Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Ευρώπη δείχνουν την ακροδεξιά να ενισχύεται στις κάλπες, ενώ ήδη από το 2022 στην Ιταλία η Τζόρτζια Μελόνι κέρδισε τις εκλογές, αποτελώντας την πρώτη ακροδεξιά επικεφαλής κυβέρνησης στη Δυτική Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το επίτευγμα αυτό όμως η ευρωπαϊκή ακροδεξιά το οφείλει εν πολλοίς στον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.
Αυτό υποστηρίζει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Τζέισον Χόροβιτς που πέρασε μεγάλο μέρος των τελευταίων 25 ετών στην Ιταλία, ενώ ανέλαβε και επικεφαλής του γραφείου των New York Times στη Ρώμη.
Στο νέο του βιβλίο «The Italian Job» (2026), κάνει μια αναδρομή στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ιταλίας και σκιαγραφεί μια εικόνα εκείνη μιας χώρας που έχει λειτουργήσει ως εργαστήριο πολιτικών τάσεων οι οποίες εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει ο Ιταλός δημοσιογράφος Μικέλε Μπαρμπέρο στο Foreign Policy ο Χόροβιτς υποστηρίζει ότι ο Μπερλουσκόνι καταργώντας τον αποκλεισμό της ιταλικής άκρας δεξιάς και εντάσσοντάς την επανειλημμένα σε κυβερνήσεις συνασπισμού, συνέβαλε στο να ανοίξει ο δρόμος για την άνοδό της.
Αυτή κορυφώθηκε με την εκλογή της Τζόρτζια Μελόνι στην πρωθυπουργία πριν από τέσσερα χρόνια και συνέβαλε σε μια ευρύτερη τάση σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Σύμφωνα με τον Χόροβιτς, ο Μπερλουσκόνι πίστευε ότι το άνοιγμα των πυλών της κυβέρνησης στο μεταφασιστικό Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα, έναν πρόδρομο του κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας της Μελόνι, θα επιτάχυνε τη μεταμόρφωσή του σε μια πιο συμβατική συντηρητική πολιτική δύναμη.
Παρότι η Μελόνι έχει εφαρμόσει μια έντονα συντηρητική πολιτική ατζέντα, περιορίζοντας τα δικαιώματα στην άμβλωση, απαγορεύοντας την παρένθετη μητρότητα και ενισχύοντας τις εξουσίες της αστυνομίας, οι περισσότεροι Ιταλοί με τους οποίους συνομιλεί ο Μπαρμπέρο συμφωνούν ότι δεν αποτελεί απειλή για τις δημοκρατικές ελευθερίες.
Εκείνο όμως που δεν κατάφερε να προβλέψει ο Μπερλουσκόνι, γράφει ο Χόροβιτς, ήταν ότι οι κυβερνητικοί του εταίροι θα καταλάμβαναν τελικά την κεντρική πολιτική σκηνή και θα παραμέριζαν τη Forza Italia.
Το 2018, ο Ματέο Σαλβίνι -ηγέτης ενός άλλου ακροδεξιού κόμματος, της Λέγκας- έγινε υπουργός Εσωτερικών σε μια κυβέρνηση συνασπισμού με το αντισυστημικό Κίνημα Πέντε Αστέρων. Η Ιταλία εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για τους δεξιούς λαϊκιστές διεθνώς, μεταξύ των οποίων και ο πρώην στρατηγικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου Στιβ Μπάνον, ο οποίος επισκεπτόταν συχνά την Ιταλία εκείνη την περίοδο, στο πλαίσιο των προσπαθειών του να οικοδομήσει μια ευρεία συμμαχία κατά της παγκοσμιοποίησης.
Όπως το θέτει ο Χόροβιτς, η Ιταλία ήταν «το μέρος όπου έπρεπε να βρίσκεται κανείς, αν ανήκε στους πιο πρόθυμους εμπρηστές της υπάρχουσας παγκόσμιας τάξης».
Αφού δύο ακόμη κυβερνήσεις συνασπισμού σχηματίστηκαν και αποχώρησαν γρήγορα από την εξουσία, η Μελόνι εκτοξεύτηκε στις δημοσκοπήσεις και κέρδισε τις γενικές εκλογές του 2022.
Επαναλαμβάνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη
Ο Χόροβιτς υποστηρίζει ότι η έξοδος της ιταλικής άκρας δεξιάς από το περιθώριο επαναλαμβάνεται από παρόμοια κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το The Italian Job δεν εμβαθύνει στην πολιτική άλλων χωρών, αλλά αξίζει να σημειωθεί ότι η Ιταλία δημιούργησε ένα προηγούμενο: τα τελευταία χρόνια, λαϊκιστικά εθνικιστικά κόμματα έχουν στηρίξει κυβερνήσεις ή έχουν συμμετάσχει σε αυτές στη Σουηδία και την Ολλανδία.
Στη Γαλλία, η ηγέτιδα του Εθνικού Συναγερμού Μαρίν Λεπέν θεωρείται το φαβορί για τις προεδρικές εκλογές της επόμενης άνοιξης. Το κόμμα Reform UK βρίσκεται στην κορυφή των εθνικών δημοσκοπήσεων κατά το μεγαλύτερο μέρος του τελευταίου έτους. Πρόσφατα, το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία ενίσχυσε σημαντικά τη θέση του έναντι των συντηρητικών Χριστιανοδημοκρατών σε αρκετές περιφερειακές εκλογές.
Το βασικό ερώτημα
Όσο για το αν η άκρα δεξιά είναι προορισμένη να μετριάσει τις θέσεις της καθώς πλησιάζει στην εξουσία, ο Χόροβιτς αφήνει το ερώτημα ανοιχτό.
Οι Ιταλοί, γράφει, μπορεί να μπαίνουν στον πειρασμό του λαϊκισμού, αλλά τελικά αποτελούν ένα έθνος μετριοπαθών πολιτών, με ελάχιστη συμπάθεια προς τον αυταρχισμό. Το ιταλικό πολιτικό σύστημα, με τον εγγενή κατακερματισμό του και την ισχυρή δικαστική εξουσία, οικοδομήθηκε πάνω στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με στόχο να εξασφαλίζει ισχυρούς θεσμικούς ελέγχους και ισορροπίες.
Ωστόσο, σε άλλες πολιτικές κουλτούρες, με λιγότερα συνταγματικά αναχώματα, η ιστορία μπορεί να είναι διαφορετική, σημειώνει ο Χόροβιτς. Για παράδειγμα, ο Μπαρμπέρο επισημαίνει εδώ την πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια της εκτελεστικής εξουσίας στη Γαλλία, όπου ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν επέβαλε το 2023 μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, χωρίς να επιτραπεί στο νομοθετικό σώμα να ψηφίσει επ’ αυτής.
Βέβαια, ο Ιταλός δημοσιογράφος παρατηρεί πως οι εκτιμήσεις του Χόροβιτς επηρεάζονται από τις προσωπικές πολιτικές του απόψεις, προδίδοντας μια ορισμένη συμπάθεια προς φιλελεύθερους μεταρρυθμιστές, όπως οι πρώην πρωθυπουργοί Ματέο Ρέντσι και Μάριο Ντράγκι, ενώ το Κίνημα Πέντε Αστέρων παρουσιάζεται ως μια ομάδα παραφρόνων με ροπή προς τις θεωρίες συνωμοσίας. Ωστόσο, για τον Μπαρμπέρο είναι μια εκτίμηση που παραβλέπει τη σταδιακή μετάβασή του, τα τελευταία χρόνια, από αντισυστημικό κίνημα σε ένα πιο συμβατικό, μετριοπαθές κόμμα με αριστερό προσανατολισμό.
«Ωστόσο, καμία περιγραφή μιας διχασμένης χώρας γεμάτης αντιφάσεις, όπως η Ιταλία, δεν μπορεί να είναι απολύτως αντικειμενική, πόσο μάλλον μια περιγραφή τόσο ευρεία και προσωπική όσο αυτή» καταλήγει ο Μπαρμπέρο.
Πηγή: in.gr





