετηθούν με σαφήνεια.
Άλλωστε, η διπλή αποτυχία της δημοπρασίας αλλάζει τα δεδομένα σε σχέση με εκείνα που είχαν τεθεί ενώπιον του Δημοτικού Συμβουλίου το 2024 και το 2025. Τότε η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από μια επενδυτική πρόταση που παρουσιαζόταν ως σημαντική ευκαιρία. Σήμερα, η πραγματικότητα είναι διαφορετική: δύο διαδικασίες δεν προσέλκυσαν κανέναν ενδιαφερόμενο.
Η νέα αυτή πραγματικότητα επιβάλλει νέα συζήτηση και όχι απλώς μια μηχανική επανάληψη των προηγούμενων αποφάσεων.
Ο δήμαρχος Γιώργος Μανώλης βρίσκεται, συνεπώς, μπροστά σε μια κρίσιμη πολιτική επιλογή. Μπορεί να επιμείνει στην ίδια επενδυτική κατεύθυνση, αναζητώντας τρόπο να καταστήσει ελκυστικότερους τους όρους της δημοπρασίας. Μπορεί, όμως, να αξιοποιήσει τη συγκυρία για να επανεξετάσει συνολικά το σχέδιο και να ανοίξει την προοπτική διαφορετικών χρήσεων, με πραγματικό ανταγωνισμό μεταξύ επενδυτικών προτάσεων.
Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να συνεχίσει να εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που έχει ήδη βρει την επένδυση για τη «Μεριά», όταν μέχρι στιγμής δεν έχει βρεθεί ούτε ένας ενδιαφερόμενος να διεκδικήσει την έκταση με τους όρους που ο ίδιος προώθησε.





