Ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα το βράδυ της Παρασκευής, εξαιρώντας την Ρωσία από ένα νέο μέτρο κυρώσεων που ενέκρινε το Κογκρέσο τον περασμένο μήνα. Με την κίνηση αυτή, παρέχεται μια ακόμη οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες στρέφονται προς τη Μόσχα, ζητώντας βοήθεια για τη μείωση των τιμών των καυσίμων.
Και αυτό ακριβώς, όπως σημειώνουν οι New York Times, εξηγεί την κίνηση Τραμπ, που προκάλεσε αγανάκτηση, πρωτίστως στην Ουκρανία και, δευτερευόντως, στην Ευρώπη. Για την ακρίβεια, η απόφαση για τις κυρώσεις έρχεται καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αγκαλιάσει την Ρωσία τις τελευταίες εβδομάδες και έχει στραφεί κατά της Ουκρανίας εν μέσω απογοήτευσης για το γεγονός ότι οι επιθέσεις του Κιέβου σε ρωσικά διυλιστήρια ωθούν προς τα πάνω τις τιμές του πετρελαίου σε όλο τον κόσμο.
Οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου καθιστούν τη βενζίνη πιο ακριβή στις Ηνωμένες Πολιτείες, τροφοδοτώντας τον πληθωρισμό εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, που θα μπορούσαν να κοστίσουν στους Ρεπουμπλικάνους τον έλεγχο του Κογκρέσου.
Να σημειωθεί ότι οι κυρώσεις είχαν ως στόχο Ρώσους αξιωματούχους, ολιγάρχες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, ενώ αποτελούσαν μέρος ενός νόμου που έφερε το όνομα του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ —Ρεπουμπλικανού από τη Νότια Καρολίνα, ο οποίος απεβίωσε τον Ιούλιο, έχοντας αφιερώσει περισσότερο από ένα χρόνο στην προσπάθεια εξασφάλισης στήριξης για το εν λόγω μέτρο. Ο νόμος, ο οποίος αποσκοπεί στον περιορισμό των οικονομικών πόρων που τροφοδοτούν τον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας, παρείχε επίσης στον Τραμπ πρόσθετες εξουσίες επιβολής δασμών, τις οποίες θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να τιμωρήσει χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με την Ρωσία – όπως η Κίνα και η Ινδία.
«Όλα για το πετρέλαιο»
Ο Λευκός Οίκος διαθέτει ευρεία εξουσιοδότηση για τη χορήγηση εξαιρέσεων ή απαλλαγών από κυρώσεις, και ο νέος νόμος υποχρεώνει τον Τραμπ να ενημερώσει το Κογκρέσο μόνο εάν επιλέξει να μην επιβάλει τους οικονομικούς περιορισμούς στην Ρωσία. Δύο ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, λοιπόν, ο Τραμπ άσκησε αυτήν ακριβώς την εξουσία.
«Με την παρούσα, αίρω την εφαρμογή των εν λόγω κυρώσεων, περιορισμών και δασμών που προβλέπονται στον Νόμο Γκράχαμ», αναφέρει ο Τραμπ στο διάταγμα, προσθέτοντας: «Έχω υποβάλει στο Κογκρέσο βεβαίωση ότι η χορήγηση μιας τέτοιας απαλλαγής, τη δεδομένη χρονική στιγμή, εξυπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών».
Το διάταγμα, πάντως, δεν εξηγεί για ποιο λόγο η άρση των κυρώσεων εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, ούτε ποιο σκεπτικό επικαλείται ο Τραμπ προς το Κογκρέσο για τη χορήγηση των εν λόγω απαλλαγών.
Ωστόσο, είναι προφανές πως όλα γίνονται για την ενεργειακή ακρίβεια στις ΗΠΑ και τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, όπως σχολιάζουν αναλυτές, σχολιάζοντας χαρακτηριστικά: «Όλα για το πετρέλαιο». Το ζητούμενο είναι, όμως, αν οι κινήσεις αυτές του Τραμπ θα έχουν όντως αποτέλεσμα για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους και αν προλαβαίνουν μέχρι τις εκλογές να «αποσύρουν» τη δυσαρέσκειά τους και να τη μετατρέψουν σε ψήφο υπέρ των Ρεπουμπλικανών.
Υπενθυμίζεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα πως είχε καταλήξει σε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν και πως οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αρχίσουν να εισάγουν ρωσικό ντίζελ. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ήρε προσωρινά τις κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ «για να επιτρέψει την προμήθειά του στην παγκόσμια αγορά» και έδωσε στους Ρώσους παραγωγούς ενέργειας γενική άδεια πώλησης καυσίμου ντίζελ μέχρι τον Απρίλιο.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε την οργή του οροέδρου της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς και αντιδράσεις από Ευρωπαίους αξιωματούχους. Αυτή την εβδομάδα, μια διακομματική ομάδα γερουσιαστών κάλεσε τον Τραμπ να ανακαλέσει την εξαίρεση από τις κυρώσεις που αφορά στο ντίζελ.
Επιπλέον, η κίνηση για την παροχή εξαίρεσης από τις κυρώσεις προκάλεσε άμεση αποδοκιμασία από επικριτές στο Κογκρέσο, οι οποίοι είχαν προβλέψει ότι ο Τραμπ δεν θα τις επέβαλε.
Σφοδρές αντιδράσεις των Δημοκρατικών: «Οικτρή αποτυχία ηγεσίας»
«Η πρόσφατη συνθηκολόγηση του Τραμπ απέναντι στον Πούτιν προδίδει για άλλη μια φορά τους Ουκρανούς εταίρους μας και αψηφά τη σαφή βούληση του Κογκρέσου, όπως αυτή αποτυπώνεται σε νομοθεσία που αποσκοπεί στην τιμωρία της Ρωσίας για τον παράνομο επιθετικό της πόλεμο», δήλωσε ο βουλευτής Ντον Μπάγιερ, Δημοκρατικός από τη Βιρτζίνια.
Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν από τη Μασαχουσέτη, η ανώτερη Δημοκρατική στην Επιτροπή Τραπεζικών Υποθέσεων, χαρακτήρισε την κίνηση του Τραμπ ως «οικτρή αποτυχία» ηγεσίας.
«Αίροντας αυτές τις κυρώσεις, ο Τραμπ περιφρονεί προκλητικά την εντολή του Κογκρέσου να εντείνει την πίεση προς το Κρεμλίνο, επιτρέποντας παράλληλα στον Βλαντίμιρ Πούτιν να συνεχίσει τον επιθετικό του πόλεμο», ανέφερε.
Ο νόμος περί κυρώσεων αποτελούσε έμπνευση του Γκράχαμ, ενός πολιτικού με σκληρή στάση απέναντι στη Ρωσία και στενού συμμάχου του Τραμπ. Η νομοθετική ρύθμιση, η οποία επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ στις 18 Οκτωβρίου, έτυχε διακομματικής στήριξης, παρά τις ανησυχίες ότι ο πρόεδρος ενδέχεται να μην τηρήσει τις απαιτήσεις περί κυρώσεων και ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να κάνει κατάχρηση της εξουσίας του για την επιβολή δασμών.
Αμφίβολο το όφελος για την αμερικανική οικονομία
Στο εκτελεστικό διάταγμα, ο Τραμπ ανέφερε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα «παρακολουθούν» τις αγορές ρωσικού πετρελαίου από άλλες χώρες και πως οι σύμβουλοί του θα εισηγηθούν κατά πόσον πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα όσον αφορά στους δασμούς.
Δεν είναι σαφές, πάντως, εάν η άρση ορισμένων κυρώσεων σημαίνει ότι η Ρωσία θα γίνει και πάλι δεκτή στο δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, έπειτα από χρόνια απομόνωσης.
«Η βασική δομή των κυρώσεων παραμένει σε ισχύ και κανείς δεν θέλει να βρεθεί εκτεθειμένος στον κίνδυνο τη στιγμή που θα ανακληθεί η εξαίρεση», εξήγησε ο Ντάνιελ Τάνεμπαουμ, εταίρος στην Oliver Wyman, μια συμβουλευτική εταιρεία που παρέχει συμβουλές σε τράπεζες σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τα ζητήματα κυρώσεων. «Δεν είμαι βέβαιος ποιος θετικός αντίκτυπος θα προκύψει, στην πραγματικότητα, για την αμερικανική οικονομία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Πηγή: in.gr





