Στη 2η θέση σε ολόκληρη την Ευρώπη βρίσκεται η Ελλάδα όσον αφορά τη συμμετοχή που έχει το ηλεκτρονικό εμπόριο στο ΑΕΠ, με τον λόγο e-GDP για το 2025 να ανέρχεται στο 7,69%, συνεισφέροντας στην οικονομία 19,1 δισ.
Σημειωτέον ότι η χώρα έμεινε πίσω μόνο από την Εσθονία (13,82%) στον εν λόγω δείκτη κατά το περσινό έτος.

Ο αριθμός αυτός δείχνει ότι οι ψηφιακές πωλήσεις έχουν εδραιωθεί στην ελληνική οικονομία, με τον ρυθμό ανάπτυξης να καταγράφει πέρυσι ετήσια αύξηση 5%, σύμφωνα με την πρόσφατη Έκθεση για το Ευρωπαϊκό Ηλεκτρονικό Εμπόριο (European E-Commerce Report 2026).
Μάλιστα, το ποσοστό των Ελλήνων καταναλωτών, ηλικίας 16–74 ετών που έκανε διαδικτυακές αγορές το 2025 ανήλθε στο 68%, ένα ποσοστό που προβλέπεται να ανέβει στο 71% στο τρέχον έτος.


Ο αιρθμός αυτός είναι υψηλός συγκριτικά με βαλκανικές χώρες, όπως η Αλβανία (41%) και η Βουλγαρία (51%), αλλά χαμηλότερος από χώρες της Βόρειας Ευρώπης όπως η Ιρλανδία (95%), η Ολλανδία (94%) και η Ισλανδία (93%).
Το 1/2 των ελληνικών επιχειρήσεων ψηφίζει… marketplaces
Όσον αφορά για τα κανάλια που προτιμούν οι επιχειρήσεις για να διοχετεύουν τα προϊόντα τους, το 87% των επιχειρήσεων, με 10 ή περισσότερους υπαλλήλους που πραγματοποιούν ηλεκτρονικές πωλήσεις στην Ελλάδα, χρησιμοποιεί δικά του κανάλια (sites ή εφαρμογές) για τις πωλήσεις.
Μάλιστα, το ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων με ψηφιακές πωλήσεις που χρησιμοποιούν marketplaces τρίτων για να διοχετεύσουν τα προϊόντα τους στην αγορά ανέρχεται στο 55%.
Το ποσοστό της Ελλάδας είναι ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στη Νότια και Κεντρική Ευρώπη. Για παράδειγμα, ξεπερνάει σημαντικά χώρες με τεράστια παράδοση στο ηλεκτρονικό εμπόριο, όπως η Γερμανία (51%), η Γαλλία (27%), η Ολλανδία (32%) και το Βέλγιο (31%).
Στις χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης (π.χ. Εσθονία 97%, Δανία 96%), οι επιχειρήσεις επενδύουν σχεδόν καθολικά στα δικά τους αυτόνομα κανάλια και χρησιμοποιούν ελάχιστα τα marketplaces.
Το νέο δίευρω
Την ίδια ώρα, πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου εκτός ΕΕ, όπως Temu και Shein, απασχολούν σταθερά τους Έλληνες επιχειρηματίες αλλά και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Υπενθυμίζεται ότι οι Βρυξέλλες θα προσθέσουν μία ακόμη επιβάρυνση στις ηλεκτρονικές αγορές από χώρες εκτός ΕΕ: το νέο τέλος διαχείρισης 2 ευρώ, το οποίο εφαρμόζεται από την Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2026.
Το τέλος αποσκοπεί στην κάλυψη του κόστους των τελωνειακών υπηρεσιών για τη διαχείριση των εισαγόμενων δεμάτων ηλεκτρονικού εμπορίου και την ολοκλήρωση των διαδικασιών εισαγωγής τους στην ευρωπαϊκή αγορά.


Η κινεζική… απειλή στο ηλεκτρονικό εμπόριο
Σε μια περίοδο έντονης οικονομικής αβεβαιότητας και υψηλού κόστους ζωής, οι καταναλωτές γίνονται πιο επιλεκτικοί, περιορίζοντας τις αγορές τους. Ταυτόχρονα στρέφονται σε φθηνότερες εναλλακτικές.
Αποτέλεσμα: ο άνισος ανταγωνισμός μεταξύ τοπικών ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και πωλητών τρίτων χωρών – ιδίως από Κίνα.
Γι’ αυτό και το σημαντικότερο μέτρο που αναδεικνύουν οι σύνδεσμοι ευρωπαϊκου εμπορίου στην έρευνα είναι η άρση απαλλαγής από δασμούς για δέματα αξίας κάτω των 150 ευρώ, που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιουλίου 2026.
Είναι όμως αυτό αρκετό;
Ζητούμενο η ανταγωνιστικότητα
Από την πλευρά του, ο Μάκης Σαββίδης, αντιπρόεδρος του Ελληνικού Συνδέσμου Ηλεκτρονικού Εμπορίου, δήλωσε ότι «η κατάργηση της δασμολογικής απαλλαγής των 150 ευρώ αποτελεί μια σημαντική εξέλιξη, η οποία μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων που εδρεύουν στην ΕΕ και των διεθνών ανταγωνιστών τους».
Ειδικά για την Ελλάδα ο ίδιος σημείωσε ότι «το μέτρο αυτό ενδέχεται να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, ιδίως έναντι των εισαγωγών χαμηλού κόστους», παραπέμποντας στις κινεζικές πλατφόρμες.
«Ταυτόχρονα θα είναι κρίσιμο να διασφαλιστεί ότι η εφαρμογή του θα παραμείνει αποδοτική και δεν θα δημιουργήσει πρόσθετη διοικητική επιβάρυνση, ιδιαιτέρως για τις μικρότερες επιχειρήσεις», πρόσθεσε.
Το «δίευρω» θα κάνει τη διαφορά;
Τα πρώτα ευρωπαϊκά στοιχεία, σύμφωνα με τον ΕΣΠ, δείχνουν ότι μειώνονται τα μικροδέματα, αλλά οι πλατφόρμες προσαρμόζονται.
Αναφορικά με το νέο… «δίευρω» ο Εμπορικός Σύλλογος Πειραιά επισημαίνει ότι η μείωση των μικροδεμάτων δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη μείωση των πωλήσεων των πλατφορμών ή μεταφορά τζίρου στις ευρωπαϊκές εμπορικές επιχειρήσεις.
Προσθέτει δε ότι επιβολή επιπλέον επιβαρύνσεων αποτελεί μόνο ένα μέρος της αναγκαίας ευρωπαϊκής και εθνικής παρέμβασης στον αθέμιτο ανταγωνισμό που ασκείται από τις μεγάλες διεθνείς ψηφιακές πλατφόρμες.
Ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Πειραιώς, Θoδωρής Καπράλος, δήλωσε: «Η επιβολή των 3 ευρώ και η προσθήκη του νέου τέλους των 2 ευρώ αποτελούν βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν αρκούν από μόνα τους για να αντιμετωπιστούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Οι μεγάλες διεθνείς πλατφόρμες αποδεικνύουν ότι μπορούν να προσαρμόζονται γρήγορα, αλλάζοντας τον τρόπο εισαγωγής και διακίνησης των προϊόντων τους».
Η εικόνα στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, οι πρώτες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μείωση των απευθείας αφίξεων μικροδεμάτων από την Κίνα μετά την 1η Ιουλίου.
Ωστόσο, τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν επιτρέπουν ακόμη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων για την πραγματική επίδραση του νέου δασμού στον τζίρο των μικρομεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων, καθώς η πορεία της αγοράς επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες.
Όπως τόνισε ο Θoδωρής Καπράλος, «ελληνικό εμπόριο δεν ζητά να προστατευθεί από τον ανταγωνισμό. Ζητά να μπορεί να ανταγωνίζεται επί ίσοις όροις. Και η επιτυχία των ευρωπαϊκών μέτρων θα κριθεί όχι μόνο από τη μείωση των μικροδεμάτων, αλλά από το αν θα αποκατασταθούν στην πράξη συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά».
Πηγή: ot.gr





