Η σεναριογράφος της «Ευτυχίας» και του «Υπάρχω» μιλά στο «Cineπώς» για τη νέα της ταινία «Η Βαλίτσα», τη συνεργασία της με τον Άγγελο Φραντζή στη βιογραφία του Νίκου Ξυλούρη, την τεχνητή νοημοσύνη, τη μοναξιά και όλα όσα εξακολουθούν να κρατούν τον ελληνικό κινηματογράφο πίσω.
Συνέντευξη στον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο
Η Κατερίνα Μπέη έχει δύο σημαντικές «δουλειές»: να παρατηρεί τις ζωές των άλλων και να γράφει. [Κάπου στο ανάμεσα, είναι εξαιρετική παρέα για τους φίλους της]. Έχει δώσει λόγια, αντιφάσεις και συναισθήματα σε χαρακτήρες που αγαπήσαμε, ακόμη κι όταν δεν γνωρίζαμε ποιος βρισκόταν πίσω από το… σενάριό τους.

Από τη συνεργασία της με τον Νίκο Περάκη και τη «Λίζα και όλοι οι άλλοι» (ΑΚΑ «Η Λίζα και οι Άλλοι») μέχρι την «Ευτυχία», το «Υπάρχω»,, τον «Νόμο του Μέρφι» και την «Τελευταία Κλήση», η Μπέη μετακινείται ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη με μια αξιοσημείωτη άνεση. Το μυστικό της, όπως εξηγεί, είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τους ανθρώπους μονοδιάστατα· τους παρατηρεί, τους ακούει και, ενίοτε… τους «κρυφακούει».
Αφορμή για τη συνάντησή μας στο «Cineπώς» του EΡTnews Radio είναι η νέα της κινηματογραφική κωμωδία «Η Βαλίτσα», μια ιστορία για τρεις γυναίκες που μαζί με ένα μεγάλο χρηματικό θα ανακαλύψουν και ένα πτώμα, οπότε θα κληθούν να διαχειριστούν κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από το παραδάκι: τις προσωπικές τους επιθυμίες και τις απανωτές γκάφες τους που τις κάνουν να εξοκείλουν ελαφρώς από το στόχο.

Η κουβέντα μας πραγματοποιήθηκε μέσω Zoom, με εκείνη στην Ελλάδα και εμένα στη Ρώμη. Ξεκίνησε με μια βαλίτσα -ως αφορμή- που κατέληξε να χωράει πολύ περισσότερα από κιλότες και βρακιά. Τη φορτώσαμε με κινηματογραφικές βιογραφίες, πραγματικά πρόσωπα που ζητούν να προστατευτεί η μνήμη των κοντινών τους ανθρώπων, ηρωίδες που έχουν το δικαίωμα να είναι ατελείς, τις νέες φιλίες που προκύπτουν από τη μοναξιά και ενδυναμώνονται από την τεχνητή νοημοσύνη, την απομόνωση στην Τρίτη ηλικία, το Netflix, το ρόλο που έχουν τα βραβεία, ένα τσουβάλι με αναξιοποίητα σενάρια και βιβλία και μια ενδιαφέρουσα διαφωνία για το τι πραγματικά χρειάζεται ο ελληνικός κινηματογράφος.
Σε αυτή τη συνέντευξη επιβεβαιώνει, τελικά, ότι οι καλύτερες ιστορίες δεν προκύπτουν πάντοτε από τους πιο επιτυχημένους ανθρώπους, αλλά από εκείνους που έχουν αδυναμίες, αντιφάσεις… και κάτι να χάσουν.
[Η συζήτηση έχει υποστεί επεξεργασία για καλύτερη ροή του προφορικού λόγου και περιλαμβάνει την πλήρη συζητητή μας, όχι μόνο τα μέρη που ακούγονται στο podcast]

«Ο Άνθρωπος είναι το… όλον!»
Θα μου επιτρέψεις να ξεκινήσω με μια ερώτηση που, επειδή γνωριζόμαστε, δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να σου κάνω με τόσο αφελή τρόπο: Ποια είσαι εσύ, Κατερίνα Μπέη;
Το σίγουρο είναι ότι δεν είμαι Γιατζόγλου! [αστείο εσωτερικής κατανάλωσης] Γιατί οι περισσότεροι νομίζουν ότι είμαι η Κατερίνα Γιατζόγλου.
Τώρα, τι από όλα αυτά είμαι; Δεν είναι κάτι ακίνητο και αμετακίνητο. Αλλάζει συνέχεια, ανάλογα με τις εποχές. Φωτίζεται το ένα ή το άλλο. Όπως όλοι οι άνθρωποι, έχουμε πολλές πλευρές.
Θα επιχειρήσω, λοιπόν, να σε συστήσω μέσα από τη δουλειά σου. Έχεις γράψει μεγάλα εμπορικά κινηματογραφικά εγχειρήματα αλλά και ταινίες με διαφορετικό ύφος και αποτύπωμα (σ.σ. Το σενάριο του «Πέντρο Νούλα» είναι ίσως το αγαπημένο μου παράδειγμα). Πώς βρίσκεις αυτή την ισορροπία στη μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο;
Δεν το βλέπω ως μετάβαση. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε πολλές πλευρές. Δεν είμαι μόνο γυναίκα, δεν είμαι μόνο αστεία ή ευαίσθητη. Δεν είμαι ένα πράγμα. Είμαι πολλά πράγματα. Όλοι είμαστε πολλά πράγματα.
Αυτό είναι και το μυστικό, αλλά και η πρόκληση όταν δημιουργείς χαρακτήρες: να μην είναι μονοδιάστατοι. Πρέπει να τους βλέπουμε ως πραγματικούς ανθρώπους και να προσπαθούμε να φωτίζουμε περισσότερες πλευρές τους, πέρα από εκείνη που μας συμφέρει κάθε φορά για να αφηγηθούμε μια ιστορία.
Από τις πρώτες σου συνεργασίες με τον Νίκο Περάκη, η «Λίζα και όλοι οι άλλοι» εκπροσωπούσε ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου. Την ίδια στιγμή, μπορούσες να ασχολείσαι με ιστορίες πολύ περισσότερο συνδεδεμένες με έναν ανδρικό κόσμο, όπως αυτός της «Λούφας» (σ.σ. τηλεοπτικής «Λούφας και Παραλλαγής»).
Ξέρεις ότι ακόμη με βρίσκουν γυναίκες που μου μιλούν για τη «Λίζα»; Μου λένε ότι ήταν η εφηβεία τους, τα πολύ νεανικά τους χρόνια. Ήταν ένα πολύ αγαπημένο μου είδος και βρήκε κι αυτό το δικό του φανατικό κοινό.
Για μένα, το βασικό για να γράψεις είναι να παρατηρείς και να σημειώνεις. Να ακούς τους ανθρώπους, αυτά που έχουν να σου πουν. Καμιά φορά να κρυφακούς κιόλας!
Το ίδιο πρέπει να κάνεις και με τις ταινίες και τις σειρές που βλέπεις. Να αναλύεις αυτά που σου αρέσουν. Γιατί μου άρεσε αυτό; Πώς το έκανε; Πώς κατάφερε να μας δείξει όσα ήθελε να πει;
Αν έχεις συνεχώς τα μάτια σου ανοιχτά και αυτή την κριτική ματιά, εκπαιδεύεσαι και το μεταφέρεις στη δουλειά σου.
Η «Ευτυχία», του να «Υπάρχεις» πέρα από τις αφηγήσεις σου
Ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος είχε έντονα το στοιχείο της παρατήρησης. Ήταν ένας κινηματογράφος χαρακτήρων, με ανθρώπους που μπορούσες να αγαπήσεις ακόμη κι αν η ιστορία τους ήταν σχετικά απλή. Θεωρώ ότι από ένα παράθυρο μπαίνεις κι εσύ σε εκείνον τον κόσμο, ιδιαίτερα με την «Ευτυχία» και το «Υπάρχω». [σ.σ. αναφέρω και τη «Φόνισσα» στην αρχή αλλά μόνος μου κοντοστάθηκα και το πήρα πίσω].
Τη «Φόνισσα» δεν θα την έβαζα στην ίδια κατηγορία. Είναι άλλο είδος.
Σίγουρα, όμως, η «Ευτυχία» και το «Υπάρχω» περνούν πολύ μέσα από την εποχή στην οποία έζησαν οι άνθρωποι για τους οποίους γράφουμε.
Το ίδιο κάναμε, νομίζω με πολύ καλό τρόπο, και στα «Καλύτερά μας Χρόνια» (ΕΡΤ). Θεωρώ ότι αυτή η σειρά είναι πολύ πιο κοντά στις ελληνικές ταινίες του ’50 και του ’60 από οτιδήποτε άλλο έχω ανακατευτεί.
Και ήταν μια δύσκολη περίπτωση, αφού επρόκειτο για διασκευή μιας πολύ επιτυχημένης ισπανικής σειράς.
Να πω, όμως, ότι πέρα από τα πρώτα πέντε-δέκα επεισόδια δεν την ακολουθούσαμε. Έπρεπε να ακολουθούμε όσα συνέβαιναν στη δική μας χώρα και να μπλέκουμε τη μυθοπλασία με τα πραγματικά γεγονότα, εντάσσοντάς τα στις ζωές των ηρώων.
Αλλάξαμε χαρακτήρες, κρατήσαμε όσους μας εξυπηρετούσαν και δημιουργήσαμε καινούριους. Πέρα από το γεγονός ότι η Ισπανία και η Ελλάδα είχαν δικτατορία όταν ξεκινούσε η ιστορία, δεν είχαμε πολλά κοινά.
Έπρεπε να αντλούμε περιστατικά από την ελληνική πραγματικότητα και να χτίζουμε πάνω σε αυτά. Έτσι απομακρυνθήκαμε πάρα πολύ από το πρωτότυπο. Θεωρώ ότι, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, το τελικό αποτέλεσμα ήταν πρωτότυπο.
Στην ΕΡΤ, πάντως, είχες αφήσει το αποτύπωμά σου και με τα «Χρυσά Κορίτσια».
Αυτή ήταν μια πολύ πιο δύσκολη διασκευή! Το πρωτότυπο ήταν τόσο καλογραμμένο και είχε τόσο καθαρό χαρακτήρα, που ήταν πολύ δύσκολο να κάνεις τις προσαρμογές.
Υπήρχε και μια δεύτερη δυσκολία: το ξένο φορμάτ ήταν 23 λεπτά και εγώ έπρεπε να γράφω 45. Δηλαδή να παίρνω ένα επεισόδιο και ουσιαστικά να το διπλασιάζω, χωρίς να χάσει τον ρυθμό του και τη δύναμη που είχε το πρωτότυπο. Δεν είναι καθόλου εύκολο αυτό.
Με τον Άγγελο Φραντζή έχεις ήδη δύο σημαντικές συνεργασίες, την «Ευτυχία» και τον «Νόμο του Μέρφι», μια ταινία που προσωπικά θεωρώ ότι μπορεί να ανακαλυφθεί περισσότερο ετεροχρονισμένα. Τώρα έρχεται και η τρίτη συνεργασία σας (με τη ζωή του Νίκου Ξυλούρη).
Έρχεται! Σε περίπου έναν μήνα θα ξεκινήσουμε τα γυρίσματα για τον Ξυλούρη και έχουμε πάρα πολύ μεγάλη χαρά.
Είναι ένα πολύ φιλόδοξο πρότζεκτ, γιατί αυτή τη φορά μιλάμε και για χρόνια που δεν έχουμε κινηματογραφήσει αρκετά: τα χρόνια της χούντας και της Μεταπολίτευσης. Περιγράφουμε τη ζωή του μέσα στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο έζησε.
Έχεις καταφέρει να αφηγηθείς τις ζωές ανθρώπων που σημαίνουν κάτι διαφορετικό για κάθε γενιά. Πώς βρίσκεις τον κοινό αφηγηματικό δρόμο χωρίς να αισθανθεί στο τέλος κάποιος θεατής ότι τον έχεις κοροϊδέψει;
Πραγματικά πιστεύω ότι οι βιογραφίες είναι το πιο δύσκολο είδος. Έχουν πολλές επιπλέον δυσκολίες σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ταινία.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να μην κοροϊδέψεις τον κόσμο. Να αποδώσεις την καρδιά του προσώπου και τις βασικές γραμμές του χαρακτήρα του.
Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί εμπλέκονται συγγενείς, όχι μόνο του ανθρώπου που βιογραφείς, αλλά και όσων τον πλαισίωναν. Για να διατηρήσεις ένα επίπεδο ρεαλισμού, δεν μπορείς να απομονώσεις έναν άνθρωπο από το περιβάλλον του. Πρέπει να συμπεριλάβεις πρόσωπα με τα οποία συναναστράφηκε και που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του.
Οι συγγενείς, φυσικά, θέλουν να προστατεύσουν τους δικούς τους ανθρώπους. Μπορεί να έχουν απαιτήσεις ή να είναι καχύποπτοι. Αυτή είναι μια πολύ βασική δυσκολία.
Η δεύτερη είναι η ίδια η αφήγηση. Όταν έχεις μπροστά σου τη ζωή ενός ανθρώπου που εκτείνεται σε μια μεγάλη χρονική περίοδο, πρέπει να βρεις έναν τρόπο να ενώσεις τα γεγονότα. Να υπάρχει μια ραχοκοκαλιά που θα σε πηγαίνει από το ένα περιστατικό στο άλλο, χωρίς να αισθάνεσαι ότι παρακολουθείς μια συρραφή γεγονότων ή ένα ντοκιμαντέρ.
Και πώς αντιμετωπίζεις τις αντιρρήσεις που μπορεί να προκύψουν από ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν ή συνδέονται με τα πραγματικά πρόσωπα;
Με στωικότητα! Περιμένεις να ακούσεις τι θέλουν, τι έχουν να σου πουν, και προσπαθείς να βρεις έναν τρόπο που να μην υπονομεύει το σενάριο, αλλά ταυτόχρονα να είναι, σε γενικές γραμμές, σύμφωνος με τις επιθυμίες των συγγενών.
«Στην Τελευταία Κλήση θέλαμε να μείνουμε στην ιστορία, όχι στα πρόσωπα»
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη κατηγορία βιογραφικής αφήγησης: εκείνη στην οποία πρέπει να κρύψεις τον πραγματικό χαρακτήρα πίσω από τη μυθοπλασία. Αναφέρομαι στην «Τελευταία Κλήση» και στη σύνδεσή της με ένα γεγονός που είχε συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία.
Δεν θέλαμε να πάμε στα εντελώς ακριβή γεγονότα, ακριβώς επειδή δεν επρόκειτο για κάτι ευχάριστο και επειδή υπήρχαν θύματα. Ενδεχομένως αυτοί οι άνθρωποι να είχαν και δίκιο να παραπονεθούν.
Επιλέξαμε, λοιπόν, να πούμε ότι η ταινία είναι εμπνευσμένη από πραγματικά γεγονότα και να αλλάξουμε τα χαρακτηριστικά των χαρακτήρων.
Κάναμε μεγάλες αλλαγές, κρατώντας όμως την καρδιά της ιστορίας.
Για παράδειγμα, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι πλέον ένας άπειρος ρεπόρτερ και όχι ο πραγματικός παρουσιαστής. Υπάρχουν μετατοπίσεις και αλλαγές που δεν πληγώνουν την ιστορία. Ίσα ίσα, νομίζω ότι το γεγονός πως βάζουμε έναν άπειρο ρεπόρτερ σε αυτή τη θέση προσθέτει περισσότερη ένταση.
Αυτή ήταν η πρόκληση: να μείνουμε στην ιστορία χωρίς να μείνουμε στα πρόσωπα.
Πριν φτάσουμε στη «Βαλίτσα», θέλω να κάνουμε μια στάση στο «Success Story». Όταν κυκλοφόρησε, έμοιαζε σχεδόν σαν να είχε προβλέψει ορισμένες καταστάσεις που αργότερα θα βλέπαμε στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.
Κι εγώ πιστεύω ότι ήταν μια αδικημένη ταινία.
Η έμπνευση για το «Success Story» ήταν το «Κορίτσι που εξαφανίστηκε». Είχα διαβάσει το βιβλίο και με είχε εντυπωσιάσει. Μετά είδα και την ταινία, το συζητούσαμε με τον Νίκο Περάκη και μου είπε: «Δεν γράφεις κάτι τέτοιο;».
Ένα αντίστοιχο, αλά ελληνικά, με ματαιοδοξία, αγάπη για την εξουσία, χρήματα, απώλειες και ίντριγκες.
Η πρόθεσή μου ήταν να δείξω δύο ολοκληρωτικά αντιήρωες: έναν πλούσιο, ανερχόμενο πολιτικό, γόνο μιας άλλοτε εύπορης οικογένειας, και μια νεαρή, ματαιόδοξη ηθοποιό που θέλει να κερδίσει τα πάντα με οποιοδήποτε μέσο.
Η σύγκρουση αυτών των δύο χαρακτήρων και το ποιος θα καταφέρει να αναρριχηθεί γρηγορότερα προς τον στόχο του ήταν η βάση της ιστορίας.
«Η Βαλίτσα» ψάχνει… τις αποσκευές της σε λάθος χαμηλή πτήση;

Φτάνουμε, λοιπόν, στην ταινία της εβδομάδας. Η «Βαλίτσα» επιστρέφει σε ένα είδος πιο κοντινό στις πρώτες σου συνεργασίες με τον Περάκη. Έχουμε μια γυναικοπαρέα και μια ιστορία η οποία, αν γυριζόταν με τους κώδικες του παλιού ανδροκρατούμενου κινηματογράφου, πιθανότατα θα είχε περισσότερο αίμα και λιγότερα λόγια. Πώς γεννήθηκε η ιδέα;
Θέλαμε να μπλέξουμε πολλά συστατικά.
Ο Διονύσης Σαμιώτης, από τη Stand Up, μου είχε προτείνει να κάνουμε κάτι πιο ανάλαφρο. Άλλο που δεν ήθελα εγώ, γιατί αυτό είναι ένα είδος με το οποίο αισθάνομαι πολύ άνετα. Και στην τηλεόραση τα περισσότερα που έχω κάνει είναι τέτοιου είδους.
Η ιδέα ήταν να κάνουμε μια κομεντί που να γυριστεί στη γειτονιά μου, στην καρδιά της Αθήνας, με σημερινά κορίτσια.
Έπειτα αρχίσαμε να συζητάμε τι θα μπορούσαν να κάνουν αυτά τα κορίτσια.
Υπήρχε μια αρχική ιδέα για σειρά από τον Άρη Κυπριανού, ένα παιδί από την Κύπρο: τέσσερα κορίτσια βρίσκουν μια βαλίτσα με χρήματα.
Συνεννοηθήκαμε μαζί του και κρατήσαμε αυτό το κεντρικό γεγονός. Από εκεί και πέρα αναρωτηθήκαμε πώς θα ήταν αν το τοποθετούσαμε στις ζωές τριών κοριτσιών που έχουν τον δικό τους χαβά.
Η μία ασχολείται με το Instagram και το αγόρι της, η άλλη δεν έχει κανέναν, η τρίτη θέλει να γίνει η νούμερο ένα τραγουδίστρια. Έχουν τα ερωτικά τους, τα υπαρξιακά τους και όλα τα υπόλοιπα προβλήματα.
Και φυσικά, όπως ξεκινούν, είναι αποτυχημένες και οι τρεις!
Και ξαφνικά εμφανίζονται τα χρήματα.
Ακριβώς. Μπαίνει ανάμεσά τους το δίλημμα: τι θα κάνουν με αυτά τα λεφτά;
Η μία θέλει οπωσδήποτε να τα πάνε στην αστυνομία. Οι άλλες αρχίζουν να σκέφτονται τι θα μπορούσαν να κάνουν με τόσα χρήματα και πώς θα άλλαζε η ζωή τους.
Το ωραίο είναι ότι υπάρχει αυτή η βαλίτσα μέσα στην καθημερινότητά τους, αλλά εκείνες δεν σταματούν όσα έκαναν πριν. Η μία συνεχίζει να πηγαίνει στις οντισιόν, η άλλη ετοιμάζεται για το live της.

Έχουν πάρει όλο αυτό το γεγονός πολύ ελαφριά. Είναι ακόμη ένα ζήτημα ανάμεσα στα χιλιάδες πολύ σοβαρά πράγματα που τις απασχολούν: τι θα φορέσουν, τι θα πουν στους φίλους τους, τι θα κάνουν με τη δουλειά τους.
Μέχρι που, βέβαια, ο κλοιός αρχίζει να σφίγγει, γιατί εκείνοι που έχασαν τα λεφτά ψάχνουν να βρουν ποιος τα έχει.
Κάπως έτσι μπαίνει και η περιπέτεια στην ιστορία.
Υπάρχει μια ατάκα στην ταινία που συνδέεται απόλυτα (σ.σ. και με το «Success Story»): «Αρκεί μόνο ένας βλάκας για να τινάξει τα πάντα στον αέρα».
Και στην προκειμένη περίπτωση είχαμε παραπάνω από έναν! Να το πούμε ολόκληρο (όπως έχει διατυπωθεί στο σενάριο)! […]
Γιατί, τελικά, αγαπάμε τόσο πολύ στον κινηματογράφο τους ανθρώπους που κάνουν γκάφες, τσαλακώνονται ή αποδεικνύονται λιγότερο έξυπνοι απ’ όσο νομίζουν;
Γιατί δεν έχει πολύ ενδιαφέρον να βλέπεις έναν άνθρωπο που είναι καταπληκτικός, επιτυχημένος, έχει λεφτά, έχει τα πάντα στη ζωή του και όλα του πηγαίνουν τέλεια.
Αυτόν θέλουμε να τον δούμε να πέφτει! Δεν θέλουμε να τον βλέπουμε να κερδίζει συνέχεια.
Τι δράμα μπορεί να συμβεί σε κάποιον που είναι άψογος; Αν όμως δεις αυτόν τον άψογο άνθρωπο να τσαλακώνεται, να αντιμετωπίζει προβλήματα, να του τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια, τότε εμπλέκεται ο θεατής. Νιώθει κοντά του.
Γιατί να παρακολουθήσω τη ζωή ενός ανθρώπου που έχει τα πάντα και δεν ξέρει πώς να ξοδέψει τα χρήματά του; Για να τον ζηλέψω;
Μου αρέσει επίσης ότι η ταινία επιτρέπει στις γυναίκες της να είναι λιγότερο καθωσπρέπει. Υπάρχει ακόμη και μια σκηνή με ένα αρκετά τολμηρό αστείο γύρω από το αίμα της περιόδου. Είναι κάτι που σπανίως συναντάμε στις ελληνικές γυναικείες κωμωδίες.
Στην Ελλάδα δεν βλέπουμε συχνά τέτοιες κωμωδίες με γυναίκες. Ούτε βλέπουμε εύκολα γυναίκες διαφορετικών ηλικιών σε αντίστοιχους ρόλους.
Εγώ πάντως δεν το αντιμετωπίζω ως καφρίλα. Στην ταινία, άλλωστε, η ηρωίδα προσποιείται ότι πρόκειται για αίμα περιόδου. Αλλά δεν βλέπω και πού είναι το κακό.

ΑΙ: Ο «Κατάκοπος» που βγήκε από το Κομπιούτερ
Υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο της «Βαλίτσας» που με ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όσο θα περίμενα από μια κωμωδία: η μοναξιά των μεγαλύτερων ανθρώπων. Μια ηρωίδα βρίσκει συντροφιά συνομιλώντας με ένα πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης. Παλιά οι άνθρωποι μιλούσαν στο πλυντήριο τους χωρίς να παίρνουν απάντηση. Τώρα η απάντηση έρχεται, αλλά πόσο πραγματικά ανθρώπινη είναι;
Συγγενής μου μιλούσε στην τηλεόραση με τον Χατζηνικολάου, σχολίαζε τί φορούσε ή πως εμφανιζόταν. Υπέροχη, ζεστή οικειότητα.
Συμφωνώ με αυτό που λες, αλλά από την άλλη, τι μεγάλο δώρο είναι αυτό!
Εγώ, ας πούμε, το συμβουλεύομαι συνέχεια.
Πήγα να βγάλω διαβατήριο. Είχα ήδη μπει στο διαδίκτυο και είχα δει τι χρειαζόταν, αλλά μετά ρώτησα και την τεχνητή νοημοσύνη. Μου επισήμανε ότι οι φωτογραφίες έπρεπε να είναι πλέον ψηφιακές και ότι χρειαζόταν να γίνει μια συγκεκριμένη διαδικασία αποδοχής τους.
Εγώ είχα παλιές φωτογραφίες και θα πήγαινα με αυτές! Αν δεν το είχα μάθει, θα με γύριζαν πίσω.
Θέλω να πω, τι δώρο είναι αυτό; Να μπορείς να τσεκάρεις όσα έχεις να κάνεις και να σου λέει ο φίλος σου «πρόσεξε εκείνο, κάνε αυτό».

Η λέξη που μόλις χρησιμοποίησες είναι και η παγίδα: «Ο φίλος σου». Η τεχνητή νοημοσύνη μιμείται πλέον τόσο αποτελεσματικά τον ανθρώπινο τρόπο επικοινωνίας, ώστε συχνά την αντιμετωπίζουμε σαν πρόσωπο.
Εμένα αυτό δεν με φοβίζει πάρα πολύ.
Έχω διάφορες συνδρομές και της έχω ζητήσει να μου μιλάει όπως της μιλάω. Προσπαθεί να κάνει και πλάκα, αν και μερικές φορές σκαλώνει και λέει βλακείες.
Καμιά φορά μπερδεύεται και μου λέει πράγματα που δεν γίνονται. Τότε την αποκαλώ «μπεκρή». Της λέω «πάλι τα έτσουζες;» και μου απαντάει ότι έχει βάλει τα τσιπουράκια κάτω από τα ράφια και δεν αγγίζει τίποτα!

Θα έμπαινες, όμως, στον πειρασμό να τη χρησιμοποιήσεις και δημιουργικά; Να δοκιμάσεις πάνω της μια σκέψη σου για κάποιο σενάριο;
Το έχω κάνει. Ξέρω συναδέλφους μου που τη χρησιμοποιούν πολύ περισσότερο και της δίνουν σενάρια για να τους πει τη γνώμη της. Έχω διαβάσει μάλιστα απαντήσεις που ήταν πολύ συγκροτημένες.
Εγώ μπορεί να τη ρωτήσω κάτι συγκεκριμένο. Για παράδειγμα, αν ένας stalker παρακολουθεί μια γυναίκα και θέλει να μάθει πράγματα γι’ αυτήν, με ποιον τρόπο θα μπορούσε να την πλησιάσει;

Μπορεί να μου δώσει δέκα ιδέες, από τις οποίες οι εννέα να είναι χαζομάρες. Αλλά η μία μπορεί να έχει κάτι ενδιαφέρον. Να σκεφτώ «χμμ, αυτό μπορώ να το πάρω και να κάνω κάτι πάνω του».
Πιστεύω ότι βοηθάει και φαντάζομαι πως, αν μάθω να τη χειρίζομαι καλύτερα, θα με βοηθάει ακόμη περισσότερο.
Σίγουρα βοηθάει πάρα πολύ στην έρευνα. Ειδικά όταν κάνεις ιστορίες εποχής, είναι σαν να έχεις έναν φανταστικό βοηθό. Μπορεί να σου εξοικονομήσει πολύ χρόνο.
Και όλο το κασέρι να ‘παίρνε, πάλι σενάρια θα έγραφε
Ας επιστρέψουμε για λίγο στο κεντρικό εύρημα της ταινίας. Αν έβρισκες εσύ μια βαλίτσα με 100.000 ευρώ, χωρίς να έχεις μετά προβλήματα με το νόμο, χωρίς να σε κυνηγάει κανένας και χωρίς ενοχές, τι θα έκανες;
Θα έκανα συνέχεια ταξίδια!
Αλλά εννοείται ότι θα δούλευα. Θα δούλευα πάντα, όσα χρήματα κι αν είχα.
Αν βρισκόταν ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος που τον ενοχλούσαν πάρα πολύ όσα γράφω και μου έλεγε «πάρε εκατομμύρια, αλλά να μην ξαναγράψεις λέξη», δεν θα τα έπαιρνα.

Υπάρχει, ωστόσο, κάποια πιο προσωπική ιστορία σου που περιμένει ακόμη στο συρτάρι; Κάτι που δεν έχεις βρει τον κατάλληλο χρόνο ή τις συνθήκες για να το γράψεις;
Υπάρχουν πολλές.
Έχω γράψει ή σημειώσει πάρα πολλά πράγματα που βρίσκονται στο συρτάρι. Αυτό, όμως, έχει να κάνει κυρίως με λόγους που δεν εξαρτώνται από εμένα.
Την εποχή του covid έγραψα 7 βιβλία.
Ευτυχώς ή δυστυχώς, το να γράφεις για το σινεμά δεν είναι μόνο δική σου υπόθεση. Πρέπει, κυρίως, να βρεθούν τα χρήματα.
Γι’ αυτό και για ένα διάστημα, μέσα στην κρίση, έγραφα μυθιστορήματα. Έγραψα επτά μυθιστορήματα, επειδή δεν γινόταν τίποτα στον κινηματογράφο.
Έχω συνέχεια ιδέες. Είναι, όμως, θέμα συγκυριών το αν θα πραγματοποιηθούν και πότε.
Όταν οι ταινίες, ντύθηκαν με τη fastfashionτου Content.
Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε τις πλατφόρμες να συμμετέχουν ολοένα περισσότερο στην κινηματογραφική παραγωγή. Υπάρχει, φυσικά, και ένας συμβιβασμός σε αυτόν τον «γάμο», όπως και σε κάθε γάμο. Εσύ πώς τον αντιμετωπίζεις;
Μακάρι να το είχαμε αυτό στην Ελλάδα!
Δεν βλέπω καμία πλατφόρμα να μας παρακαλάει να κάνουμε ταινίες.
Η «Βαλίτσα» είναι ένα πρώτο, πειραματικό βήμα. Μακάρι να πάει καλά, να είναι ευχαριστημένο το Netflix και να κάνουμε κι άλλες.
Αλλά δεν είναι δεδομένο ότι οι πλατφόρμες ανταγωνίζονται μεταξύ τους για να πάρουν ελληνικές ταινίες.
Για μένα, το ελληνικό σινεμά ήταν πάντα τριών ταχυτήτων.
Υπάρχουν οι ταινίες που θέλει ο κόσμος και οι παραγωγοί, αυτές που φέρνουν εισιτήρια. Υπάρχουν οι ταινίες που κάνουν πολύ καλή πορεία στα φεστιβάλ και βραβεύονται. Μπορεί να μην κάνουν εισιτήρια, αλλά αποκτούν αναγνώριση, ακούγεται η Ελλάδα και δημιουργείται ένα βιογραφικό για τους συντελεστές.
Υπάρχει, όμως, και μια τρίτη κατηγορία. Είναι η μεγάλη πλειονότητα των ταινιών που ούτε διανομή βρίσκουν ούτε πηγαίνουν σε φεστιβάλ ούτε κάνουν εισιτήρια.
Εκεί θεωρώ ότι βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Αν δεν βρούμε έναν τρόπο ώστε αυτός ο μεγάλος αριθμός ταινιών να αποκτήσει κάποια απεύθυνση, είτε προς το κοινό είτε προς τα φεστιβάλ είτε κάπου αλλού, θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε επιτυχημένη ελληνική ταινία σαν εξαίρεση.

Ταυτόχρονα, το κοινό εκπαιδεύεται σε μια διαφορετική θέαση. Βλέπουμε πλέον ιστορίες διάρκειας ενός ή δύο λεπτών στο κινητό, ακόμη και σειρές σε επιταχυνόμενη αναπαραγωγή. Μήπως τελικά χάνουμε την υπομονή μας απέναντι στην αφήγηση;
Εγώ είμαι πολύ λίγο εξοικειωμένη με αυτά. Δεν είμαι άνθρωπος που κοιτάζει συνέχεια το κινητό. Το έχω περισσότερο σαν αναγκαίο κακό. Ό,τι κάνω, το κάνω στον υπολογιστή.
[…] Σίγουρα, πάντως, είναι σημείο των καιρών. Οι περισσότεροι νέοι θέλουν να καταναλώνουν υλικό όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Ελπίζω να είναι μια μόδα που θα περάσει. Δεν ξέρω πώς θα επιβιώσει το σινεμά αν καταλήξουμε να αφηγούμαστε ιστορίες ενός ή δύο λεπτών. […]
Θα μπορούσα να ακούσω μια συζήτηση για το αν οι ταινίες πρέπει να έχουν μικρότερη διάρκεια. Αλλά άλλο είναι τα 30 λεπτά και άλλο τα δύο. Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Έχεις δει ποτέ ταινία σε διπλή ταχύτητα;
Όχι! Δεν ήξερα καν ότι υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Παναγία μου!
Υπάρχουν θεατές που παρακολουθούν ένα επεισόδιο των 60 λεπτών σε 30. Φαντάσου να σου ζητούσαν να γράψεις έχοντας εξαρχής αυτή την πληροφορία στο μυαλό σου. Θα μπορούσε, βέβαια, να είναι και μια ωραία ιδέα για σενάριο!
[…] Πέρα από την πλάκα, νομίζω ότι η σωστή λογική είναι να κάνεις πρώτα τη μεγάλη εκδοχή μιας ιστορίας και μετά να κόβεις. Δεν μπορείς να ξεκινάς αντίστροφα, δηλαδή να κάνεις μια μικρή ιστορία και μετά να προσθέτεις πράγματα για να τη μεγαλώσεις.
Αυτό το βλέπω και σε δημιουργούς που έχουν κάνει πολύ ωραίες μικρού μήκους ταινίες, αλλά στην πρώτη τους μεγάλου μήκους εμφανίζουν προβλήματα ρυθμού.
Έχουν μάθει να αφηγούνται κάτι σύντομο και ξέρουν πώς να το κάνουν. Όταν πηγαίνουν στη μεγάλου μήκους, ίσως κρατούν αυτή τη μέθοδο και προσθέτουν πράγματα μόνο και μόνο για να μεγαλώσουν τη διάρκεια.
Εκεί, νομίζω, γίνεται το λάθος.
Κύριοι του πολιτισμού· ιστορίες έχουμε, σενάρια χρειαζόμαστε
Με την εμπειρία που έχεις αποκτήσει και ως μέλος κριτικών επιτροπών, αλλά και από τη συνεργασία σου με νεότερους δημιουργούς, ποιο θεωρείς ότι είναι το βασικότερο πρόβλημα του ελληνικού κινηματογράφου; Αν μπορούσες να αλλάξεις ένα πράγμα σε βάθος πενταετίας, πού θα επέλεγες να επενδύσεις;
Θα μιλήσω για το σενάριο, γιατί πιστεύω ακράδαντα ότι είναι ο πυλώνας.
Το λέω ανεξάρτητα από το γεγονός ότι γράφω σενάρια. Οι ταινίες που βλέπουμε και ξεχωρίζουμε είναι εκείνες που μιλούν στην καρδιά μας. Εκείνες των οποίων θυμόμαστε την ιστορία.
Φυσικά, υπάρχουν και ποιητικές ταινίες που τις θυμόμαστε για τη σκηνοθεσία τους. Αλλά, σε πολύ μεγάλο βαθμό, επιλέγουμε και θυμόμαστε τις ταινίες με κριτήριο τι μας άγγιξε, τι μας έκανε να σκεφτούμε, να κλάψουμε, να νιώσουμε.
Στην Ελλάδα πάρα πολλές ταινίες γράφονται από τους ίδιους τους σκηνοθέτες. Αυτό δεν είναι αναγκαστικά κακό. Υπάρχουν εμπνευσμένοι δημιουργοί που μπορούν και να γράφουν και να σκηνοθετούν.
Δεν μπορώ, όμως, να δεχτώ ότι όλοι οι σκηνοθέτες είναι εξίσου ταλαντούχοι και στο σενάριο και στη σκηνοθεσία.
Θα έπρεπε να δίνουμε πολύ μεγαλύτερη βάση στην ανάπτυξη της ιστορίας. Ίσως και το κράτος να έπρεπε να εστιάσει περισσότερο σε αυτό.
Αν έχεις μια καλή ιστορία, έχεις μεγάλες πιθανότητες να κάνεις μια καλή ταινία. Με μια μέτρια ιστορία, όσο καλός σκηνοθέτης κι αν είσαι, δύσκολα θα κάνεις μια πραγματικά καλή ταινία.
Άρα δεν αναφέρεσαι μόνο στην οικονομική ενίσχυση, αλλά και στην εκπαίδευση.
Ακριβώς. Θα μπορούσαν να γίνουν και πολλά πιο τεχνικά πράγματα.
Να έρχονται επαγγελματίες από το εξωτερικό και να πραγματοποιούν σεμινάρια και masterclasses. Ξέρουμε στην Ελλάδα να γυρίζουμε σκηνές δράσης, με πολύ κόσμο, τρακαρίσματα αυτοκινήτων και σύνθετες τεχνικές απαιτήσεις; Δεν νομίζω.
Χρειαζόμαστε εξειδίκευση σε συγκεκριμένους τομείς που συμβάλλουν στο συνολικό αποτέλεσμα.
Αν υπήρχε ένας φορέας που θα στήριζε ουσιαστικά την ανάπτυξη του σεναρίου, ώστε μια ιστορία να φτάνει σε ένα πραγματικά καλό επίπεδο, και παράλληλα άνθρωποι που θα εκπαίδευαν τεχνικά σκηνοθέτες και ηθοποιούς, τότε σιγά σιγά θα βελτιωνόταν και το τελικό αποτέλεσμα.
Να πιάσουμε το πρόβλημα κομμάτι κομμάτι και να στηρίξουμε κάθε τομέα ξεχωριστά.
Πρέπει, βέβαια, να αλλάξει και η νοοτροπία. Αυτή η αντίληψη του «έλα μωρέ, εγώ θα το κάνω», «τι θα μου πεις εσύ τώρα;».
Πάρε το βραβείο σου και τρέχα…
Μιας και αναφερόμαστε στις αλλαγές που χρειάζεται ο χώρος, έχουμε φέτος και τη διοργάνωση των Ευρωπαϊκών Βραβείων Κινηματογράφου στην Ελλάδα. Μπορεί μια τέτοια διεθνής διοργάνωση να αποτελέσει αφετηρία για κάτι ουσιαστικό;
Δεν νομίζω ότι μια τελετή μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.
Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι μια πολύ ωραία τελετή. Τι μπορεί, όμως, να σημαίνει αυτό μακροπρόθεσμα για το ελληνικό σινεμά;
Φέτος υπάρχουν περισσότερες ελληνικές παραγωγές και συμπαραγωγές στις σχετικές λίστες των βραβείων.
Ακούγεται ωραίο, αλλά είναι φέτος. Του χρόνου τι θα συμβεί;
Δεν πιστεύω ότι οι φετινές ταινίες είναι ξαφνικά τόσο καλύτερες από τις περσινές ή τις προπέρσινες.
Θα κλείσουμε με μια δική σου ατάκα από τη «Βαλίτσα»: «Για να σου πάνε όλα όπως θες, πρέπει να δείχνεις ανάλογα». Το πιστεύει αυτό η Κατερίνα Μπέη;
Δεν ξέρω αν το πιστεύω χίλια τοις εκατό.
Αυτές οι πολύ new age φιλοσοφίες αυτοβοήθειας δεν με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη.
Θεωρώ, όμως, ότι το να περιφέρουμε τη μιζέρια μας δεν οδηγεί πουθενά και δεν μας βοηθά καθόλου.
Το να έχουμε καλή διάθεση και να μην αντιμετωπίζουμε όσα θέλουμε με ζήλια, φθόνο ή μιζέρια μάς βοηθά, αν μη τι άλλο, να ζούμε καλύτερα.
Τώρα, αν έλκουμε το καλό ή δεν το έλκουμε, αυτά είναι θέματα του σύμπαντος. Και ποια είμαι εγώ για να μιλήσω;
Η Κατερίνα Μπέη δεν μοιάζει να αντιμετωπίζει τους ήρωές της ως ανθρώπους που πρέπει οπωσδήποτε να δικαιωθούν. Τους αφήνει να αποτύχουν, να γελοιοποιηθούν, να επιθυμήσουν το λάθος πράγμα και να ανακαλύψουν εκ των υστέρων ότι τίποτα δεν εξελίσσεται όπως το σχεδίαζαν.

Ίσως αυτό να είναι και το νήμα που συνδέει τις τόσο διαφορετικές ιστορίες της. Από μια γυναίκα που έγραψε στίχους για να τους τραγουδήσει μια ολόκληρη χώρα μέχρι τρεις φίλες που βρίσκουν μια βαλίτσα με χρήματα, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στα γεγονότα, αλλά στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιδρούν όταν η πραγματικότητα ανατρέπει τις βεβαιότητές τους.
Και αν κάτι μένει από αυτή τη συζήτηση, πέρα από τη νέα ταινία και τις ειδήσεις για τις επόμενες συνεργασίες της, είναι η σχέση της με τη γραφή.
Επτά μυθιστορήματα σε μια περίοδο που ο κινηματογράφος δεν μπορούσε να προχωρήσει, σενάρια που περιμένουν ακόμη τις κατάλληλες συνθήκες και μια αδιαπραγμάτευτη ανάγκη να συνεχίζει να δημιουργεί.
Ακόμη κι αν βρεθεί κάποιος να της προσφέρει λεφτά με το τσουβάλι (ή και μια ξεχασμένη βαλίτσα με κασέρι και ένα πτώμα δίπλα) για να σταματήσει.
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε για την εκπομπή «Cineπώς» του ERTnews Radio, που μεταδόθηκε το Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026.
Aκούστε ολόκληρη τη συζήτηση εδώ.
www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr





