Δύο γεγονότα μέσα σε διάστημα μικρότερο εβδομάδας ανέδειξαν με σαφήνεια την ευρωπαϊκή εξάρτηση από την αμερικανική διαστημική τεχνολογία. Αρχικά, οι περιορισμοί στο δίκτυο δορυφορικών επικοινωνιών Starlink του Ίλον Μασκ επηρέασαν ουκρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στη συνέχεια, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, Άντριου Πάζντερ, προειδοποίησε για «καταστροφικά» αντίποινα εάν η ΕΕ προχωρήσει σε σχέδια που ευνοούν ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατά την ανανέωση αδειών για συχνότητες δορυφορικών επικοινωνιών.
Τα δύο περιστατικά αποτυπώνουν ένα κοινό πρόβλημα: η εξάρτηση από υποδομές που ελέγχονται εκτός Ευρώπης δημιουργεί κινδύνους τόσο για την ασφάλεια όσο και για την οικονομία της. Η Ουάσιγκτον, υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, επιδιώκει να προστατεύσει τις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες από ευρωπαϊκούς κανονισμούς. Ωστόσο, οι πιέσεις αυτές ενισχύουν τα επιχειρήματα όσων ζητούν από τις Βρυξέλλες να αναπτύξουν δικές τους αξιόπιστες εναλλακτικές.

Το Starlink καταδεικνύει το χάσμα με τις ΗΠΑ
Η δημιουργία μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής διαστημικής βιομηχανίας δεν είναι απλή υπόθεση. Στη χαμηλή γήινη τροχιά, όπου βρίσκονται δορυφόροι που παρέχουν γρήγορη σύνδεση στο διαδίκτυο, η SpaceX έχει αποκτήσει σημαντικό προβάδισμα. Η εταιρεία επένδυσε νωρίς στην αγορά και αξιοποίησε την κλίμακα των εκτοξεύσεών της για να μειώσει το κόστος.
Το 2025, η SpaceX πραγματοποίησε 170 εκτοξεύσεις, ενώ οι ευρωπαϊκοί πάροχοι μόλις οκτώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτουν οι Financial Times. Η διαφορά αντανακλά τις αδυναμίες της Ευρώπης στις εκτοξεύσεις, στην παραγωγή δορυφόρων και στην ανταγωνιστικότητα του κόστους. Για την Ουκρανία, η εξάρτηση αυτή έχει άμεση επιχειρησιακή διάσταση: η δυνατότητα πρόσβασης σε κρίσιμες επικοινωνίες μπορεί να επηρεάσει την αεράμυνα και τις επιχειρήσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη.


Η ευρωπαϊκή αγορά ως μοχλός ανάπτυξης
Η ΕΕ θα μπορούσε να περιορίσει μέρος της απόστασης αξιοποιώντας το μέγεθος της ενιαίας αγοράς της. Η εξασφάλιση σταθερής ζήτησης για ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούσε να ενθαρρύνει επενδύσεις και να συμβάλει στη μείωση του κόστους. Σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται η διάθεση μέρους του ραδιοφάσματος για δορυφορικές συνδέσεις απευθείας με συσκευές σε ευρωπαϊκούς παρόχους.
Τη Δευτέρα, τέσσερις μεγάλοι τηλεπικοινωνιακοί όμιλοι της Ευρώπης ανακοίνωσαν σχέδια για κοινή διεκδίκηση σχετικών συχνοτήτων. Ωστόσο, η προνομιακή πρόσβαση στην αγορά δεν αρκεί από μόνη της. Η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερη παραγωγική δυναμικότητα, περισσότερους ανταγωνιστικούς παρόχους εκτοξεύσεων και καλύτερο συντονισμό των προμηθειών. Για να καλυφθεί το αρχικό μειονέκτημα κόστους, ενδέχεται επίσης να απαιτηθεί στοχευμένη δημόσια χρηματοδότηση.


Από τα προγράμματα στην ανταγωνιστική βιομηχανία
Υπάρχουν ήδη πρωτοβουλίες προς αυτή την κατεύθυνση. Το πρόγραμμα IRIS² φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα ευρωπαϊκό δίκτυο ασφαλών δορυφορικών επικοινωνιών, ενώ η νέα στρατηγική της ΕΕ για την Αρκτική δίνει έμφαση και στις διαστημικές εγκαταστάσεις και υπηρεσίες εκτόξευσης. Παράλληλα, έχουν αυξηθεί οι διαθέσιμοι πόροι για ευρωπαϊκά διαστημικά προγράμματα.
Το ζητούμενο είναι αυτές οι πρωτοβουλίες να οδηγήσουν σε μια ενιαία, ανταγωνιστική βιομηχανία και όχι να παραμείνουν κατακερματισμένα εθνικά έργα που προστατεύουν υφιστάμενους παίκτες. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να αντιγράψει κάθε πτυχή της αμερικανικής διαστημικής βιομηχανίας ούτε να αποκλείσει τους ξένους ανταγωνιστές. Χρειάζεται, όμως, αξιόπιστες εναλλακτικές σε τεχνολογίες κρίσιμες για την ασφάλεια και την οικονομική ανθεκτικότητά της. Η υπόθεση Starlink καθιστά σαφές ότι η ανάπτυξή τους δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μακρινός στόχος.
Πηγή: ot.gr





