Μια ολόκληρη αντικινεζική «βιομηχανία» εντός των ΜΜΕ, του στρατού και δεξαμενών σκέψης στις ΗΠΑ υπερτονίζει την κινεζική απειλή έναντι της Ταϊβάν. Και όμως, Πεκίνο και Ταϊπέι εξακολουθούν εδώ και δεκαετίες αποφεύγουν την ανοιχτή σύγκρουση, παρά τις κατά καιρούς προκλητικές ενέργειες. Πού οφείλεται αυτό, τη στιγμή που οι δύο αντίπαλοι έχουν κόκκινες γραμμές;
«Λίγα επιτεύγματα της διπλωματίας του Ψυχρού Πολέμου έχουν αντέξει τόσο καλά στον χρόνο» όπως αναφέρει Πήτερ Βαν Μπιούρεν, πρώην αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ, με αφορμή την πρόσφατη σύνοδο κορυφής Τραμπ–Σι στην Ουάσιγκτον.
Σε ανάλυσή του στο The American Conservative, ο Βαν Μπιούρεν παρατηρεί πως ενώ η Μέση Ανατολή «φλέγεται με νέους και ολοένα πιο θανατηφόρους τρόπους και […] ρωσικά άρματα μάχης προχωρούν ξανά στις πεδιάδες της Ουκρανίας σαν να βρισκόμαστε ακόμη στο 1943, η Κίνα δεν έχει επιχειρήσει να καταλάβει την Ταϊβάν διά της βίας στα σχεδόν 50 χρόνια που ισχύει το σημερινό πλαίσιο».
Υπενθυμίζεται ότι τη δεκαετία του 1970 οι ΗΠΑ και η Κίνα κατέληξαν στο σημερινό modus vivendi, διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο Ουάσιγκτον, Πεκίνο και Ταϊπέι συνυπάρχουν με το ζήτημα του μελλοντικού καθεστώτος της Ταϊβάν να παραμένει άλυτο.
Αυτό λοιπόν το επίτευγμα, ο Αμερικανός, ο οποίος έχει υπηρετήσει και στην Ταϊπέι, το αποδίδει στην κινεζική κοσμοθεωρία, σύμφωνα με την οποία η Ιστορία θα διορθώσει αργά αλλά αναπόφευκτα όλες τις γεωπολιτικές αδικίες, στις οποίες, σύμφωνα με αυτή την κοσμοθεωρία, περιλαμβάνεται και η μετατροπή της Ταϊβάν σε αποσχισθείσα επαρχία.
«Η Κίνα έχει περάσει δεκαετίες απειλώντας την Ταϊβάν, ναι, αλλά χωρίς να εισβάλει σε αυτήν ή να την αποκλείσει. Η κινεζική κυβέρνηση έχει βάσιμους λόγους να προσδοκά ότι μια λίγο-πολύ ειρηνική προσέγγιση του ζητήματος θα της αποφέρει οφέλη μακροπρόθεσμα» λέει και επικαλείται ως προηγούμενα το Χονγκ Κονγκ και το Μακάο, των οποίων ο έλεγχος πέρασε τελικά από τη Βρετανία και την Πορτογαλία αντίστοιχα στην Κίνα χωρίς πόλεμο.
«Ανέκτησε ειρηνικά τον έλεγχο και των δύο περιοχών από τις αποικιακές δυνάμεις που τις είχαν κατακτήσει».
Έτσι ο Βαν Μπιούρεν χαρακτηρίζει την Κίνα έναν υπομονετικό και πραγματιστή διαπραγματευτή, «δείχνοντας ότι μπορεί να περιμένει ακόμη και εκατοντάδες χρόνια όταν πιστεύει ότι οι ιστορικές συνθήκες κινούνται προς όφελός της».
Γιατί να μην εισβάλει;
Πράγματι, ο Αμερικανός πρώην αξιωματούχος λέει στη συνέχεια ότι η Κίνα έχει τεράστιους οικονομικούς λόγους για να μην εισβάλει στην Ταϊβάν.
Μεταξύ 2019 και 2024, οι επενδύσεις της Ταϊβάν στην Κίνα ανήλθαν συνολικά σε 210 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2019, η αξία του εμπορίου μεταξύ των δύο πλευρών του Στενού ανερχόταν σε 176 δισεκ. δολ. Εν τω μεταξύ, οι συνολικές αμερικανικές επενδύσεις στην Κίνα έχουν ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, το σύνολο των οποίων θα κινδύνευε εάν η Κίνα επιτιθόταν στην Ταϊβάν.
«Η οικονομική ολοκλήρωση δεν συνέβαλε μόνο στη διατήρηση της ειρήνης» αλλά «αποδείχθηκε και εξαιρετικά επικερδής. Η Κίνα και η Ταϊβάν έχουν περάσει χρόνια κάνοντας κάτι παράξενο για δύο κυβερνήσεις που υποτίθεται ότι προετοιμάζονται για πόλεμο: πλουτίζουν μαζί».
Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι η Κίνα θα ήθελε να καταλάβει μια χώρα, στην οποία βρίσκεται η εταιρεία Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC) που παράγει περίπου το 90% των πλέον προηγμένων ημιαγωγών παγκοσμίως. Αυτά τα τσιπ αποτελούν τη βάση σχεδόν κάθε προηγμένου τεχνολογικού προϊόντος που έχει σημασία, από την τεχνητή νοημοσύνη και τα smartphones μέχρι τα οπλικά συστήματα.
Ο Βαν Μπιούρεν, μάλιστα, παρομοιάζει τη σημασία των ημιαγωγών για το 21ο αιώνα με εκείνης του πετρελαίου τον 19ο και 20ο αιώνα.
Ωστόσο, όπως εξηγεί, ένα πετρελαϊκό κοίτασμα μπορεί να καταληφθεί, αλλά όχι ένα οικοσύστημα ημιαγωγών.
«Η καταστροφή της TSMC θα ήταν ένας τρομερός τρόπος για να αποκτήσει κανείς την TSMC. Μια εισβολή στην Ταϊβάν με στόχο την κατάληψη των εργοστασίων θα ήταν πιθανότερο να καταλήξει σε σοβαρές ζημιές ή στην καταστροφή των εγκαταστάσεων της εταιρείας. Είναι πιθανό, αν όχι πολύ πιθανό, ότι οι ΗΠΑ και η ίδια η Ταϊβάν είναι προετοιμασμένες να αχρηστεύσουν τις εγκαταστάσεις της TSMC εφόσον χρειαστεί» λέει.
Εξάλλου μεγάλο μέρος του του προηγμένου εξοπλισμού παραγωγής της TSMC προέρχεται από την Ολλανδία και τα απαραίτητητα χημικά από την Ιαπωνία, χώρες αμφότερες συμμαχικές των ΗΠΑ. «Αυτοί οι δύο σύμμαχοι των ΗΠΑ θα μπορούσαν ασφαλώς να διακόψουν τις προμήθειες. Μπορείς να ελέγξεις τα εργοστάσια με στρατιώτες επί του εδάφους, αλλά οι στρατιώτες δεν μπορούν να κατασκευάσουν τσιπ» σημειώνει, υπογραμμίζοντας και τον ανθρώπινο παράγοντα, καθώς οι καταρτισμένοι εργαζόμενοι της Ταϊβάν στον κλάδο των ημιαγωγών «πιθανότατα δεν θα εκτελούσαν τη δύσκολη εργασία τους υπό την απειλή κινεζικών όπλων».
Τελικά, καθώς η Κίνα βρίσκεται στα πρώτα στάδια δημιουργίας μιας μεγάλης εγχώριας βιομηχανίας ημιαγωγών, ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από την Ταϊβάν, ο Βαν Μπιούρεν εκτιμά, πως μακροπρόθεσμα, η σημασία της TSMC θα μειωθεί και παράλληλα οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ- Κίνας θα συνεχίσουν να περιορίζουν τις πιθανότητες ενός πολέμου για την Ταϊβάν.
Γι’ αυτό και Τραμπ και Σι, όταν συναντηθούν άλλες δύο φορές πριν από το τέλος του έτους, ο Αμερικανός αναλυτής εκτιμά πως το καθεστώς της Ταϊβάν πιθανότατα δεν θα βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα.
Πηγή: in.gr





