Η συσσωρευμένη εδώ και καιρό αγανάκτηση των Αμερικανών για το υψηλό κόστος ζωής βρήκε τρόπο έκφρασης στην κάλπη των ενδιάμεσων εκλογών, δίνοντας στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο του Κογκρέσου στέλνοντας ταυτόχρονα ένα ξεκάθαρο μήνυμα στον Αμερικανό πρόεδρο.
«Απλώς αγανακτήσαμε» εξηγεί στη Wall Street Jouranl ο 64χρονος Ρον Μπερούμπ, 64 ετών, κάτοικος του Λιούστον στο Μέιν, ο οποίος το 2020 είχε ψηφίσει τη Ρεπουμπλικανή Γερουσιαστή Σούζαν Κόλλινις, αλλά φέτος ψήφισε τον Δημοκρατικό αντίπαλό της, Τρόι Τζάκσον που κέρδισε στις εκλογές. «Πολλοί έχουν βαρεθεί τον Ντόναλντ Τραμπ. Δεν αντέχουν άλλο οικονομικά. Δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα για τίποτα».
Η έντονη δυσαρέσκεια των Αμερικανών έρχεται μετά δύο χρόνια που οι τιμές σκαρφαλώνουν παρά τις αντίθετες προεκλογικές υποσχέσεις, η στεγαστική κρίση επιδεινώνεται, η άνοδος της τιμής των καυσίμων επιβαρύνει την καθημερινότητα των νοικοκυριών, οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται και οι Αμερικανοί είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον.
Σύμφωνα με έρευνα μεταξύ των ψηφοφόρων που διεξήγαγε το Associated Press, περίπου το 39% ανέφερε την οικονομία ως το σημαντικότερο ζήτημα που αντιμετωπίζει η χώρα, ενώ σχεδόν το 90% δήλωσε ότι το κόστος ζωής αποτέλεσε καθοριστικό ή πολύ σημαντικό παράγοντα για την ψήφο του.
Tο 80% δήλωσε ότι ο πληθωρισμός προκάλεσε δυσκολίες στην οικογένειά τους
Η οργή για την οικονομική κατάσταση συνδέθηκε άμεσα με τον τρόπο που ψήφισαν οι πολίτες στις εκλογές της Τρίτης για τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων χαρακτήρισαν την οικονομία ως «όχι και τόσο καλή» ή «κακή», και οι ψηφοφόροι αυτοί στήριξαν τους Δημοκρατικούς υποψηφίους με ποσοστό 67% έναντι 29%.
Σχεδόν το 80% δήλωσε ότι ο πληθωρισμός προκάλεσε δυσκολίες στην οικογένειά τους κατά το περασμένο έτος.
Οι ευθύνες Τραμπ για τον πληθωρισμό
Σύμφωνα με το πρακτορείο AP, η άνοδος του κόστους των τροφίμων, των καυσίμων και της υγειονομικής περίθαλψης αποτέλεσε μείζονα ανησυχία για τους ψηφοφόρους σε όλη τη χώρα. Οι πολίτες απέδωσαν την ευθύνη για τα οικονομικά δεινά της χώρας αποκλειστικά στον Πρόεδρο Τραμπ, του οποίου η απόφαση να εμπλακεί σε πόλεμο με το Ιράν οδήγησε σε αύξηση των τιμών των καυσίμων.
Σχεδόν τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι η πολιτική δασμών του Προέδρου έβλαψε την εθνική οικονομία, ενώ το ίδιο ποσοστό υποστήριξε ότι ο Τραμπ επιδείνωσε τις οικονομικές συνθήκες.
Η οργή για τον πόλεμο με το Ιράν συνέβαλε στη νίκη των Δημοκρατικών σε αναμετρήσεις για τη Γερουσία, ακόμη και σε περιοχές που αποτελούν παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών, όπως η Αϊόβα και το Κάνσας. Πρόκειται για αγροτικές πολιτείες όπου η άνοδος των τιμών της βενζίνης και του πετρελαίου κίνησης γίνεται ιδιαίτερα αισθητή, καθώς η κατά κεφαλήν κατανάλωση καυσίμων είναι υψηλότερη.

Το κόστος ζωής αποτέλεσε παράγοντα για την αλλαγή του πολιτικού προσήμου σε έδρες της Γερουσίας στη Βόρεια και τη Νότια Καρολίνα, πολιτείες που κάποτε θεωρούνταν οικονομικά προσιτές, αλλά όπου το κόστος στέγασης έχει εκτοξευθεί μετά την πανδημία, εντείνοντας την ανησυχία των ψηφοφόρων.
Στο Μέιν, ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ με τον Καναδά επιδείνωσε τις οικονομικές πιέσεις σε μια πολιτεία που διατηρεί στενούς δεσμούς με τον βόρειο γείτονά της.
Περισσότερα από τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων στην πολιτεία δήλωσαν στο πρακτορείο AP ότι η πολιτική δασμών του Τραμπ έχει πλήξει την οικονομία της πολιτείας.
Οι υποσχέσεις Τραμπ
Στις εκλογές του 2024, εκατομμύρια Αμερικανών, μεταξύ των οποίων νέοι, καθώς και αφροαμερικανοί και ισπανόφωνοι ψηφοφόροι που συνήθως δεν ψηφίζουν τους Ρεπουμπλικανούς, στήριξαν τον Τραμπ, καθώς ήλπιζαν ότι θα κατάφερνε να θέσει τις τιμές υπό έλεγχο. «Από την ημέρα που θα ορκιστώ, θα μειώσω άμεσα τις τιμές και θα κάνουμε την Αμερική ξανά προσιτή οικονομικά» δήλωνε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας.
Υποσχέθηκε μια νέα «χρυσή εποχή» αμερικανικής ευημερίας. Η οικονομική ανάπτυξη εκτινάχθηκε σε ετήσιο ρυθμό 3,4% κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, τροφοδοτούμενη από επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τη σταθερή καταναλωτική δαπάνη.
Το χρηματιστήριο σημείωσε ιστορικά υψηλά, ενώ οι πλουσιότεροι κάτοικοι της Αμερικής είδαν τον πλούτο τους να αυξάνεται.
Οι περσινές φοροελαφρύνσεις ενίσχυσαν τα οικονομικά των νοικοκυριών και διεύρυναν τα επενδυτικά κίνητρα για τις επιχειρήσεις. Η ανεργία παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, ενώ οι ΗΠΑ καταγράφουν και πάλι αύξηση των θέσεων εργασίας στον μεταποιητικό τομέα, έπειτα από χρόνια συρρίκνωσης της απασχόλησης στα εργοστάσια.
Το ταξικό πρόσημο του πληθωρισμού
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός δεν έχει αποκλιμακωθεί όπως είχε υποσχεθεί ο Τραμπ. Οι δασμοί που επέβαλε αύξησαν το κόστος αγαθών, όπως τα παιχνίδια και τα έπιπλα, ενώ η απόφασή του να στραφεί κατά του Ιράν οδήγησε σε άνοδο των τιμών της βενζίνης και προκάλεσε φέτος απότομη αύξηση του πληθωρισμού.
Οι πραγματικοί μισθοί δηλαδή οι αποδοχές συνυπολογίζοντας τον πληθωρισμό μειώνονται εδώ και έξι μήνες. Πολλοί Αμερικανοί είναι πλέον πιο απαισιόδοξοι για την κατάσταση της οικονομίας σε σχέση με πριν από δύο χρόνια.
Ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3,7% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με το Γραφείο Στατιστικών Εργασίας, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον ετήσιο ρυθμό του 2,9% που καταγράφηκε κατά τους τελευταίους μήνες της θητείας του πρώην Προέδρου Τζο Μπάιντεν.
Η προσδοκία μεταξύ των Αμερικανών για μείωση των τιμών ήταν εξαρχής μη ρεαλιστική, καθώς κάτι τέτοιο θα απαιτούσε, κατά κανόνα, μια εξαιρετικά επώδυνη ύφεση. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι μεγάλο μέρος της αύξησης των πληθωριστικών πιέσεων είναι αποτέλεσμα του πολέμου του Τραμπ με το Ιράν και της επιβολής δασμών και ότι επιδεινώθηκε περαιτέρω από την έντονη δραστηριότητα στον τομέα κατασκευής κέντρων δεδομένων.
Ο πληθωρισμός έχει ταξικό πρόσημο και πλήττει περισσότερα τα χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία βιώνουν ταυτόχρονα και περικοπές στα κουπόνια τροφίμων.
Οι τιμές του ντίζελ και οι «αμφίρροπες» πολιτείες
Οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά σχεδόν 50% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο. Οι τιμές του πετρελαίου κίνησης (ντίζελ) έχουν αυξηθεί κατά σχεδόν δύο τρίτα, φτάνοντας τον Σεπτέμβριο στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ.
Ο αντίκτυπος είναι ιδιαίτερα έντονος σε ορισμένες «αμφίρροπες» πολιτείες.
Στην Αϊόβα, το Κάνσας, το Μέιν, το Μίσιγκαν, το Νιου Χάμσαϊρ και το Τέξας, ένα τυπικό νοικοκυριό Αμερικανών χρειάστηκε να δαπανήσει φέτος έως τα μέσα Οκτωβρίου περισσότερα από 600 δολάρια επιπλέον για βενζίνη, εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν, σύμφωνα με υπολογισμούς του Climate Solutions Lab του Πανεπιστημίου Μπράουν.
Αντιθέτως, στην Ιντιάνα, το Όρεγκον, τη Νέα Υόρκη και την πολιτεία της Ουάσιγκτον, το επιπλέον κόστος ήταν μικρότερο από 400 δολάρια.
Οι κάτοικοι αγροτικών πολιτειών με μικρότερη πληθυσμιακή πυκνότητα τείνουν να οδηγούν μεγαλύτερα οχήματα και να διανύουν μεγαλύτερες αποστάσεις, γεγονός που σημαίνει ότι δαπανούν περισσότερα χρήματα ανά άτομο για καύσιμα και βιώνουν εντονότερα το πλήγμα από την άνοδο των τιμών.
Στις πολιτείες αυτές, η κατά κεφαλήν κατανάλωση πετρελαίου κίνησης είναι επίσης πολύ υψηλότερη, καθώς το καύσιμο αυτό χρησιμοποιείται για τη λειτουργία γεωργικών ελκυστήρων (τρακτέρ), θεριζοαλωνιστικών μηχανών και βαρέων φορτηγών.
Ο Δημοκρατικός πολιτειακός βουλευτής Τζος Τούρεκ κέρδισε μια κενή έδρα στη Γερουσία της Αϊόβα, σημειώνοντας την έκτη κατά σειρά νίκη των Δημοκρατικών για τη Γερουσία και εξασφαλίζοντας τον έλεγχο του σώματος στο επόμενο Κογκρέσο. Ο Ρομπ Σαντ κέρδισε την εκλογική αναμέτρηση για τη θέση του κυβερνήτη στην Αϊόβα, γινόμενος ο πρώτος Δημοκρατικός που εκλέγεται στο ανώτατο πολιτειακό αξίωμα εδώ και δύο δεκαετίες.
Ακόμη και πολλοί ψηφοφόροι που παραδοσιακά στηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς δήλωσαν δυσαρεστημένοι με την κατάσταση της οικονομίας.
Μειώνονται οι μισθοί
Ο Τζόζεφ Λαβόργια, επικεφαλής οικονομολόγος στην SMBC Americas, ο οποίος είχε εργαστεί στο Εθνικό Οικονομικό Συμβούλιο κατά τη διάρκεια της πρώτης διακυβέρνησης Τραμπ, υπογράμμισε ότι οι ψηφοφόροι είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στον Τραμπ. «Ο πρόεδρος ήταν εκεί για να διορθώσει την κατάσταση, αλλά δεν το έκανε», είπε.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι οι τιμές αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό: οι αποδοχές των Αμερικανών δεν ακολουθούν πλέον αυτόν τον ρυθμό.
«Αν το πραγματικό σας εισόδημα συρρικνώνεται, είναι φυσικό να ανησυχείτε για πολλά πράγματα» επισημαίνει ο άνθρωπος που διετέλεσε επίσης σύμβουλος του υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Τραμπ. «Αυτό, ουσιαστικά, αποτελεί την ουσία του ζητήματος».
Το στεγαστικό αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημα για πολλούς Αμερικανούς. Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων κυμαίνονται πλέον πάνω από το 7% — ελαφρώς υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα λίγο πριν από τις εκλογές του 2024. Αυτό έχει καταστήσει το όνειρο των Αμερικανών για την απόκτηση κατοικίας ανέφικτο για πολλούς.
Τον Σεπτέμβριο, οι εκκρεμείς πωλήσεις κατοικιών υποχώρησαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Παράλληλα, τα αυστηρότερα μέτρα κατά της παράτυπης μετανάστευσης έχουν δυσχεράνει την εύρεση εργατικού δυναμικού στον κατασκευαστικό κλάδο, ενώ οι δασμοί έχουν οδηγήσει σε αύξηση του κόστους των υλικών, επιβαρύνοντας την ανέγερση κατοικιών.
Πηγή: ΟΤ
Πηγή: in.gr





