Μια πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι η επαφή με τον σκύλο ίσως έχει μεγαλύτερη αξία πριν εμφανιστεί η πίεση και όχι μόνο μετά.
Το βασικό ερώτημα των ερευνητών ήταν αν η αλληλεπίδραση με το κατοικίδιο επηρεάζει μόνο το πώς νιώθει κάποιος ψυχολογικά ή αν μπορεί να τροποποιεί και τη βιολογική απόκριση του οργανισμού στο στρες. Το ενδιαφέρον δεν περιορίστηκε στην αίσθηση ανακούφισης, αλλά επεκτάθηκε στον τρόπο με τον οποίο το σώμα προετοιμάζεται για την επόμενη στρεσογόνα κατάσταση.
Στο πείραμα συμμετείχαν 64 ιδιοκτήτες σκύλων, οι οποίοι προσήλθαν στο εργαστήριο μαζί με το ζώο τους. Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε δύο διαφορετικές δοκιμασίες που είχαν σχεδιαστεί ώστε να προκαλέσουν πίεση και να ενεργοποιήσουν μετρήσιμες αντιδράσεις στρες. Συγκεκριμένα, κλήθηκαν να απαντήσουν γρήγορα σε ερωτήσεις και να κάνουν αντίστροφη μέτρηση φωναχτά, ενώ οι ερευνητές παρακολουθούσαν την απόδοσή τους και έδιναν αρνητική ανατροφοδότηση. Το πλαίσιο αυτό χρησιμοποιήθηκε για να δημιουργηθεί μια ελεγχόμενη, αλλά απαιτητική εμπειρία.
Μετά από κάθε στρεσογόνο δοκιμασία, ακολουθούσε χρόνος με τον σκύλο. Σε μία συνθήκη, οι ιδιοκτήτες μπορούσαν να χαϊδέψουν το κατοικίδιό τους και να αλληλεπιδράσουν ελεύθερα. Στην άλλη, ο σκύλος ήταν παρών δίπλα τους, αλλά χωρίς να επιτρέπεται η σωματική επαφή.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές επιδίωξαν να ξεχωρίσουν αν αρκεί η απλή παρουσία του ζώου ή αν το άγγιγμα είναι ο παράγοντας που κάνει τη διαφορά. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας καταγράφηκαν καρδιακός ρυθμός, μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού και εγκεφαλική δραστηριότητα, ενώ οι συμμετέχοντες περιέγραψαν και το πώς αισθάνονταν.
Τι μετρήθηκε στο σώμα και γιατί έχει σημασία
Ένας από τους βασικούς δείκτες της μελέτης ήταν η μεταβλητότητα καρδιακού ρυθμού, γνωστή ως HRV. Ο δείκτης αυτός χρησιμοποιείται συχνά στην έρευνα για να εκτιμηθεί πόσο καλά μπορεί ο οργανισμός να προσαρμόζεται στις εναλλαγές πίεσης και να επιστρέφει σε κατάσταση ηρεμίας.
Υψηλότερη HRV συνδέεται γενικά με καλύτερη ρύθμιση του στρες, ενώ χαμηλότερη μπορεί να υποδηλώνει ότι το σώμα δυσκολεύεται περισσότερο να ανταποκριθεί ευέλικτα. Γι’ αυτό και οι μετρήσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στο τι ένιωθαν οι συμμετέχοντες, αλλά και στο πώς αντιδρούσε το νευρικό και καρδιαγγειακό τους σύστημα.
Το πρώτο αποτέλεσμα δεν ήταν το αναμενόμενο
Το αρχικό εύρημα της μελέτης δεν επιβεβαίωσε την πιο προφανή υπόθεση. Μετά την πρώτη στρεσογόνα δοκιμασία, το χάιδεμα του σκύλου δεν φάνηκε να προσφέρει πιο γρήγορη άμεση αποφόρτιση σε σχέση με την απλή παρουσία του. Οι συμμετέχοντες, είτε άγγιζαν τον σκύλο τους είτε όχι, εμφάνισαν παρόμοια πορεία επαναφοράς στον καρδιακό ρυθμό και στην εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό σημαίνει ότι η σωματική επαφή δεν λειτούργησε ως άμεσος μηχανισμός ταχύτερης χαλάρωσης αμέσως μετά το στρες.
Το στοιχείο αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί δείχνει ότι η θετική επίδραση του κατοικιδίου δεν είναι απαραίτητα τόσο απλή όσο συχνά υποθέτουμε. Η ανακούφιση δεν φάνηκε έντονα στο «μετά» της πρώτης δοκιμασίας, αλλά σε αυτό που ακολούθησε.
Η ουσιαστική διαφορά εμφανίστηκε πριν από το επόμενο στρες
Η σημαντικότερη παρατήρηση προέκυψε στη δεύτερη δοκιμασία. Όσοι είχαν προηγουμένως χαϊδέψει τον σκύλο τους έδειξαν πιο ήπια φυσιολογική αντίδραση όταν βρέθηκαν ξανά σε συνθήκες πίεσης. Στη δεύτερη στρεσογόνα πρόκληση καταγράφηκε χαμηλότερος καρδιακός ρυθμός και υψηλότερη HRV σε εκείνους που είχαν σωματική επαφή με το κατοικίδιό τους. Παράλληλα, η εγκεφαλική τους δραστηριότητα εμφάνισε λιγότερα μοτίβα που σχετίζονται με την ένταση.
Με απλά λόγια, η επαφή με τον σκύλο δεν φάνηκε να αλλάζει θεαματικά την άμεση αποκατάσταση μετά από ένα αγχωτικό γεγονός. Φάνηκε όμως να βοηθά το σώμα να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση για να αντιμετωπίσει το επόμενο.
Πρακτική σημασία στην καθημερινότητα
Το συμπέρασμα των ερευνητών δεν είναι ότι ο σκύλος αποτελεί άμεση «θεραπεία» για κάθε μορφή στρες. Η εικόνα που προκύπτει είναι πιο συγκεκριμένη: η σωματική επαφή με το κατοικίδιο μπορεί να λειτουργεί προληπτικά, προετοιμάζοντας τον οργανισμό για ό,τι έρχεται.
Αυτό έχει πρακτική σημασία για την καθημερινότητα. Αντί να αντιμετωπίζεται ο χρόνος με τον σκύλο μόνο ως επιβράβευση στο τέλος μιας δύσκολης ημέρας, ίσως αξίζει να εντάσσεται και πριν από στιγμές έντασης, όπως μια συνάντηση, μια εξέταση ή μια απαιτητική εργασία.
Όταν το σώμα ξεκινά από πιο ισορροπημένη βάση, είναι πιθανό να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τις επόμενες απαιτήσεις. Η επαφή με το ζώο μοιάζει να βοηθά σε αυτή τη ρύθμιση, ακόμη κι αν η επίδραση δεν φαίνεται αμέσως στο επίπεδο της συνειδητής αίσθησης χαλάρωσης.
Ο ρόλος της παρουσίας και της οπτικής επαφής
Η μελέτη κατέγραψε και ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο. Όταν οι συμμετέχοντες δεν μπορούσαν να αγγίξουν τον σκύλο τους, περνούσαν περισσότερο χρόνο κοιτάζοντάς τον. Αυτό ενισχύει την ιδέα ότι ακόμη και η απλή παρουσία του ζώου μπορεί να προσφέρει αίσθηση ασφάλειας ή συναισθηματική σταθερότητα. Ωστόσο, οι ερευνητές δεν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η οπτική επαφή από μόνη της έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το χάδι.
Με βάση τα δεδομένα, η παρουσία του σκύλου φαίνεται χρήσιμη, αλλά η σωματική επαφή μοιάζει να ενισχύει περισσότερο τη φυσιολογική προετοιμασία απέναντι στο επόμενο στρες. Για πολλούς ιδιοκτήτες, αυτό εξηγεί γιατί ένα σύντομο χάδι μπορεί να λειτουργεί ως σταθερό σημείο ηρεμίας μέσα στην ημέρα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα ευρήματα προέρχονται από εργαστηριακές συνθήκες και από συγκεκριμένο τύπο στρεσογόνων δοκιμασιών. Επομένως, χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να φανεί αν το ίδιο πρότυπο ισχύει με τον ίδιο τρόπο και στην πραγματική καθημερινότητα.
Επιπλέον, το δείγμα δεν ήταν ιδιαίτερα ποικιλόμορφο, καθώς οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν γυναίκες λευκής ευρωπαϊκής καταγωγής. Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν και σε διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες. Παρά τους περιορισμούς, το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές. Η σχέση με τον σκύλο δεν φαίνεται να έχει μόνο συναισθηματική αξία μετά από μια δύσκολη στιγμή, αλλά ενδέχεται να παίζει ρόλο και στην προετοιμασία του οργανισμού πριν από αυτήν.
Πηγή: allyou.gr





