ΘΑΝΟΣ ΓΩΓΟΣ: Ο πολιτισμός να είναι προσβάσιμος σε όλους

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

“Η Λογοτεχνική Γωνία ζωντανός πολιτιστικός πυρήνας της Λάρισας”

Ο κ. Θάνος Γώγος, ποιητής, εμπνευστής της «Λογοτεχνικής Γωνίας» και συνιδρυτής των εκδόσεων Θράκα, μιλώντας στην “Πολιτεία Θεσσαλών” αναφέρεται στη δημιουργία και την εξέλιξη ενός χώρου που φιλοδοξεί να αποτελέσει σταθερό σημείο αναφοράς για τη λογοτεχνική ζωή της Λάρισας.

Όπως επισημαίνει, η ιδέα γεννήθηκε από την ανάγκη να αποκτήσει η πόλη ένα μόνιμο «σπίτι» για τη λογοτεχνία, με συνεχείς δράσεις και συναντήσεις συγγραφέων και αναγνωστών. Από τα εγκαίνιά της, τον Μάιο του 2022, η Λογοτεχνική Γωνία εξελίχθηκε σε έναν ζωντανό πολιτιστικό πυρήνα, φιλοξενώντας την πλειονότητα των λογοτεχνικών εκδηλώσεων της πόλης.

Συνέντευξη στη Λόλα Γάτσιου από την  «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Βασικός στόχος είναι η ελεύθερη πρόσβαση όλων στον πολιτισμό, η ανάδειξη νέων δημιουργών και η ενίσχυση της εξωστρέφειας της Λάρισας. Το πρόγραμμα διαμορφώνεται μέσα από τη συνεργασία της Θράκας με την Αντιδημαρχία Πολιτισμού, δίνοντας χώρο τόσο σε καταξιωμένους συγγραφείς όσο και σε νέες λογοτεχνικές φωνές.

“Η Λάρισα δεν πρέπει να περιορίζεται στον ρόλο του αποδέκτη πολιτιστικών δράσεων που σχεδιάζονται αλλού. Μπορεί να παράγει πολιτισμό, να διαμορφώνει προτάσεις και να συμμετέχει ισότιμα στον λογοτεχνικό διάλογο της χώρας και του εξωτερικού”

Ο ίδιος χαρακτηρίζει ικανοποιητική την ανταπόκριση του κοινού, επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη μεγαλύτερης συμμετοχής των νεότερων ηλικιών. Για τον σκοπό αυτό αναπτύσσονται συνεργασίες με σχολεία και συγγραφικούς φορείς, με επισκέψεις δημιουργών και εργαστήρια που φέρνουν τους μαθητές σε επαφή με τη σύγχρονη λογοτεχνία.

Παράλληλα, εκφράζει τη φιλοδοξία η Λογοτεχνική Γωνία να εξελιχθεί σε έναν καθημερινά ανοιχτό χώρο, με βιβλιοθήκη, σταθερό πρόγραμμα και καλλιτεχνικό διευθυντή, υπογραμμίζοντας ότι αυτό προϋποθέτει χρηματοδότηση και ανθρώπινο δυναμικό.

“Μέσα από τις συνεργασίες μας με την Εταιρεία Συγγραφέων και το Δίκτυο Συγγραφέων, αναπτύσσουμε επισκέψεις συγγραφέων στα σχολεία και δράσεις που φέρνουν τους μαθητές σε άμεση επαφή με τη σύγχρονη λογοτεχνία”

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη Θράκα και στο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης, το οποίο από μια μικρή συνάντηση Θεσσαλών ποιητών εξελίχθηκε σε διεθνή διοργάνωση με περισσότερους από 70 συμμετέχοντες ποιητές. Όπως τονίζει, το σημαντικότερο στοίχημα είναι η δημιουργία μιας νέας γενιάς ανθρώπων που θα συνεχίσει και θα εξελίξει τη λογοτεχνική δραστηριότητα της πόλης.

Κύριε Γώγο, είστε ο άνθρωπος πίσω από την ιδέα της «Λογοτεχνικής Γωνίας»; Πώς γεννήθηκε η ιδέα και ποιος είναι ο βασικός στόχος της λειτουργίας της;

Πριν από μερικά χρόνια είχα επισκεφθεί τον τότε αντιδήμαρχο Πολιτισμού, κ. Πάνο Σάπκα, και του είχα μιλήσει για την ανάγκη να αποκτήσει και η λογοτεχνία το δικό της σπίτι στη Λάρισα, όπως συμβαίνει με τη μουσική, τα εικαστικά ή τον χορό. Η λογοτεχνική δραστηριότητα στην πόλη γνώριζε ήδη σημαντική άνθηση, με αξιόλογους συγγραφείς που αναγνωρίζονταν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, φεστιβάλ και πρωτοβουλίες με διεθνή απήχηση. Ωστόσο, χωρίς τις απαραίτητες υποδομές, υπήρχε ο κίνδυνος όλη αυτή η δημιουργική κινητικότητα να αποδειχθεί ένα πυροτέχνημα, χωρίς διάρκεια και ουσιαστικό αποτύπωμα.

Αυτό που είχα επισημάνει τότε ήταν ότι η λογοτεχνική ζωή μιας πόλης δεν μπορεί να περιορίζεται σε δύο ή τρεις μεγάλες διοργανώσεις τον χρόνο, όπως το Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης, ούτε να διασκορπίζεται σε δέκα διαφορετικούς χώρους. Χρειαζόμασταν έναν σταθερό τόπο αναφοράς, όπου η λογοτεχνία θα ήταν παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, με συνεχείς δράσεις και συναντήσεις συγγραφέων και αναγνωστών.

Προς μεγάλη και ευχάριστη έκπληξή μου, κάποια στιγμή ο κ. Σάπκας με ενημέρωσε ότι είχε βρεθεί ο κατάλληλος χώρος. Είχα μάλιστα την τιμή να προτείνω την ονομασία του. Ήθελα κάτι απλό, άμεσα συνδεδεμένο με τη λογοτεχνία, και έτσι προέκυψε το «Λογοτεχνική Γωνία». Η πρόταση έγινε δεκτή και τον Μάιο του 2022 πραγματοποιήσαμε τα εγκαίνια.

Ανάμεσα στους τακτικούς επισκέπτες των εκδηλώσεων ήταν και ο γιατρός Θωμάς Ρετσιάνης, ο οποίος αργότερα ανέλαβε καθήκοντα αντιδημάρχου Πολιτισμού. Είχε λοιπόν γνωρίσει τη λειτουργία και τη δυναμική του χώρου ως θεατής και, αναγνωρίζοντας τη σημασία του, συνέβαλε με τη σειρά του στην περαιτέρω εδραίωσή του.

Σήμερα θεωρώ ότι έχουμε πετύχει σε μεγάλο βαθμό τον αρχικό μας στόχο. Η πλειονότητα των λογοτεχνικών εκδηλώσεων της πόλης πραγματοποιείται πλέον στη Λογοτεχνική Γωνία, η οποία έχει εξελιχθεί σε έναν ζωντανό πολιτιστικό πυρήνα με δραστηριότητα όλο τον χρόνο. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο: ότι η Λάρισα απέκτησε έναν θεσμό με συνέχεια και προοπτική, πέρα από πρόσωπα και δημοτικές θητείες.

Τι φιλοδοξεί να προσφέρει στη Λάρισα και στους ανθρώπους που αγαπούν το βιβλίο και τη λογοτεχνία;

Πρώτα απ’ όλα, πρόσβαση. Πιστεύω ότι ο πολιτισμός πρέπει να είναι προσβάσιμος σε όλους, ανεξάρτητα από την οικονομική τους δυνατότητα ή την προηγούμενη σχέση τους με τη λογοτεχνία. Γι’ αυτό και οι δράσεις που πραγματοποιούνται στη Λογοτεχνική Γωνία είναι δωρεάν.

Από εκεί και πέρα, θέλουμε να δημιουργούμε ευκαιρίες ουσιαστικής επαφής με τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή. Να μπορεί ένας αναγνώστης να συναντήσει έναν συγγραφέα που θαύμαζε, ένας νέος ποιητής να παρουσιάσει για πρώτη φορά τη δουλειά του, ένας μαθητής να ανακαλύψει ότι η ποίηση δεν είναι κάτι μακρινό και δυσνόητο, αλλά ένας τρόπος να μιλήσει για τη δική του ζωή.

Θέλουμε επίσης να ενισχύσουμε την εξωστρέφεια της πόλης. Η Λάρισα δεν πρέπει να περιορίζεται στον ρόλο του αποδέκτη πολιτιστικών δράσεων που σχεδιάζονται αλλού. Μπορεί να παράγει πολιτισμό, να διαμορφώνει προτάσεις και να συμμετέχει ισότιμα στον λογοτεχνικό διάλογο της χώρας και του εξωτερικού.

Και όταν λέω «θέλουμε», αναφέρομαι τόσο στη Θράκα όσο και στην Αντιδημαρχία Πολιτισμού του Δήμου Λαρισαίων, στη διαχείριση της οποίας βρίσκεται η Λογοτεχνική Γωνία. Πρόκειται για τους δύο βασικούς φορείς που διαμορφώνουν το πρόγραμμα του χώρου, ο καθένας με τις δικές του πρωτοβουλίες, αλλά και μέσα από τη μεταξύ τους συνεργασία.

Μπορεί να αποτελέσει έναν σταθερό πυρήνα συνάντησης συγγραφέων, ποιητών, αναγνωστών και ανθρώπων του πολιτισμού;

Νομίζω ότι σε σημαντικό βαθμό το έχει ήδη καταφέρει, αν και υπάρχουν ακόμη πολλά περιθώρια να ενισχυθεί αυτός ο ρόλος της. Η Λογοτεχνική Γωνία έχει αρχίσει να καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού ως το σημείο αναφοράς για τη λογοτεχνική ζωή της πόλης.

Θα σας αναφέρω ένα χαρακτηριστικό, αλλά και κάπως αστείο περιστατικό. Πρόσφατα διοργανώσαμε μια εκδήλωση της Θράκας στον Μύλο του Παππά, καθώς η Λογοτεχνική Γωνία ήταν ήδη δεσμευμένη για κάποια άλλη δράση και δεν είχαμε φροντίσει να κρατήσουμε εγκαίρως την ημερομηνία. Παρόλο που σε όλες τις ανακοινώσεις και τα δημοσιεύματα αναφερόταν ξεκάθαρα ο Μύλος του Παππά, αρκετοί άνθρωποι πήγαν από συνήθεια στη Λογοτεχνική Γωνία και στη συνέχεια έφτασαν με καθυστέρηση στη δική μας εκδήλωση.

Αυτό το μικρό περιστατικό δείχνει ότι ο κόσμος έχει πλέον ταυτίσει τον χώρο με τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις της πόλης, όχι μόνο της Θράκας αλλά και άλλων διοργανωτών. Και θεωρώ ότι αυτή είναι μια πολύ καλή βάση για να εξελιχθεί ακόμη περισσότερο σε έναν σταθερό τόπο συνάντησης και επικοινωνίας της λογοτεχνικής κοινότητας.

Πώς διαμορφώνεται το πρόγραμμα των εκδηλώσεων και ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία επιλέγονται οι δράσεις που φιλοξενούνται στον χώρο; Υπάρχει χώρος τόσο για καταξιωμένους δημιουργούς όσο και για νέες, λιγότερο γνωστές φωνές;

Σήμερα το πρόγραμμα της Λογοτεχνικής Γωνίας διαμορφώνεται από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού και την ΑΜΚΕ Θράκα. Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του χώρου, η Θράκα είχε αναλάβει τη συνολική επιμέλεια του προγράμματος, την οποία ασκούσα προσωπικά και σε εθελοντική βάση. Ήταν μια συνειδητή επιλογή, γιατί αισθανόμουν τη Λογοτεχνική Γωνία λίγο σαν παιδί μου. Ήθελα να στηρίξω έμπρακτα τόσο τον νέο αυτόν θεσμό όσο και την απόφαση του τότε αντιδημάρχου να δημιουργήσει έναν χώρο αφιερωμένο στη λογοτεχνία. Άλλωστε, αγαπώ τον τόπο μου και πιστεύω ότι οφείλουμε, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, να συμβάλλουμε στην πολιτιστική του ανάπτυξη.

Ωστόσο, ένα τέτοιο μοντέλο δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί επ’ αόριστον. Ο επαγγελματικός μου φόρτος, με δραστηριότητες και διεθνή προγράμματα που εκτείνονται πολύ πέρα από τα όρια της Λάρισας και της Ελλάδας, είναι ιδιαίτερα μεγάλος. Επιπλέον, η συστηματική επιμέλεια ενός τόσο πυκνού προγράμματος απαιτεί χρόνο, ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους.

Με την ανάληψη των καθηκόντων του, ο σημερινός αντιδήμαρχος Πολιτισμού, κ. Θωμάς Ρετσιάνης, επέλεξε μια πιο ανοιχτή προσέγγιση στη λειτουργία του χώρου, διατηρώντας παράλληλα την αυτονομία της Θράκας στον σχεδιασμό των δικών της δράσεων. Έτσι, σήμερα περίπου το μισό πρόγραμμα προκύπτει από πρωτοβουλίες της Θράκας, σε συνεργασία με την Αντιδημαρχία, ενώ το υπόλοιπο διαμορφώνεται από την ίδια την Αντιδημαρχία Πολιτισμού.

Ομολογώ ότι αρχικά είχα κάποιες επιφυλάξεις απέναντι σε αυτή την αλλαγή, κυρίως επειδή έδινα ιδιαίτερη έμφαση στην καλλιτεχνική επιμέλεια και στα αισθητικά κριτήρια επιλογής των εκδηλώσεων. Στην πορεία, όμως, αναγνώρισα ότι η μεγαλύτερη εξωστρέφεια και η δυνατότητα συμμετοχής περισσότερων δημιουργών αποτελούν επίσης σημαντικά στοιχεία για έναν δημόσιο πολιτιστικό χώρο. Άλλωστε, η λειτουργία ενός τέτοιου θεσμού δεν μπορεί να στηρίζεται διαρκώς στην εθελοντική εργασία ενός ανθρώπου ή μιας μικρής ομάδας.

Από την πλευρά της, η Θράκα εξακολουθεί να επιμελείται τις εκδηλώσεις της με συγκεκριμένα και απαιτητικά αισθητικά κριτήρια, κάτι που θεωρώ ότι έχει δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με το κοινό. Παράλληλα, η Αντιδημαρχία φιλοξενεί ένα ευρύτερο φάσμα πρωτοβουλιών, πολλές από τις οποίες είναι επίσης εξαιρετικά αξιόλογες. Ο  χώρος είναι περισσότερο ανοιχτός σήμερα και ότι οι ίδιοι οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν ποιες δράσεις τους ενδιαφέρουν.

Και φυσικά, υπάρχει χώρος τόσο για καταξιωμένους δημιουργούς όσο και για νέες φωνές. Για εμάς στη Θράκα, άλλωστε, η ανάδειξη νέων συγγραφέων αποτελεί βασικό στοιχείο της δραστηριότητάς μας από την πρώτη ημέρα.

Ποια είναι η ανταπόκριση του κοινού μέχρι σήμερα; Διαπιστώνετε ότι οι Λαρισαίοι αναζητούν περισσότερες ευκαιρίες για επαφή με το βιβλίο και τη σύγχρονη λογοτεχνία ή παραμένει δύσκολη η προσέλκυση νέων ανθρώπων σε τέτοιες δράσεις;

Η ανταπόκριση του κοινού είναι ικανοποιητική, αλλά νομίζω ότι χρειάζεται να δούμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση. Παλαιότερα, όταν πραγματοποιούνταν μία λογοτεχνική εκδήλωση κάθε 40 ή 45 ημέρες, ήταν συνηθισμένο να συγκεντρώνει 100, 150 ή και 200 ανθρώπους. Σήμερα, που μπορεί να πραγματοποιούνται δύο ή τρεις εκδηλώσεις την εβδομάδα, η προσέλευση σε καθεμία είναι συχνά μικρότερη. Αυτό, όμως, δημιουργεί μια παραπλανητική εικόνα. Αν δούμε τη συνολική συμμετοχή, θα διαπιστώσουμε ότι πολύ περισσότεροι άνθρωποι παρακολουθούν πλέον λογοτεχνικές εκδηλώσεις στη διάρκεια του χρόνου.

Άλλωστε, ακόμη και στην Αθήνα, μια πόλη με πολλαπλάσιο πληθυσμό, μια λογοτεχνική εκδήλωση συνήθως συγκεντρώνει 30 ή 40 ανθρώπους. Λιγότερους από τις περισσότερες εκδηλώσεις μας. Επομένως, θεωρώ ότι η Λάρισα διαθέτει ένα αρκετά ενεργό αναγνωστικό κοινό και ότι η συχνότητα των εκδηλώσεων αποτελεί από μόνη της μια σημαντική κατάκτηση.

Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι ότι δεν βλέπω την αύξηση που θα ήθελα στη συμμετοχή των νεότερων ηλικιών. Είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί ιδιαίτερα, γιατί η ανανέωση του κοινού είναι απαραίτητη για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της λογοτεχνικής ζωής της πόλης.

Γι’ αυτό και από πέρυσι έχουμε εντείνει ξανά μια πρωτοβουλία που είχαμε αναπτύξει και πριν από μερικά χρόνια: τις επισκέψεις συγγραφέων στα σχολεία. Σε συνεργασία με την Εταιρεία Συγγραφέων, το Δίκτυο Συγγραφέων και άλλους φορείς, φέρνουμε συγγραφείς σε επαφή με μαθητές, ώστε οι νέοι να γνωρίσουν τη σύγχρονη λογοτεχνία πέρα από το πλαίσιο της σχολικής ύλης, να συνομιλήσουν με τους δημιουργούς και να ανακαλύψουν τη δική τους σχέση με το βιβλίο.

Πιστεύω ότι αυτή η προσπάθεια θα αποδώσει καρπούς, όχι μόνο μέσα στις σχολικές αίθουσες, αλλά σταδιακά και έξω από αυτές. Στόχος μας είναι οι σημερινοί μαθητές να γίνουν οι αυριανοί αναγνώστες, δημιουργοί και ενεργοί συμμετέχοντες στην πολιτιστική ζωή της πόλης.

Η Λογοτεχνική Γωνία μπορεί να εξελιχθεί σε έναν χώρο καθημερινής επαφής με το βιβλίο και όχι μόνο σε έναν τόπο περιστασιακών εκδηλώσεων;

Αυτό είναι ένα μεγάλο στοίχημα, που εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την πολιτική βούληση και τις οικονομικές δυνατότητες της δημοτικής αρχής. Πρέπει, ωστόσο, να είμαστε ρεαλιστές. Το γεγονός και μόνο ότι η Λάρισα διαθέτει έναν χώρο αποκλειστικά αφιερωμένο στη λογοτεχνία είναι εξαιρετικά σημαντικό. Τέτοιες υποδομές είναι συνηθισμένες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, αλλά στην Ελλάδα αποτελούν ακόμη εξαίρεση.

Έχοντας ταξιδέψει αρκετά στο εξωτερικό, διαπιστώνω συνεχώς πόσο πίσω βρισκόμαστε ως χώρα σε επίπεδο πολιτιστικής πολιτικής και υποστήριξης της λογοτεχνίας. Τα τελευταία χρόνια γίνονται κάποιες προσπάθειες, όπως με τη δημιουργία του ΕΛΙΒΙΠ, αλλά η απόσταση που μας χωρίζει από άλλες ευρωπαϊκές χώρες παραμένει μεγάλη.

Από την άλλη πλευρά, η ίδια η λογοτεχνική δραστηριότητα της Λάρισας είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το μέγεθος της πόλης.Είναι μεγαλύτερη π.χ από αυτή της Θεσσαλονίκης. Διεθνή φεστιβάλ, ευρωπαϊκά προγράμματα, συστηματική παρουσία σημαντικών Ελλήνων και ξένων συγγραφέων και μια εκδοτική δραστηριότητα που αποσπά κορυφαίες διακρίσεις στον χώρο της ποίησης συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα συναντά κανείς σε άλλη ελληνική πόλη της περιφέρειας.

Το ερώτημα, επομένως, είναι πόσο ψηλά θέλουμε και μπορούμε να βάλουμε τον πήχη. Ιδανικά, θα ήθελα η Λογοτεχνική Γωνία να είναι ανοιχτή καθημερινά, να διαθέτει βιβλιοθήκη, σταθερό πρόγραμμα δράσεων και καλλιτεχνικό διευθυντή που θα αναλαμβάνει τον συνολικό σχεδιασμό της. Κάτι τέτοιο, βέβαια, απαιτεί σταθερή χρηματοδότηση και ανθρώπινο δυναμικό. Δεν γνωρίζω κατά πόσο μπορεί σήμερα ο Δήμος να διαθέσει τους αναγκαίους πόρους, όπως δεν ήταν εύκολο ούτε για την προηγούμενη δημοτική αρχή.

Δεν θεωρώ, όμως, ότι πρέπει να περιορίζουμε τις φιλοδοξίες μας με βάση τις σημερινές δυσκολίες. Πολλές φορές πράγματα που αρχικά έμοιαζαν σχεδόν ανέφικτα, με επιμονή και συστηματική δουλειά έγιναν πραγματικότητα. Ας σκεφτούμε το Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης, που ξεκίνησε ως μια τοπική διοργάνωση και σήμερα έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικούς διεθνείς θεσμούς ποίησης της χώρας, με αναγνωρισιμότητα και συνεργασίες σε ολόκληρο τον κόσμο.

Γιατί, λοιπόν, να μη συμβεί κάτι αντίστοιχο και με τη Λογοτεχνική Γωνία; Να εξελιχθεί σε ένα πρότυπο πολιτιστικού χώρου, που θα μπορούσαν μελλοντικά να ακολουθήσουν και άλλες ελληνικές πόλεις. Θεωρώ ότι η Λάρισα έχει ήδη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Αυτό που χρειάζεται είναι να επενδύσουμε στη συνέχεια και την ανάπτυξή του.

Πώς μπορεί ένας χώρος αφιερωμένος στη λογοτεχνία να προσελκύσει τη νέα γενιά; Υπάρχουν σκέψεις για συνεργασίες με σχολεία, φοιτητές, νέους δημιουργούς ή για δράσεις που θα φέρουν τα παιδιά και τους εφήβους πιο κοντά στην ανάγνωση;

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί πάρα πολύ και στο οποίο έχουμε αρχίσει να δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση. Σε συνεργασία με την Περιφέρεια Θεσσαλίας και την Εταιρεια συγγραφέων, υλοποιούμε ένα πρόγραμμα στο οποίο προσκαλούμε έναν συγγραφέα από άλλη περιοχή της Ελλάδας και έναν από τη Θεσσαλία, διοργανώνουμε μια ανοιχτή λογοτεχνική εκδήλωση και την επόμενη ημέρα πραγματοποιούμε εργαστήριο σε σχολείο. Παράλληλα, μέσα από τις συνεργασίες μας με την Εταιρεία Συγγραφέων και το Δίκτυο Συγγραφέων, αναπτύσσουμε επισκέψεις συγγραφέων στα σχολεία και δράσεις που φέρνουν τους μαθητές σε άμεση επαφή με τη σύγχρονη λογοτεχνία.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση σε όλο αυτό, που για μένα είναι ίσως ακόμη σημαντικότερη: η συνέχεια. Το αν τα παιδιά και οι έφηβοι θα έρθουν κοντά στην ανάγνωση δεν είναι ανεξάρτητο από το αν υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν να τους φέρουν σε επαφή με τη λογοτεχνία. Και, κυρίως, από το αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι και στο μέλλον. Δεν αρκεί να οργανώσουμε σήμερα ένα εργαστήριο ή μια επίσκεψη συγγραφέα σε ένα σχολείο. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε ανάλογες πρωτοβουλίες να συνεχίζονται και από τις επόμενες γενιές.

Θυμάμαι όταν είχα γνωρίσει τον Κώστα Λάνταβο, έναν άνθρωπο που είχε προσφέρει πάρα πολλά στη λογοτεχνική ζωή της Λάρισας, μεταξύ άλλων μέσα από το περιοδικό «Γραφή». Κατά κάποιον τρόπο, εκπροσωπούσε μια προηγούμενη εποχή λογοτεχνικής δημιουργίας στην πόλη, πριν από ένα διάστημα σχετικής αδράνειας που μεσολάβησε μέχρι την εμφάνιση της Θράκας. Όταν γνώρισε τη δουλειά μας, θυμάμαι ότι είχε γράψει σε μια ανάρτησή του στο Facebook πως δεν αισθανόταν πια μόνος.

Αυτή η φράση μού έχει μείνει και με έχει κάνει να σκέφτομαι συχνά τι θα συμβεί όταν κάποια στιγμή σταματήσω να οργανώνω όλες αυτές τις δραστηριότητες. Σήμερα, καλώς ή κακώς, ένα σημαντικό μέρος της λογοτεχνικής ζωής της Λάρισας εξακολουθεί να εξαρτάται από τη δική μου προσωπική εργασία. Δεν θα ήθελα να παραμείνει έτσι. Παρότι είμαι μόλις 41 ετών(με 15ετή δράση ως πολιτιστικός διοργανωτης-διαχειριστής), σκέφτομαι ήδη την επόμενη γενιά. Θέλω να δω νέους συγγραφείς να εμφανίζονται, να δημιουργούν τις δικές τους ομάδες, να εκδίδουν, να διοργανώνουν εκδηλώσεις, να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες που ενδεχομένως να είναι εντελώς διαφορετικές από τις δικές μας.

Γιατί, τελικά, το μεγαλύτερο επίτευγμα δεν θα είναι να συνεχίσω εγώ να διοργανώνω φεστιβάλ και λογοτεχνικές δράσεις για πολλά ακόμη χρόνια. Θα είναι να έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες ώστε όλα αυτά να μπορούν να συνεχιστούν και χωρίς εμένα. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους μου είναι μήπως όσα χτίστηκαν με τόσο κόπο αποδειχθούν κάποτε πρόσκαιρα. Αν δω μια νέα γενιά να παίρνει τη σκυτάλη και να πηγαίνει τα πράγματα ακόμη παραπέρα, θα αισθανθώ ότι έχουμε πραγματικά πετύχει κάτι ουσιαστικό.

Είστε εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού και των εκδόσεων «Θράκα», που δραστηριοποιούνται στην ανάδειξη νέων και σύγχρονων λογοτεχνικών φωνών. Υπάρχουν ταλαντούχοι νέοι που ξεχωρίζουν με το έργο τους;

Φυσικά και υπάρχουν, και μάλιστα θεωρώ ότι η σύγχρονη ελληνική ποίηση διαθέτει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα νέα γενιά δημιουργών. Στη Θράκα, άλλωστε, η ανάδειξη νέων λογοτεχνικών φωνών αποτελεί από την αρχή μία από τις βασικές μας προτεραιότητες.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεσπίσαμε και το Βραβείο Θράκα για την Πρώτη Ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή, το οποίο απονέμεται στο πλαίσιο του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης. Πρόκειται για το μοναδικό καταξιωμένο βραβείο της χώρας που αφορά αποκλειστικά ανέκδοτες πρώτες ποιητικές συλλογές. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι ποιητές που βραβεύονται στη συνέχεια διακρίνονται και στα λογοτεχνικά βραβεία για πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς, είτε με την παρουσία τους στις βραχείες λίστες είτε κατακτώντας κάποιο από αυτά. Αυτό δείχνει ότι το βραβείο καταφέρνει να εντοπίζει και να αναδεικνύει νέες φωνές με ουσιαστικές προοπτικές.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ένα σημαντικό μέρος της νέας ελληνικής ποιητικής γενιάς περνά με κάποιον τρόπο από τη Λάρισα και τη Θράκα. Είτε εκδίδοντας το πρώτο του βιβλίο σε εμάς είτε συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις, στο Φεστιβάλ ή στις σελίδες του περιοδικού μας.

Και, για να χρησιμοποιήσω έναν ποδοσφαιρικό όρο, μιας και αγαπώ ιδιαίτερα την ΑΕΛ, αρκετές από αυτές τις νέες φωνές προέρχονται και από τις δικές μας «ακαδημίες». Είναι δημιουργοί που έκαναν τα πρώτα τους βήματα μέσα από τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες μας και σήμερα διαμορφώνουν τη δική τους πορεία στον λογοτεχνικό χώρο. Αυτό είναι για μένα από τα πιο ουσιαστικά και αισιόδοξα αποτελέσματα της δουλειάς μας.

Είστε συνιδρυτής του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης και έχετε αναλάβει τη διεύθυνση και την οργάνωσή του. Ποιος είναι ο σκοπός αυτού του φεστιβάλ; Υπάρχει ανταπόκριση από τους Θεσσαλούς;

Το Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης ξεκίνησε πριν από 14 χρόνια ως μια αυτοοργανωμένη, διήμερη συνάντηση Θεσσαλών ποιητών. Ήταν μια μικρή, σχεδόν DIY πρωτοβουλία, χωρίς ιδιαίτερα μέσα, αλλά με πολλή διάθεση και αγάπη για την ποίηση. Σταδιακά άρχισε να μεγαλώνει και περίπου από την πέμπτη διοργάνωση απέκτησε διεθνή χαρακτήρα, αρχικά με λίγες συμμετοχές ποιητών από το εξωτερικό.

Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξή του έπαιξε ο Χρήστος Διαμαντής, ο μουσικός και ποιητής που δυστυχώς έφυγε τόσο νέος από τη ζωή λόγω της COVID-19. Ήταν εκείνος που με έπεισε ότι το Φεστιβάλ δεν έπρεπε να περιορίζεται στη Λάρισα, καλώντας ποιητές από τις υπόλοιπες θεσσαλικές πόλεις, αλλά να ταξιδεύει το ίδιο σε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αυτή η ιδέα άλλαξε ουσιαστικά τη φυσιογνωμία της διοργάνωσης και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα βασικά της χαρακτηριστικά.

Με τη στήριξη του Δήμου Λαρισαίων, το Φεστιβάλ εξελίχθηκε σε μια πενθήμερη διεθνή διοργάνωση και τα τελευταία χρόνια η ανάπτυξή του είναι εντυπωσιακή. Έχουμε πλέον τη δυνατότητα να φιλοξενούμε ορισμένα από τα σημαντικότερα ονόματα της σύγχρονης παγκόσμιας ποίησης. Ενδεικτικά θα αναφέρω την Αλίσια Στάλινγκς, φιναλίστ του Βραβείου Πούλιτζερ και καθηγήτρια Ποίησης στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, τη Γιολάντα Καστάνιο και τη Μίριαμ Ρέγιες, δύο ποιήτριες που τιμήθηκαν με το Εθνικό Βραβείο Ποίησης της Ισπανίας, καθώς και τη χαρισματική ΙρανοΣουηδή ποιήτρια Ατένα Φαροκχζαντ, ένα πραγματικό φαινόμενο της σύγχρονης σκανδιναβικής λογοτεχνίας. Και φυσικά, πολλές ακόμη σημαντικές προσωπικότητες της παγκόσμιας ποίησης έχουν συμμετάσχει όλα αυτά τα χρόνια στο Φεστιβάλ.

Η φετινή, 14η διοργάνωση σηματοδότησε ένα ακόμη μεγάλο βήμα. Σε συνεργασία με τον Δήμο Λαρισαίων και με τη συγχρηματοδότηση του ΕΣΠΑ της Περιφέρειας Θεσσαλίας, το Φεστιβάλ ενισχύθηκε σημαντικά, φιλοξενώντας περισσότερους από 70 Έλληνες και διεθνείς ποιητές. Οι εκδηλώσεις του πραγματοποιούνται πλέον όχι μόνο στη Λάρισα και σε άλλες περιοχές της Θεσσαλίας, αλλά και στην Αθήνα. Παράλληλα, μέσα από τη σύνδεσή του με διεθνή προγράμματα όπως το Ulysses’ Shelter, έχουμε διευρύνει το περιεχόμενό του, εντάσσοντας τη μετάφραση, τις καλλιτεχνικές φιλοξενίες, τα εικαστικά και την εκδοτική δραστηριότητα.

Ο σκοπός του Φεστιβάλ παραμένει, ωστόσο, ο ίδιος από την πρώτη ημέρα: να φέρνει την ποίηση κοντά στους ανθρώπους, να δημιουργεί συναντήσεις μεταξύ διαφορετικών γλωσσών και πολιτισμών και να αποδεικνύει ότι η περιφέρεια μπορεί όχι μόνο να φιλοξενεί, αλλά και να παράγει πολιτισμό διεθνούς εμβέλειας. Η ανταπόκριση των Θεσσαλών είναι σημαντική και έχει συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξή του. Έχουμε πλέον ένα κοινό που παρακολουθεί σταθερά τις εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα το Φεστιβάλ έχει αποκτήσει αναγνωρισιμότητα στη διεθνή λογοτεχνική κοινότητα.

Σήμερα θεωρώ ότι το Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους λογοτεχνικούς θεσμούς της χώρας, με μια παρουσία που γίνεται ολοένα πιο αισθητή στο εξωτερικό. Και πιστεύω ότι έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας. Όπως λένε και οι Άγγλοι, sky is the limit. Πριν από δεκατέσσερα χρόνια ίσως να φαινόταν αδιανόητο ότι μια μικρή συνάντηση Θεσσαλών ποιητών θα εξελισσόταν σε μια διοργάνωση με τέτοια διεθνή απήχηση. Γιατί, λοιπόν, να μη φτάσουμε κάποια στιγμή να φιλοξενούμε ακόμη και νομπελίστες λογοτεχνίας; Το σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να θέτουμε υψηλούς στόχους και να εργαζόμαστε συσ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Θάνος Γώγος γεννήθηκε στη Λάρισα το 1985. Είναι ποιητής, εκδότης, πολιτιστικός διοργανωτής και διαχειριστής με έντονη εθνική και διεθνή δραστηριότητα. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (Μεταιχμιακή Χαρά, Γλασκώβη, Ντακάρ), με το έργο του να έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες και να έχει εκδοθεί στο εξωτερικό. 

Είναι ιδρυτής των Εκδόσεων Θράκα, του ομώνυμου περιοδικού, καθώς και συνιδρυτής και διευθυντής του Πανθεσσαλικού Φεστιβάλ Ποίησης. Συμμετέχει ενεργά στη διοίκηση σημαντικών λογοτεχνικών θεσμών, διατελώντας συντονιστής του Athens World Poetry Festival, αντιπρόεδρος του Κύκλου Ποιητών, Έλληνας εταίρος του διεθνούς δικτύου Ulysses’ Shelter, καθώς και Project Manager του ευρωπαϊκού ποιητικού δικτύου Versopolis στην Ελλάδα. Έχει τιμηθεί από το Patras World Poetry Festival για τη διεθνή προώθηση των ελληνικών γραμμάτων.

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ