Τέλος του πολιτικού ειδυλλίου; Μετά την εκλογική πανωλεθρία η ευρωπαϊκή ακροδεξιά κρατά αποστάσεις από τον Τραμπ

Τέλος του πολιτικού ειδυλλίου; Μετά την εκλογική πανωλεθρία η ευρωπαϊκή ακροδεξιά κρατά αποστάσεις από τον Τραμπ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η ιστορική ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ υπενθύμισε με τον πιο εμφατικό τρόπο στους ακροδεξιούς ηγέτες της Ευρώπης το διαχρονικό δίλημμα που αντιμετωπίζουν με τον Ντόναλντ Τραμπ: μπορεί να υιοθετούν με ενθουσιασμό την εθνικιστική και αντιμεταναστευτική ατζέντα του, ωστόσο ο ίδιος αποτελεί πλέον εκλογικό βαρίδι.

Από την επανεκλογή του το 2024, Ευρωπαίοι λαϊκιστές ηγέτες, όπως η Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και η Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, έχουν προσαρμόσει προσεκτικά τη δημόσια στάση τους απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο, επιχειρώντας να ισορροπήσουν σε ένα ιδιαίτερα λεπτό διατλαντικό τεντωμένο σχοινί.

Υποστηρίζουν τις πολιτικές του για την αυστηροποίηση των συνοριακών ελέγχων, τους πολιτισμικούς πολέμους και την αντίθεση στην παγκοσμιοποίηση.

Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι, ακόμη και εκείνοι που βρίσκονται στα πιο δεξιά του πολιτικού φάσματος, αποδοκιμάζουν την προσωπική αστάθεια του Τραμπ, την απρόβλεπτη γεωπολιτική του συμπεριφορά, την αναξιοπιστία του απέναντι στην ευρωπαϊκή άμυνα και τον εμπορικό προστατευτισμό του, σύμφωνα με τον Guardian.

Ιδιαίτερα προβληματικές έχουν αποδειχθεί οι εδαφικές απειλές του σχετικά με τη Γροιλανδία, καθώς και ο οικονομικός εθνικισμός του. Κανένας Ευρωπαίος ηγέτης που υπερασπίζεται την εθνική κυριαρχία και τις εγχώριες θέσεις εργασίας δεν μπορεί εύκολα να δικαιολογήσει απειλές εισβολής σε μια αυτοδιοικούμενη περιοχή κράτους-μέλους της ΕΕ ή την επιβολή τιμωρητικών εμπορικών δασμών.

Η έκταση της εκλογικής συντριβής των Ρεπουμπλικανών την Τρίτη ώθησε πλέον τους Ευρωπαίους λαϊκιστές να κρατήσουν ακόμη μεγαλύτερες αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο, αντλώντας παράλληλα ένα σημαντικό πολιτικό δίδαγμα: οι ψηφοφόροι που πιέζονται οικονομικά και αισθάνονται οργή για την καθημερινότητά τους μπορούν να ανατρέψουν ακόμη και ισχυρές κυβερνήσεις.

Η ευρωπαϊκή ακροδεξιά απομακρύνεται από τον Τραμπ χωρίς να εγκαταλείπει τον τραμπισμό

Σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, την Τετάρτη, ακροδεξιοί πολιτικοί έσπευσαν να αποστασιοποιηθούν από τον Λευκό Οίκο, αποφεύγοντας ωστόσο επιμελώς τις προσωπικές επιθέσεις κατά του Αμερικανού προέδρου.

Ο Ζορντάν Μπαρντελά, επικεφαλής του γαλλικού Εθνικού Συναγερμού (RN) και πιθανός πρωθυπουργός σε περίπτωση νίκης της Μαρίν Λεπέν στις προεδρικές εκλογές του επόμενου έτους, πρωτοστάτησε σε αυτή την προσπάθεια. Χωρίς να κατονομάσει τον πρόεδρο που τις διέταξε, επέκρινε τις αμερικανικές επιθέσεις στο Ιράν, οι οποίες, όπως υποστήριξε, είχαν «πολύ σοβαρές συνέπειες» για την παγκόσμια οικονομία.

Στη Γερμανία, η Άλις Βάιντελ, συμπρόεδρος της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), δήλωσε ότι ο Τραμπ είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του πως δεν θα ακολουθούσε παρεμβατική εξωτερική πολιτική. «Αυτή η αθέτηση της προεκλογικής του υπόσχεσης επέστρεψε τώρα για να στοιχειώσει τους Ρεπουμπλικανούς», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Στην Ιταλία, ο Ρομπέρτο Βαννάτσι, ιδρυτής του νεοσύστατου ακροδεξιού κόμματος Εθνικό Μέλλον, υποστήριξε ότι το εκλογικό αποτέλεσμα ανέδειξε τους κινδύνους που αντιμετωπίζει κάθε πολιτικός όταν δεν υλοποιεί τις προεκλογικές του δεσμεύσεις. «Ο Τραμπ δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες», δήλωσε.

Ακόμη πιο αποστασιοποιημένη εμφανίστηκε η στάση του Σαντιάγο Αμπασκάλ, ηγέτη του ισπανικού Vox. Απαντώντας σε ερωτήσεις για τις ιδεολογικές σχέσεις του κόμματός του με την Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι βρίσκεται «στην Ισπανία, όχι στο Μίσιγκαν» και ότι τον ενδιαφέρει «πολύ λίγο το τι συμβαίνει σε άλλα μέρη».

Ο Μουτζτάμπα Ραχμάν, από την εταιρεία συμβούλων Eurasia Group, εκτιμά ότι οι συγκεκριμένοι πολιτικοί κινούνται με γνώμονα το εσωτερικό πολιτικό όφελος. Επιδιώκουν να διατηρήσουν τα πλεονεκτήματα από την «ιδεολογική δυναμική του τραμπισμού», χωρίς όμως να ταυτιστούν με το «χάος και την οικονομική αναστάτωση της προεδρίας του Τραμπ».

Το κόστος ζωής γίνεται το μεγάλο όπλο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς

Για τα ακροδεξιά κόμματα που βρίσκονται στην αντιπολίτευση, οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές προσφέρουν ένα σαφές πολιτικό μάθημα: η αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις ανατιμήσεις και το απλησίαστο κόστος στέγασης μπορεί να μετατραπεί σε εκλογική νίκη.

Αυτή είναι ξεκάθαρα η στρατηγική του Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία. Ο Μπαρντελά έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η αγοραστική δύναμη και το κόστος ζωής θα αποτελέσουν «την απόλυτη προτεραιότητα» μιας κυβέρνησης του κόμματός του.

Στις προτάσεις του περιλαμβάνονται η μείωση του ΦΠΑ στην ηλεκτρική ενέργεια, το φυσικό αέριο και τα καύσιμα, καθώς και η δυνατότητα αύξησης των μισθών από τους εργοδότες χωρίς πρόσθετες επιβαρύνσεις στις εισφορές μισθοδοσίας.

Αντίστοιχα, στην Ισπανία, το Vox αξιοποιεί την εκτίναξη του κόστους ζωής και τη στεγαστική κρίση για να εντείνει την πίεση προς τον σοσιαλιστή πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ. Στόχος του είναι να συμμετάσχει στην κυβέρνηση ως εταίρος ενός δεξιού συνασπισμού μετά τις εκλογές της 29ης Νοεμβρίου.

Το μήνυμα είναι σαφές: οι οικονομικές δυσκολίες των πολιτών μπορούν να αποτελέσουν το ισχυρότερο όπλο για την πολιτική ανατροπή, ακόμη και όταν τα ζητήματα ταυτότητας, μετανάστευσης και εθνικής κυριαρχίας εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της ακροδεξιάς ρητορικής.

Η οικονομική δυσαρέσκεια απειλεί και τους ακροδεξιούς που κυβερνούν

Για τους λαϊκιστές ηγέτες που βρίσκονται ήδη στην εξουσία στην Ευρώπη, όπως η Τζόρτζια Μελόνι, οι εξελίξεις αυτές αποτελούν προειδοποίηση.

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός έχει ήδη βρεθεί αντιμέτωπη με διαδοχικά κύματα διαμαρτυριών στη Ρώμη, στο Μιλάνο και σε άλλες πόλεις, ορισμένες από τις οποίες εξελίχθηκαν σε βίαια επεισόδια, με αφορμή το αυξημένο κόστος των καυσίμων και τον πληθωρισμό.

Ο κυβερνητικός της εταίρος, Ματέο Σαλβίνι, επικεφαλής της ακροδεξιάς Λέγκας, παραδέχθηκε ότι το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών επηρεάστηκε κυρίως από τους πολέμους, τις διεθνείς εντάσεις και την αύξηση του κόστους ζωής, τις συνέπειες των οποίων επωμίζονται άμεσα οι οικογένειες.

Βουλευτές της αντιπολίτευσης έσπευσαν επίσης να αναδείξουν την αντίφαση στην πολιτική του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε υποσχεθεί ότι θα μειώσει τις τιμές και θα επαναφέρει ποιοτικές θέσεις εργασίας, ωστόσο οι προσδοκίες αυτές δεν εκπληρώθηκαν.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ακροδεξιοί ηγέτες, όταν αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση και αποτυγχάνουν να υλοποιήσουν τις υποσχέσεις τους, είναι εξίσου ευάλωτοι στη λαϊκή δυσαρέσκεια με οποιονδήποτε άλλο πολιτικό.

Ορισμένοι εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, όπως ο Νταν Ντουνγκάτσιου του ρουμανικού κόμματος AUR, επιχείρησαν να υποβαθμίσουν τη συντριπτική ήττα του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι οι εκτιμήσεις περί «πολιτικού θανάτου» του είναι υπερβολικές.

Ωστόσο, το ευρύτερο πολιτικό δίδαγμα των αμερικανικών εκλογών ενδέχεται να ξεπερνά τα όρια του λαϊκιστικού χώρου.

Η εκλογική πορεία της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς δεν εξαρτάται απαραίτητα από την επιτυχία ή την αποτυχία του Αμερικανού προέδρου στην κάλπη. Οι εθνικιστές ηγέτες της Ευρώπης είναι πιθανό να συνεχίσουν να προωθούν τις ιδέες του κινήματος MAGA, διατηρώντας όμως τον ίδιο τον Τραμπ σε απόσταση ασφαλείας.

Άλλωστε, τα βαθύτερα προβλήματα που τροφοδοτούν την άνοδο του ευρωπαϊκού λαϊκισμού έχουν τις ρίζες τους στις ίδιες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το αυξημένο κόστος ζωής, η στεγαστική κρίση, το χάσμα μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, αλλά και οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη μετανάστευση αποτελούν ζητήματα που δεν καθορίζονται από τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών.

Υπάρχουν, μάλιστα, προειδοποιήσεις ότι η χειρότερη συνέπεια των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ θα ήταν να θεωρήσουν τα παραδοσιακά κόμματα της Ευρώπης ότι η ήττα των Ρεπουμπλικανών σηματοδοτεί την υποχώρηση του λαϊκιστικού κύματος.

Στην πραγματικότητα, το βασικό μήνυμα είναι διαφορετικό: η οργή των ψηφοφόρων για το κόστος ζωής δεν συγχωρεί κανέναν.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ