Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ αποτελούν ανάχωμα στην τάση κάθε ανθρώπου πάνω στη Γη προς την ύβριν. Αποσκοπούν να «τιμωρήσουν» τον πρόεδρο των ΗΠΑ για αστοχίες και λάθη διορθώνοντας την πλειοψηφία στο Κογκρέσο, ώστε κανένας πρόεδρος να μην έχει στα δύο νομοθετικά σώματα, Γερουσία και Βουλή των Αντιπροσώπων, πλειοψηφία του κόμματος όπου ο ίδιος ανήκει.
Απώτερος στόχος είναι να βρίσκονται υπό συνεχή διαπραγμάτευση νομοθετική και εκτελεστική εξουσία ώστε να πετυχαίνουν το καλύτερο για το έθνος. Πώς επιτυγχάνεται ο στόχος; Παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, με συνεχείς εκλογές, θητείες και αμοιβαίο έλεγχο. Οι ενδιάμεσες εκλογές είναι χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογής των ελέγχων και εξισορροπήσεων (checks and balances) του αμερικανικού πολιτικού συστήματος. Η μία εξουσία ελέγχει την άλλη μέσα από τον διακριτό της ρόλο και όσοι είναι μέλη κάθε εξουσίας επίσης αλληλοελέγχονται.
Η εκτελεστική εξουσία, που εκπροσωπείται από έναν ισχυρότατο πρόεδρο, εκλέγεται κάθε 4 χρόνια για 2 θητείες, αλλά τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων εκλέγονται κάθε 2 χρόνια για να έχουν άμεση επαφή με τον λαό και να λογοδοτούν άμεσα σε αυτόν. Τα μέλη της Γερουσίας εκλέγονται μεν για 6 χρόνια, αλλά σε διαφορετικές χρονιές, γεγονός που ισχύει και για τους δύο γερουσιαστές κάθε πολιτείας. Κάθε δύο χρόνια, σε ζυγά έτη, ανανεώνεται το 1/3 των μελών της Γερουσίας που έχουν εξαντλήσει την εξαετή τους θητεία. Ετσι, κανείς δεν ξέρει ποιος θα κάθεται δίπλα του όταν ψηφίζει νομοσχέδια, κάτι που θεωρείται αντίδοτο για τη διαπλοκή και τη διαφθορά, που βασίζονται καταρχάς στη διάρκεια σε οποιοδήποτε αξίωμα. Και τα δύο νομοθετικά σώματα θα έχουν πάλι εκλογές το 2028 μαζί με τις προεδρικές εκλογές.
Μετά τις τελευταίες προεδρικές εκλογές του 2024, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν μια οριακή πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων με τις 435 έδρες, 220-215. Στη Γερουσία των 100 εδρών (2 ανά πολιτεία), οι Ρεπουμπλικανοί έχουν πλειοψηφία 53-47. Το 2026 κρίνονται 33 έδρες και δύο ειδικές εκλογές (Οχάιο και Φλόριντα), συνολικά 35. Δεν συμβαίνει συχνά να ελέγχει το ίδιο κόμμα την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία. Οταν συμβαίνει, η περίοδος χάριτος διαρκεί περίπου δύο χρόνια. Σίγουρα, και σε αυτές τις εκλογές, η ποιότητα των υποψηφίων είναι καθοριστική. Σε πολιτείες όπως η Βόρεια Καρολίνα, το Μέιν, η Αλάσκα, το Οχάιο, οι Δημοκρατικοί έχουν σημαντικές πιθανότητες να ανατρέψουν ρεπουμπλικανικές έδρες, ενώ πολιτείες όπως η Αϊόβα και το Τέξας δεν θεωρούνται πλέον «σίγουρες» για τους Ρεπουμπλικανούς.
Η πλευρά των Δημοκρατικών
Στις προσεχείς ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 (πάντα την πρώτη Τρίτη μετά την πρώτη Δευτέρα), το Κόμμα των Δημοκρατικών προσδοκά να πάρει άνετη πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου σαν μια έμμεση ψήφο μομφής κατά του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Η αναμέτρηση προδίδει έντονη πόλωση. Ταυτόχρονα, οι Αμερικανοί πιέζονται οικονομικά, δεν εμπιστεύονται τους θεσμούς, είναι επιφυλακτικοί απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη, αντιμετωπίζουν αρνητικά τους μετανάστες, βλέπουν περισσότερους άστεγους και αυξημένη εγκληματικότητα. Μικρό ρόλο παίζει η εξωτερική πολιτική – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (π.χ. Βιετνάμ) – γιατί εκεί υπάρχει συναίνεση των δύο κομμάτων (bipartisanship) από τότε που διαπραγματεύονταν την ίδρυση του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, οι ενδιάμεσες εκλογές του 2026 δεν θα είναι περίπατος για τους Δημοκρατικούς, παρότι η δημοτικότητα του Τραμπ κινείται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα (32%-35%).
Καταρχάς, δεν έχουν αρθεί οι λόγοι για τους οποίους εξελέγη πρόεδρος ο Τραμπ στην πρώτη και τη δεύτερη θητεία του. Η πολιτική ορθότητα, η woke ατζέντα, η χαλαρή μεταναστευτική πολιτική, η πριμοδότηση κάθε λογής μειονοτήτων, ανήκουν στα θέματα που καταψηφίστηκαν στην κάλπη. Αν το 2016 και το 2024 πήγαινε κανείς εκτός Νέας Υόρκης ή άλλων μεγάλων αστικών κέντρων της Ανατολικής και Δυτικής Ακτής, θα το αντιλαμβανόταν αμέσως. Οι Αμερικανοί έβραζαν από θυμό και απογοήτευση βλέποντας το υψηλό κόστος ζωής πασπαλισμένο με λογύδρια για τις υποχρεώσεις τους έναντι των ξένων και των μειονοτήτων. Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί δεν έχουν μελετήσει την επανειλημμένη ήττα τους από τον Τραμπ και τους Ρεπουμπλικανούς. Θεωρούν ακόμη ότι η ήττα οφείλεται αποκλειστικά σε δικά τους λάθη και όχι σε ορισμένα εύστοχα επιχειρήματα της άλλης πλευράς. Επιπλέον, αγκαλιάζουν πολιτικές αντιφατικές μεταξύ τους και ο ανταγωνισμός μεταξύ των πιθανών αντιπροσώπων στο Κογκρέσο είναι πολλές φορές άσχετος με τις αρχές του Κόμματος.
REUTERS/Jonathan Ernst
Τα τρία στοιχήματα
Το πρώτο στοίχημα των προσεχών ενδιάμεσων εκλογών θα αφορά την ακρίβεια. Σύμφωνα με το Ιδρυμα Brookings, η πτώση της αποδοχής του Τραμπ οφείλεται εν πολλοίς στη δυσαρέσκεια των πολιτών για το κόστος ζωής και την παύση της κοινωνικής κινητικότητας λόγω της οικονομικής του πολιτικής που ευνοεί τους υπερ-πλούσιους. Η τάση επιτείνεται με τη διαφήμιση της τεχνητής νοημοσύνης γιατί οι φουσκωμένοι λογαριασμοί ρεύματος και νερού βαραίνουν τους πολίτες που αγωνιούν για το ήδη δυσθεώρητο κόστος ζωής. Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται για πρώτη φορά από το 2010 πιο αξιόπιστοι από τους Ρεπουμπλικανούς στη διαχείριση της οικονομίας.
Το δεύτερο διακύβευμα των εκλογών του Νοεμβρίου 2026 είναι η καχυποψία απέναντι στην παραπληροφόρηση, που επιδεινώνεται με την τεχνητή νοημοσύνη. Αν η καρδιά της αμερικανικής δημοκρατίας κτυπά στην πρώτη τροπολογία του Συντάγματος (Bill of Rights) που αφορά την ελευθερία της έκφρασης, τότε η σύγχυση μεταξύ ψεύτικου και αληθινού είναι ζωτικής σημασίας για την πρόσβαση στην πληροφόρηση.
Το τρίτο στοιχείο που κρίνεται είναι η πιθανή μετακίνηση της εβραϊκής ψήφου. Ο Τραμπ έχει σταθεί δίπλα στον Μπενιαμίν Νετανιάχου σε έναν δύσκολο πόλεμο, όπως φάνηκε πρόσφατα από την αποχώρηση 77 διπλωματικών αντιπροσωπειών – σχεδόν της μισής ΓΣ του ΟΗΕ – από την ομιλία του πρωθυπουργού του Ισραήλ στα Ηνωμένα Εθνη λόγω του πολέμου στη Γάζα. Ισως για πρώτη φορά οι Εβραίοι στις ΗΠΑ θα αντιμετωπίσουν δίλημμα αν θα παραμείνουν στους Δημοκρατικούς, όπου στεγάζονται συνήθως στους Liberals, ή αν θα μεταστραφούν στους Ρεπουμπλικανούς – είχε συμβεί και επί Νίξον. Σύμφωνα με το ίδρυμα Pew, 70% της εβραϊκής ψήφου κατευθύνεται στους Δημοκρατικούς και μόνον 26% – κυρίως ορθόδοξων Εβραίων – στους Ρεπουμπλικανούς. Ωστόσο ο προβληματισμός πολλών για την άνοδο του αντισημιτισμού, τους κινδύνους που διατρέχει το Ισραήλ, τον πόλεμο με το Ιράν και τον Λίβανο, μπορεί να στρέψει αρκετούς στους Ρεπουμπλικανούς.
Παράλληλα, η μεγαλόστομη πολιτική εναντίον των μεταναστών κυρίως από τη Λατινική Αμερική, μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τον Τραμπ που παίζει αριστοτεχνικά τη διαιρετική τομή (cleavage) μεταξύ νεότερων και παλαιότερων μεταναστευτικών ομάδων. Επειδή η μετανάστευση από τον Νότο πιέζει τα σύνορα των ΗΠΑ απειλώντας να αλλάξει την ομολογία (καθολικισμός) και τη γλώσσα (ισπανικά) της πλειονότητας των Αμερικανών, μπορεί να βρει ανταπόκριση σε έναν λαό που καταψήφισε τη μετανάστρια από την Ινδία Κάμαλα Χάρις. Για όσους Ευρωπαίους ανατριχιάζουν με την αμερικανική αντιμεταναστευτική πολιτική, αρκεί να θυμηθούμε τον Νόμο περί Μετανάστευσης Johnson-Reed του 1924 με τον οποίο απαγορευόταν να μεταναστεύσουν στις ΗΠΑ όσοι ανήκαν σε έθνη από τα οποία είχαν πάρει ήδη πολλούς μετανάστες και πως τα σύνορα της χώρας άνοιξαν ξανά έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια. Μεταξύ άλλων και για τους Εβραίους, που έβρισκαν κλειστά τα σύνορα των ΗΠΑ όταν τους καταδίωκαν συντονισμένα οι Γερμανοί Ναζί.
REUTERS/Jonathan Ernst
Επένδυση στα «swing states»
Ο Τραμπ ελέγχει για την ώρα την εκτελεστική εξουσία και έχει ένα φιλικό Κογκρέσο. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να εκταμιεύσει κονδύλια για πολιτείες με αμφίρροπη στάση, τα λεγόμενα swing states. Σε αυτή τη λογική εντάσσονται π.χ. οι πόροι ύψους $52 εκατομμυρίων προς τις πολιτείες του Οχάιο και του Τέξας, που μπορεί να αλλάξουν παρ’ όλα αυτά κόμμα στις ενδιάμεσες εκλογές. To Οχάιο είναι κλασικό swing state, το Τέξας όχι. Το τελευταίο, όμως, είναι κλασικά «κόκκινο», δηλαδή ρεπουμπλικανικό, οπότε προκαλεί εντύπωση η μεταστροφή του. Και οι δύο πολιτείες είχαν ψηφίσει Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους και τον ίδιο τον Τραμπ το 2024.
Ο Τραμπ θα τιμωρηθεί για τις πολιτικές του παλινωδίες, αλλά όχι περισσότερο από άλλους αμερικανούς προέδρους. Οι επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές θα αποκαλύψουν ποια θέματα απασχολούν περισσότερο τους αμερικανούς πολίτες συνιστώντας πρόκριμα για τους υποψηφίους των δύο κομμάτων στις επόμενες προεδρικές εκλογές. Οι θέσεις των πιθανών υποψηφίων δεν μπορεί, όμως, να κριθούν από τώρα. Θα περιμένουμε τις προκριματικές εκλογές των κομμάτων το 2028 για να δούμε ποια προσωπικότητα έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να πάρει το κομματικό χρίσμα και να εκλεγεί o 48ος πρόεδρος των ΗΠΑ. Και όπως πάντα, μπορεί να έχουμε εκπλήξεις.
Πρώτη δημοσίευση: 17/10/2026 (έντυπο)
Πηγή: tanea.gr





