Ο δήμαρχος Τεμπών «παίζει το παιχνίδι» της αναζήτησης της καλύτερης επένδυσης, όταν ο ίδιος έχει ήδη επιλέξει ποια επένδυση θέλει με μία διακήρυξη που παραπέμπει εξαρχής σε συγκεκριμένη κατεύθυνση
Η υπόθεση της έκτασης «Μεριάς» στο Μακρυχώρι αποκτά πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς ο πρώτος διαγωνισμός πλειοδοσίας της 29ης Οκτωβρίου 2026 απέβη άγονος, χωρίς να εμφανιστεί ενδιαφερόμενος επενδυτής.
Κι όμως, αντί η εξέλιξη αυτή να αποτελέσει αφορμή για επανεξέταση της σκοπιμότητας, των όρων και κυρίως της ίδιας της επιλογής αξιοποίησης της έκτασης, η δημοτική αρχή του Γιώργου Μανώλη έχει ήδη δρομολογήσει την επαναληπτική δημοπρασία για τις 5 Νοεμβρίου.
Γράφει η Λόλα Γάτσιου από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι απλώς γιατί δεν προσήλθε κανείς στον πρώτο διαγωνισμό. Είναι γιατί ο Δήμος Τεμπών επιμένει να δεσμεύσει για τέσσερις δεκαετίες μια τόσο σημαντική περιουσία, με όρους που παραπέμπουν εξαρχής σε μία και μοναδική επενδυτική κατεύθυνση: την κατασκευή και λειτουργία αυτοκινητοδρομίου.

Και αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της υπόθεσης. Δεν πρόκειται για μια ανοιχτή πρόσκληση ενδιαφέροντος για την αξιοποίηση μιας δημοτικής έκτασης, στην οποία θα μπορούσαν να κατατεθούν διαφορετικές και ανταγωνιστικές αναπτυξιακές προτάσεις. Πρόκειται για μια δημοπρασία με συγκεκριμένο, προκαθορισμένο προσανατολισμό, κομμένο και ραμμένο στα χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας.
Οι συνοδευτικές χρήσεις, όσο ευρύς κι αν εμφανίζεται ο κατάλογός τους, δεν αλλάζουν την ουσία. Το αυτοκινητοδρόμιο αποτελεί τον καθοριστικό προορισμό της έκτασης. Δεν δίνεται η δυνατότητα σε μια επιχείρηση του τουρισμού, της υγείας, του εμπορίου, της βιομηχανίας ή οποιουδήποτε άλλου κλάδου να καταθέσει μια αυτοτελή πρόταση αξιοποίησης μιας περιχοχής «φιλέτο», ακόμη κι αν αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί οικονομικά αποδοτικότερη για τον Δήμο, περισσότερο επωφελής για την τοπική κοινωνία και εγγυημένα ασφαλής για την βιωσιμότητά της. Με άλλα λόγια, η δημοτική αρχή δεν αναζητά ποια είναι η καλύτερη επένδυση για τη συγκεκριμένη περιοχή. Έχει ήδη επιλέξει ποια επένδυση θέλει να γίνει.
«Φωτογραφικός» σχεδιασμός
Αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί εύλογες υποψίες για «φωτογραφικό» σχεδιασμό. Γιατί όταν οι όροι μιας δημόσιας πλειοδοτικής δημοπρασίας περιγράφουν με τόσο συγκεκριμένο τρόπο το αντικείμενο της επένδυσης, περιορίζοντας εκ των προτέρων το πεδίο των ενδιαφερομένων, το ζήτημα της πραγματικής ανταγωνιστικότητας δεν μπορεί να προσπερνιέται με γενικόλογες αναφορές στην τυπικότητα της διαδικασίας.
Η δημοτική περιουσία δεν είναι ιδιωτικό οικόπεδο για να διαμορφώνονται οι όροι αξιοποίησής της σύμφωνα με τις επιθυμίες ενός ενδιαφερόμενου. Ανήκει στους δημότες και η διαχείρισή της οφείλει να υπηρετεί το ευρύτερο και μακροπρόθεσμο συμφέρον τους. Όταν μια δημοτική αρχή ξεκινά από μια συγκεκριμένη επενδυτική πρόταση, την παρουσιάζει στο Δημοτικό Συμβούλιο, πραγματοποιεί διαβούλευση με τον ενδιαφερόμενο επενδυτή να μην απαντά προσωπικά στα ερωτήματα και στη συνέχεια καταλήγει σε μια διακήρυξη που αποκλείει κάθε αυτοτελή εναλλακτική χρήση, τότε η υποψία ότι η διαδικασία σχεδιάστηκε με γνώμονα την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης πρότασης είναι αναπόφευκτη.

Ακόμη περισσότερο όταν η διακήρυξη χαρακτηρίζει τη διαδικασία «πλειοδοτική, φανερή και προφορική», δημιουργώντας την εικόνα μιας ανοιχτής ανταγωνιστικής διαδικασίας, ενώ το αντικείμενο της αξιοποίησης είναι ήδη τόσο στενά προσδιορισμένο.
Το ερώτημα, επομένως, δεν αφορά μόνο τη νομική επάρκεια των όρων. Αφορά και την ηθική διάσταση της σύνταξής τους.
Είναι δυνατόν να επικαλείται κανείς τον ανταγωνισμό και την πλειοδοσία, όταν έχει προηγουμένως αποκλείσει από το τραπέζι κάθε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα που θα μπορούσε να ενδιαφερθεί για την ίδια έκταση;
Και πόσο πραγματικά ανοιχτός είναι ένας διαγωνισμός όταν το αντικείμενό του περιγράφεται με τρόπο που παραπέμπει σε μια συγκεκριμένη επενδυτική ιδέα;
Σε μια περίοδο κατά την οποία η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται από σοβαρές υποθέσεις αδιαφάνειας, διαπλοκής και αμφισβητούμενων διοικητικών χειρισμών, οι δημοτικές αρχές θα έπρεπε να είναι οι πρώτες που θα διασφαλίζουν ότι κάθε δημόσια περιουσία αξιοποιείται με τους πλέον ανοιχτούς και διαφανείς όρους. Και ειδικά όταν ο επικεφαλής αυτής, έχει κριθεί πρωτόδικα ένοχος για τους χειρισμούς του σε μία επίσης σοβαρή, θα έπρεπε να επιδεικνύει αυξημένη θεσμική προσοχή και διαφάνεια.
Εδοξάσθη… κρυπτόμενος
Πολλώ δε, όταν από μόνο του το ιστορικό της ενδιαφερόμενης εταιρείας προκαλεί εύλογη αμφισβήτηση. Συστάθηκε τον Ιούλιο του 2024. χωρίς προηγούμενο επιχειρηματικό ιστορικό στον χώρο του μηχανοκίνητου αθλητισμού. Και όμως, δύο μόλις μήνες αργότερα, κατά την πρώτη συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Τεμπών μετά τη σύστασή της, ο δήμαρχος Γιώργος Μανώλης την παρουσίαζε ως ενδιαφερόμενο επενδυτή για την αξιοποίηση της έκτασης «Μεριάς» με τη δημιουργία αυτοκινητοδρομίου. Μια «βόλτα» στο σάιτ της εταιρείας πείθει τον κάθε ενδιαφερόμενο για την ανυπαρξία της. Όχι όμως τον Γιώργο Μανώλη.
Η ταχύτητα με την οποία η συγκεκριμένη εταιρεία πέρασε από τη σύσταση στην παρουσίαση μιας τόσο μεγάλης επενδυτικής πρότασης ασφαλώς δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη μεθόδευσης. Είναι, όμως, ένα στοιχείο που απαιτεί εξηγήσεις από οτον δήμαρχο Τεμπών. Πώς ακριβώς προέκυψε η συγκεκριμένη πρόταση; Ποια ήταν η προηγούμενη διερεύνηση της αγοράς; Υπήρξαν άλλοι ενδιαφερόμενοι;
Εξετάστηκαν εναλλακτικές επενδυτικές κατευθύνσεις; Και κυρίως, με ποια αντικειμενικά κριτήρια η δημοτική αρχή κατέληξε τόσο γρήγορα να υιοθετήσει ως βασικό αναπτυξιακό σχέδιο για την περιοχή την πρόταση μιας νεοσύστατης εταιρείας, ο ιδιοκτήτης της οποίας προτίμησε να… δοξαστεί κρυπτόμενος στη συνεδρίαση της διαβούλευσης, πίσω από την λατρεία άλλων για τον μηχανοκίνητο αθλητισμό και τις ορέξεις κάποιων να δουν τις ταβέρνες του Μακρυχωρίου να γεμίζουν και τα σπίτια του χωριού να γίνονται… Airbnb για τους χιλιάδες επισκέπτες.
Γιατί άραγε ένας «επενδυτής» που διακρίνεται επιτυχώς στα social media να «τσαλακώνεται» για να προμοτάρει το εστιατόριο που διατηρεί στη Λάρισα, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να παρουσιάσει ο ίδιος το σχέδιό του και να απαντήσει στους δημότες του Μακρυχωρίου;
Υπό τον φόβο να… «κατεποντίσθη εμφανιζόμενος» ο επενδυτής προτίμησε τη σιγή. Τα ερωτήματα όμως που προκαλεί η εταιρική εικόνα της ενδιαφερόμενης επιχείρησης είναι εκκωφαντικά, όταν έχουμε να κάνουμε με μία ΙΚΕ με κεφάλαιο μόλις 100 ευρώ και χωρίς ιστορικό στον χώρο της διοργάνωσης αγώνων ή της κατασκευής και λειτουργίας αυτοκινητοδρομίων. Ασφαλώς, το εταιρικό κεφάλαιο μιας ΙΚΕ δεν αποτελεί από μόνο του μέτρο της τελικής επενδυτικής δυνατότητας. Ούτε μια νεοσύστατη εταιρεία αποκλείεται να υλοποιήσει ένα μεγάλο έργο μέσω χρηματοδοτών, συνεργασιών ή άλλων εταιρικών σχημάτων.
Όμως, όταν πρόκειται για μια επένδυση τέτοιας κλίμακας, η δημοτική αρχή δεν μπορεί να αρκείται σε μια ενδιαφέρουσα ιδέα και σε υποσχέσεις για μελλοντικές επενδύσεις.
Ποιοι είναι οι χρηματοδότες; Ποιο είναι το πραγματικό επενδυτικό κεφάλαιο; Ποια είναι η τεχνική ομάδα; Ποιοι έχουν αναλάβει τον σχεδιασμό και την κατασκευή; Υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες με εξειδικευμένους φορείς; Ποια είναι η εμπειρία της εταιρείας στη διοργάνωση αγώνων και στη λειτουργία αντίστοιχων εγκαταστάσεων;
Γιατί οι αγώνες αυτοκινήτων δεν είναι μια απλή επιχειρηματική δραστηριότητα. Απαιτούν εξειδικευμένη τεχνογνωσία, πολυετή εμπειρία, αυστηρές προδιαγραφές ασφαλείας, τεχνική υποστήριξη και σημαντικούς οικονομικούς πόρους. Πώς, λοιπόν, ο Δήμος Τεμπών εμφανίζεται διατεθειμένος να προσανατολίσει την αξιοποίηση μιας έκτασης τέτοιου μεγέθους σε μια εταιρεία που δεν έχει αποδείξει ότι διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία; Πώς αξιολογήθηκε η επιχειρηματική της επάρκεια; Και με ποια εχέγγυα θεωρήθηκε ότι η συγκεκριμένη πρόταση μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας 40ετούς παραχώρησης;
Υπόθεση με πολιτική διάσταση
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική διάσταση της υπόθεσης. Η έκταση «Μεριάς» δεν είναι μια οποιαδήποτε δημοτική ιδιοκτησία. Πρόκειται για σημείο «φιλέτο» με ιδιαίτερη αναπτυξιακή αξία, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαφορετικών επενδυτικών προσεγγίσεων. Η επιλογή, όμως, της δημοτικής αρχής να προσδιορίσει ως αποκλειστικό προορισμό της δημοπρατούμενης έκτασης τη δημιουργία αυτοκινητοδρομίου αποκλείει εκ των προτέρων επιχειρηματικές προτάσεις άλλων κλάδων. Γιατί να μην υπάρξει μια ανοιχτή διαδικασία αξιολόγησης διαφορετικών αναπτυξιακών σχεδίων, ώστε να επιλεγεί εκείνο που εξασφαλίζει τα μεγαλύτερα και πιο σταθερά οφέλη για τον Δήμο;
Η ανάπτυξη που ευαγγελίζεται ο Γιώργος Μανώλης δεν μπορεί να είναι συνώνυμη με την εξυπηρέτηση μιας και μόνο επιχειρηματικής πρότασης. Και η αξιοποίηση της δημοτικής περιουσίας δεν μπορεί να ταυτίζεται με την προώθηση μιας ιδέας που παρουσιάστηκε από έναν ενδιαφερόμενο και στη συνέχεια μετατράπηκε σε αποκλειστικό αναπτυξιακό προσανατολισμό.
Υπάρχει, μάλιστα, μια παράμετρος που κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Το 2004, επιχειρηματίας -και κάτοικος του Μακρυχωρίου παρακαλώ- είχε ζητήσει μέρος (όχι το σύνολο της έκτασης) της ίδιας περιοχής, προκειμένου να προχωρήσει σε δημιουργία μιας δομής υγείας. Το αίτημά του απορρίφθηκε από την τότε δημοτική αρχή με την αιτιολογία ότι η περιοχή είχε δασικό χαρακτήρα. Μέλος εκείνης της δημοτικής αρχής ήταν και ο νυν δήμαρχος Γιώργος Μανώλης.
Σήμερα, δύο δεκαετίες αργότερα, η ίδια ευρύτερη περιοχή βρίσκεται στο επίκεντρο μιας διαδικασίας μακροχρόνιας εκμίσθωσης για την κατασκευή αυτοκινητοδρομίου. Προφανώς, η χρήση άλλαξε. Όμως, η αντίθεση ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι τόσο έντονη, που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Με ποια στοιχεία τεκμηριώθηκε αυτή η αλλαγή;





