Η κορυφαία στιγμή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ ήταν σε προεκλογική ομιλία υπέρ της υποψηφιότητας Τραμπ το 2020 και, ευτυχώς, έχει καταγραφεί για την αιωνιότητα σε βίντεο. Εκεί τη βλέπουμε να υπόσχεται στους ψηφοφόρους, με τον πιο θεατρικό τρόπο της και τη φωνή στεντόρεια, τα καλύτερα που έρχονται (the best is yet to come). Το σχετικό κλιπάκι διαδόθηκε ταχύτατα και το βρίσκεις αμέσως στο Διαδίκτυο, εξαιτίας της κωμικής αντίθεσης μεταξύ της θελκτικής υπόσχεσης και της απολύτως τρομακτικής εκφοράς της, που ακυρώνει την όποια ελκυστικότητα μπορεί να έχει. Εν μέρει δικαιώθηκε, γιατί οι καλύτερες μέρες ήρθαν για την οικογένεια Τραμπ, χάρη στην επανεκλογή του ως προέδρου των ΗΠΑ. Ηρθαν και για την ίδια όμως, παρότι το 2024 ήταν η χρονιά που χώρισε από τον μεγάλο γιο του Τραμπ, με τον οποίον ήταν αρραβωνιασμένη και διατηρούσε σχέση 6 ετών. Ανταμείφθηκε, όμως, με τη μεγάλη ευκαιρία να ξεκινήσει μια τρίτη καριέρα στον ενεργειακό τομέα ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα.
Την τίναξε στον αέρα η ίδια, όμως, με τη βιασύνη που τη χαρακτηρίζει πάντα, ένα είδος ανυπομονησίας στο οποίο διαισθάνεσαι την απελπισία που κρύβει στο βάθος. Διακρίνεται αυτό το χαρακτηριστικό στο σχήμα της επαγγελματικής καριέρας και της προσωπικής ζωής. Δικηγόρος, εισαγγελέας, μοντέλο εσωρούχων, τηλεσχολιάστρια, συγγραφέας («Πώς να είστε ο καλύτερος δικηγόρος του εαυτού σας» και το παιδικό «Η πριγκίπισσα και το κουτάβι της»), μέχρι την περασμένη Τετάρτη ήταν και πρεσβευτής στην Αθήνα.
Η προσωπική ζωή της περιλαμβάνει σύντομους γάμους και σχέσεις πάντα με επιτυχημένους και λίαν ευκατάστατους κυρίους, εκ των οποίων τουλάχιστον δύο είναι εγνωσμένοι ηλίθιοι. Ο πρώτος γάμος της ήταν με τον σημερινό κυβερνήτη της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσαμ, όταν ήταν δήμαρχος του Σαν Φρανσίσκο. Το γεγονός ότι καλύπτει τέτοιο πολιτικό εύρος, από τον Νιούσαμ μέχρι το Ντον Τζούνιορ, σημαίνει ότι είναι συμπεριληπτική στην επιλογή συντρόφων, εφόσον μπορούν να της προσφέρουν τη δυνατότητα της κοινωνικής ανέλιξης. Η κατεύθυνση αλλάζει κατά τις συνθήκες, όμως, η στόχευση είναι σταθερή: φήμη, εξουσία, χρήμα.
Εκανε όμως και προβλέψεις που δικαιώθηκαν απολύτως, όχι μόνο εν μέρει. Οπως, λ.χ., όταν προειδοποιεί συνομιλητή της, με γραπτό μήνυμα στο κινητό του, να επικοινωνούν μέσω Signal, γιατί «θα μου κοστίσει την πρεσβεία μου», όπως έγραψε. Και είχε δίκιο: της κόστισε την πρεσβεία. Το πρόσωπο αυτό είναι ένας επιχειρηματίας (συνεταίρος σε αλυσίδα με πιτσαρίες) από το Κεντάκι και πρώην δικηγόρος (του έχουν αφαιρέσει την άδεια), ονόματι Ερικ Ντίτερς. Είναι επίσης ακτιβιστής του MAGA και χρηματοδότης της προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ. Αυτός είχε αναπτύξει σχέση συνεργασίας με την Κίμπερλι, την οποία πλήρωνε αδρά με 100.000 δολάρια κάθε φορά για να μιλάει σε ένα «Φεστιβάλ Ελευθερίας», που ξεκίνησε να διοργανώνει ο Ντίτερς την περίοδο της πανδημίας, με τη σκοπιμότητα να προκαλεί τις Αρχές που είχαν επιβάλει λοκντάουν.
Για τον Ντίτερς καταλαβαίνεις αμέσως ότι είναι ένας επικίνδυνος και εμφανώς ημίτρελος άνθρωπος. Αυτός, λοιπόν, πλήρωνε την Κίμπερλι με το πρόσχημα των ομιλιών, προκειμένου εκείνη με τις γνωριμίες και τις επαφές της να προωθήσει δικαστική υπόθεση ενδιαφέροντος του Ντίτερς – αυτά, σημειωτέον, τα λέει ο ίδιος. Επί έναν χρόνο, η Κίμπερλι του έταζε διάφορα, πάντα όμως χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου ο Ντίτερς άρχισε να θυμώνει. Η σπίθα που τον έκανε να εκραγεί ήταν το πιεστικό αίτημα της Κίμπερλι να εξοφλήσει για λογαριασμό της χρέος εκατό χιλιάδων στην πιστωτική κάρτα της, την περίοδο που ετοιμαζόταν για την ακρόαση στο Κογκρέσο.
Η κρίσιμη λεπτομέρεια αφορά τον τρόπο με τον οποίο η υπόθεση έφθασε στον Τύπο, γιατί αυτό έδωσε την αφορμή για συνωμοσιολογία, δεδομένου ότι η Κίμπερλι δεν ήταν στέλεχος πρώτης γραμμής, αλλά μια πρώην αρραβωνιαστικιά στην κρίσιμη μέση ηλικία, την οποία τακτοποίησαν σε μια πρεσβεία, για χάρη του παρελθόντος. Ο Ντίτερς έφτιαξε ολόκληρο φάκελο με την υπόθεσή του τον οποίο έστειλε σε διάφορους παραλήπτες στον Λευκό Οίκο, από τους οποίους ζητούσε απάντηση, για να μην καταφύγει στον Τύπο.
Οταν πέρασε η προθεσμία χωρίς να λάβει απάντηση, προώθησε τον φάκελο (και 90 τυπωμένες σελίδες με μηνύματα) στη «Wall Street Journal», προφανώς επειδή είχε προηγηθεί αρνητικό δημοσίευμα για εκείνη στην ίδια εφημερίδα. Τα μηνύματα σοκάρουν, όχι μόνο για τον συναλλακτικό χαρακτήρα της σχέσης, αλλά και για τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η τέως πρεσβευτής: όποια λέξη δέχεται επιθετικό προσδιορισμό τής κολλάει μπροστά ένα «fucking».
Η περίπτωσή της θυμίζει εκείνη της πρώην υπουργού Εσωτερικής Ασφαλείας, Κρίστι Νόεμ, που επίσης αποπέμφθηκε επειδή έκανε μπίζνες πίσω από την πλάτη του προέδρου. (Αγόρασε από χρηματοδότη της εκστρατείας της δύο-τρία αεροπλάνα για το υπουργείο της, τα οποία δεν χρειάζονται). Και δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να απεχθάνεται περισσότερο ο Τραμπ όσο να πλουτίζει κάποιος πίσω από την πλάτη του. Αυτό είναι ένα προνόμιο μόνο για τον ίδιο, την οικογένειά του και τους συμπαίκτες του στο γκολφ.
Ασφαλώς ξέρει πολλά για την οικογένεια στην οποία δεν κατάφερε τελικά να τρυπώσει, είναι φανερό όμως ότι δεν τη φοβούνται, διαφορετικά δεν θα την απέλυε ο Τραμπ και μάλιστα τόσο εξευτελιστικά. Δεν θα απέκλεια να υπέγραψε κάποιο δεσμευτικό έγγραφο, όταν τη χώρισε ο Ντον Τζούνιορ. Δεν υπάρχει λόγος, πάντως, εμείς να την κακίζουμε. Σε ένα επίπεδο τουλάχιστον υπήρξε έντιμη, με την έννοια ότι ήταν αυτό που έδειχνε.
Πηγή: tanea.gr




