Οι εικόνες από τις διαδηλώσεις στην Ευρώπη, που έκαναν τον γύρο του κόσμου, δεν ήταν πρωτόγνωρες για τους έλληνες παρατηρητές. Η μαζικότητα και η αστυνομική βία, οι οδομαχίες και οι καταστροφές σε τοπόσημα των πόλεων, οι λεηλασίες σε μικρότερα και μεγαλύτερα μαγαζιά σε Παρίσι και Μιλάνο, έφεραν πίσω μνήμες – τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια στη χώρα που βίωσε τη μακρύτερη περίοδο λιτότητας από όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ, τα οποία βρέθηκαν σε παρόμοιες δημοσιονομικές συνθήκες, δεν ξεχνιούνται, προφανώς, τόσο εύκολα.
Τόσο οικείες ήταν οι εικόνες από τις διαδηλώσεις, που ακόμα και μία από τις φωτογραφίες που «πειράχθηκαν» με ΑΙ για να τοποθετηθεί, τάχα, ο Ροζ Πάνθηρας, διαπιστώθηκε πως ήταν του βραβευμένου Αλκη Κωνσταντινίδη, από τα αθηναϊκά επεισόδια του 2010.
Στην αυθεντική εικόνα, που είναι τραβηγμένη 16 χρόνια πριν, κανείς δεν φοράει στολή καρτούν, όμως η μολότοφ στο χέρι του διαδηλωτή είναι πολύ πραγματική. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, στον απόηχο της γενικευμένης αναταραχής, εκτιμούσαν πως το κύμα οργής και βίας θα έφτανε ξανά στην Ελλάδα.
Οι καταστηματάρχες στο κέντρο της πρωτεύουσας έκρυψαν τις βιτρίνες τους πίσω από διπλά τζάμια και σκοτεινά παντζούρια, ώστε να μην πάθουν όσα έζησαν οι συνάδελφοί τους σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ή σε άλλες εποχές. Οι πολιτικές δυνάμεις πήραν θέσεις μάχης, προτού καλά – καλά ξεκινήσει η διαμαρτυρία των νέων. Το μαθητικό συλλαλητήριο της Τετάρτης, όμως, τους διέψευσε -τουλάχιστον για την ώρα.
Κρας τεστ σε Ελλάδα και Ευρώπη
Τι ήταν αυτό που περίμεναν πως θα συμβεί; Οι περισσότεροι, ακόμα και στις δημόσιες αντιπαραθέσεις τους, αναφέρονταν στον Δεκέμβριο του 2008: στον τρόπο που τότε οι νέοι είχαν ξεχυθεί στον δρόμο. Από την αρχή, όμως, αυτή η σύγκριση δεν ήταν απολύτως εύστοχη.
Εκείνες τις μέρες στην Ελλάδα δεν υπήρχε ακόμα οικονομική κρίση – το πραγματικό ποσοστό του ελλείμματος θα αποκαλυπτόταν περίπου ενάμιση χρόνο αργότερα. Η διαμαρτυρία των 16χρονων εκείνης της εποχής (που σήμερα είναι περίπου 35 ετών) δεν είχε να κάνει με την ακρίβεια και το κόστος ζωής: είδαν, στη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, ένα κενό στο σύστημα που υποτίθεται πως θα προστάτευε μια γενιά που μεγάλωνε «στο τέλος της Ιστορίας».
Πολλοί εξ όσων συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις προέρχονταν από οικογένειες μεσαίας ή ανώτερης τάξης και, σίγουρα, δεν είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια σε καθεστώς πολυκρίσεων, όπως οι σημερινοί 16άρηδες στη Γαλλία. Η βία εκείνων των ημερών αιτιολογήθηκε εκ των υστέρων ως η πρώτη πράξη μιας κοινωνίας που είχε φτάσει σε τέλμα και έσκασε την περίοδο των μνημονίων. Παρά τις ωσμώσεις που έγιναν τότε και διαμόρφωσαν τα στρατόπεδα των επόμενων ετών, ωστόσο, το κίνητρο των διαδηλώσεων δεν ήταν οικονομικό.
Και οι δύο περιπτώσεις έχουν, πάντως, γενεαλογικά χαρακτηριστικά: στη Γαλλία, για παράδειγμα, είναι η ηλικιακή ομάδα των νεαρών ενηλίκων (έως 30 ετών) που πρωταγωνιστεί στις κινητοποιήσεις.
Σύμφωνα με έρευνα της Ιpsos, που δημοσιεύθηκε στις αρχές του μήνα, το 76% δηλώνει ανήσυχο για τη συνολική κατάσταση στη Γαλλία, το 74% εκφράζει φόβους για τις διεθνείς εξελίξεις και τη γεωπολιτική αστάθεια, ενώ 8 στους 10 έχουν σκεφτεί να χτίσουν την ζωή τους στο εξωτερικό. Σχεδόν το ⅓ της ίδιας γενιάς θεωρεί ότι η ψήφος της δεν αλλάζει κάτι. Βλέπει, με άλλα λόγια, την πολιτική διαδικασία ως ανεπαρκή.
Ενα πολιτικά ετερόκλητο πλήθος
Το 2026, οι ευρωπαίοι διαδηλωτές ίσως θυμίζουν περισσότερο εκείνους που κατέκλυσαν τους δρόμους της Αθήνας πριν από 16 χρόνια – πρώτα, στις μεγάλες πορείες που, μετά την τραγωδία της Μαρφίν, άρχισαν να ατονούν και έπειτα στις σκηνές των Αγανακτισμένων, στην πάνω και στην κάτω πλατεία.
Τότε, όπως και τώρα, η πλειονότητα των διαδηλωτών κατέβαινε για πρώτη φορά σε διαδήλωση και αποτελούσε ένα πολιτικά ετερόκλητο πλήθος: στην Αθήνα, με μερικά τετραγωνικά μέτρα απόσταση, συνυπήρχαν αριστεροί, δεξιοί, ακροδεξιοί και πολίτες που είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ιδεολογίες.
Στη Γαλλία, με βάση τα στοιχεία του γαλλικού υπουργείου Δικαιοσύνης, το 70% των συλληφθέντων δεν είχε καμία επίσημη πολιτική ένταξη. Από την άλλη, το ηλικιακό μείγμα είναι διαφορετικό: τότε, στην ελληνική πρωτεύουσα, μαζί με τους φοιτητές κατέβηκαν όλοι όσοι είδαν την καθημερινότητα και το εισόδημά τους να αλλάζει προς το χειρότερο.
Σύμφωνα με την έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου και του LSE για τους διαδηλωτές εκείνων των πλατειών, η πλειονότητά τους ήταν μεταξύ 25 και 49 ετών, στις πιο παραγωγικές ηλικίες – μόλις 13% ήταν φοιτητές, ενώ οι περισσότεροι ήταν ιδιωτικοί υπάλληλοι (24%), συνταξιούχοι, δημόσιοι υπάλληλοι και άνεργοι (περίπου 15% και 14%).
Η δημογραφική σύνθεση και η μνημονιακή εμπειρία
Η διαφορά στη δημογραφική σύνθεση και στη συλλογική μνημονιακή εμπειρία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το ευρωπαϊκό μοτίβο δεν επαναλήφθηκε την Τετάρτη στο πρώτο μαθητικό συλλαλητήριο.
Στην Ελλάδα, η γενιά που διαδηλώνει στη Γαλλία δεν έχει ζήσει κανονικότητα, οι διαρκείς αβεβαιότητες δεν αποτελούν μια απότομη, βίαιη ανατροπή που γεννά εκρήξεις, αλλά συνιστά το μόνιμο φόντο στο οποίο έμαθαν να επιβιώνουν.
Για κάποιους αναλυτές, η σημερινή τους στάση περιγράφεται ως «ωριμότητα» που κατακτήθηκε μέσα από τη συλλογική εμπειρία και από μια τραυματική διαδρομή. Ξέρουν πως η λεηλασία και οι καταστροφές δεν θα φέρουν μείωση των τιμών στα ράφια των σουπερμάρκετ ούτε αύξηση στους μισθούς – για την απουσία της βίας από τη διαμαρτυρία της Τετάρτης συνέβαλε πάντως και το ισχυρό στίγμα του ΚΚΕ στο μαθητικό κίνημα.
Γι’ άλλους, το γεγονός πως οι μαθητές δεν πήραν τη σκυτάλη με τον τρόπο που θα το έκαναν μια δεκαετία πριν είναι και ενδεικτικό της απογοήτευσης: η διάψευση των προσδοκιών την περίοδο των μνημονίων, η αίσθηση της απουσίας εναλλακτικής επειδή όσοι την υποσχέθηκαν δεν κατάφεραν να την εφαρμόσουν, ενίσχυσαν το έλλειμμα εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, στα πρόσωπα και τις πολιτικές δυνάμεις που τους εκπροσωπούν – άρα η οργή δεν έχει νόημα.
Οι πιο απαισιόδοξοι κάνουν λόγο για συλλογική κόπωση, για κοινωνικά όρια που έχουν δοκιμαστεί και τα οποία αποτυπώνονται καλύτερα στην αποχή και στην ιδιώτευση της νέας γενιάς. Φέρνοντας ως παράδειγμα τις διαδηλώσεις των Τεμπών – τις πρώτες μεγάλες σε όγκο και παλμό της μεταμνημονιακής εποχής – και τη μετέπειτα διαχείριση της υπόθεσης και της δικαστικής συνέχειας της τραγωδίας ακόμα και από τους πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών.
Όλοι, ωστόσο, συμφωνούν πως, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μερικά βήματα μπροστά από την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι όροι και οι συνθήκες διαμαρτυρίας έχουν αλλάξει.
Η ειρηνική διαδήλωση και η αποφυγή των εντάσεων
Η απουσία βίας δεν επιβεβαίωσε και κανέναν πολιτικό υπολογισμό. Για την κυβέρνηση, η προοπτική μιας κλιμάκωσης ενδεχομένως να αποτελούσε το ιδανικό αφήγημα συσπείρωσης – ήδη από την προοδευτική αντιπολίτευση την εγκαλούσαν για «προληπτική ετοιμότητα σε προκλήσεις σε βία», σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια εικόνα αστάθειας.
Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορούσε να το εγκαλέσει (εκείνο ήταν, άλλωστε, που βίωσε τη βία της πλατείας το 2010 και το 2011), όμως στην περίπτωση της σύγκρουσης με την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα επιχειρήθηκε και από τις δύο πλευρές μια επανάληψη της περιόδου των μνημονίων: μια φράση του νεολαίου της ΕΛΑΣ Πάνου Λαμπρινίδη-Στάχτου («άντε και στα δικά μας») έγινε αφορμή ο Νίκος Ρωμανός να θυμηθεί μέχρι και τη λεζάντα για το λαμπαδιασμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο του 2008 στην κομματική «Αυγή».
Από την άλλη πλευρά, η προοδευτική αντιπολίτευση στο σύνολό της καταδίκασε εξαρχής την πιθανότητα βίαιων επεισοδίων, όμως πόνταρε στο νεύρο που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο κύμα στους δρόμους, φιλοδοξώντας να είναι αυτή που θα το εκφράσει – γνωρίζοντας πως και η Ακροδεξιά, που εκφράζεται πλέον από τον – άρτι αποφυλακισθέντα, καταδικασμένο για τη διεύθυνση της εγκληματικής οργάνωσης Χρυσή Αυγή – Ηλία Κασιδιάρη, αντλεί τη μεγαλύτερή της δύναμη από τη νέα γενιά και ειδικά από τα αγόρια. Γι’ αυτό η επιθυμητή από όλους ειρηνική και συγκρατημένη στάση των διαδηλωτών, μπορεί να άφησε και όλα τα στρατόπεδα αμήχανα σε επίπεδο αφηγήματος – παρά τις διαβεβαιώσεις για το αντίθετο.
Πηγή: tanea.gr





