Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα: μια χρονιά γεμάτη εκλογές που θα μπορούσε να ταρακουνήσει την ΕΕ

Γαλλία, Ισπανία, Ελλάδα: μια χρονιά γεμάτη εκλογές που θα μπορούσε να ταρακουνήσει την ΕΕ

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η Ευρώπη προετοιμάζεται για έναν έντονο πολιτικό κύκλο γεμάτο κρίσιμες εκλογές. Η Γαλλία παραμένει μία από τις πιο σημαντικές στην ΕΕ, καθώς όποιος και αν αναδειχθεί νικητής, η χώρα θα υποστεί μια βαθιά αλλαγή στην κυβέρνηση μετά την αποχώρηση του Εμανουέλ Μακρόν, καθώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα, δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία και η ηγεσία του οποίου χαρακτηρίστηκε από ένα σαφώς προσωποκεντρικό ύφος.

Σε περίπτωση που θριαμβεύσει η ακροδεξιά της Μαρίν Λε Πεν, όπως υποδηλώνουν πολυάριθμες αναλύσεις, η αλλαγή θα είναι τεράστια τόσο για τη Γαλλία, η οποία, προς το παρόν, «βράζει» από τις μαθητικές κινητοποιήσεις, όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γενικές εκλογές θα γίνουν επίσης στην Ισπανία, όπως ανακοίνωσε ο Πέδρο Σάντσεθ, μετά το κοινοβουλευτικό «μπλόκο» στο σχέδιο της σοσιαλιστικής κυβέρνησης για την στεγαστική κρίση, καθώς και στην Ελλάδα, την Φινλανδία και τις χώρες της Βαλτικής. Αυτές οι εκλογικές αναμετρήσεις θα δοκιμάσουν σκληρά την πρόοδο της ακροδεξιάς σε μια ήπειρο που ακόμα προσπαθεί να συμβιβαστεί με τον θρίαμβο της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία» (AfD) στην Σαξονία.

Η Σουηδία έδωσε το έναυσμα πριν από δύο εβδομάδες. Οι Σοσιαλδημοκράτες συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό των ψήφων, ωθώντας τους Ευρωπαίους προοδευτικούς – οι οποίοι σήμερα κατέχουν την εξουσία μόνο σε τρεις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, στην Ισπανία, την Δανία και την Μάλτα – να εναποθέσουν τις ελπίδες τους στην ηγέτιδα του κόμματος, Μαγδαλένα Άντερσον. Ωστόσο, με ένα ελάχιστο προβάδισμα έναντι των συντηρητικών και μετά από αρχικές διερευνητικές συνομιλίες με αριστερά κόμματα, η Άντερσον παραδέχτηκε ότι, προς το παρόν, δεν υπάρχει «καμία πιθανότητα» να σχηματιστεί κυβέρνηση.

Οι ψηφοφόροι σε όλες τις χώρες της Βαλτικής θα προσέλθουν επίσης στις κάλπες υπό τη σκιά της ρωσικής απειλής, η οποία εντείνεται λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας και των επαναλαμβανόμενων εισβολών των drones της Μόσχας, που οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης της Λετονίας τον περασμένο Μάιο. Τα exit polls μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές στη Λετονία έδειξαν ότι ο κεντροδεξιός κυβερνητικός συνασπισμός υπό την ηγεσία του Άντρις Κούλμπεργκς – ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία από την κρίση με τα drones – ενδέχεται να μην καταφέρει να εξασφαλίσει απόλυτη πλειοψηφία.

Τον Μάρτιο του 2027 θα έρθει η σειρά της Εσθονίας, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι οι συντηρητικοί ενδέχεται να συγκεντρώσουν το 23,4% των ψήφων, ακολουθούμενοι από τους κεντρώους φιλελεύθερους με 21,6% και τους Σοσιαλδημοκράτες με 15,4%. Η λαϊκιστική δεξιά φαίνεται να αναδεικνύεται ως η τέταρτη μεγαλύτερη δύναμη με 13,1%.

Ωστόσο, είναι ο γαλλικός προεδρικός αγώνας που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία όσον αφορά στην ακροδεξιά. Στον πρώτο γύρο, που έχει προγραμματιστεί για τον Απρίλιο, η Μαρίν Λε Πεν προηγείται στις δημοσκοπήσεις με 34% στην πρόθεση ψήφου, μπροστά από τον Εντουάρ Φιλίπ και τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν, οι οποίοι συγκεντρώνουν ποσοστά μεταξύ 15% και 19%.

Η προοπτική να κυβερνηθεί μία από τις ιδρυτικές, μεγάλες δυνάμεις της ΕΕ από ένα ακροδεξιό κίνημα προκαλεί βαθιά ανησυχία στις Βρυξέλλες. Η Φρανκφούρτη μοιράζεται αυτές τις ανησυχίες: η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι ενδέχεται να αποχωρήσει νωρίτερα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο διάδοχός της θα επιλεγεί πριν από τις εκλογές.

Η Ισπανία αποτελεί μια ακόμη σημαντική πηγή αβεβαιότητας για την ΕΕ. Εκτός από την απειλή επικείμενων πρόωρων γενικών εκλογών, μετά την απόρριψη από το Κογκρέσο των βασικών κυβερνητικών διαταγμάτων για τη στέγαση την περασμένη Παρασκευή, οι ψηφοφόροι θα συμμετάσχουν σε δημοτικές και περιφερειακές εκλογές το 2027.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν το κεντροδεξιό PP να προηγείται με 30,9%, κάτι που θα απαιτούσε τη στήριξη του Vox για να σχηματιστεί κυβέρνηση. Το ακροδεξιό κόμμα του Σαντιάγο Αμπασκάλ θα κερδίσει έως και 31 έδρες σε σύγκριση με τις τελευταίες εκλογές, καταλαμβάνοντας συνολικά 64 έδρες. Το κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) θα συγκεντρώσει 27,1%, ενώ ο αριστερός συνασπισμός του Sumar θα περιοριστεί στο ένα τρίτο της τρέχουσας δύναμής του, με 6,2%.

Κρίσιμες εκλογές και στην Ελλάδα

Η Ελλάδα και η Φινλανδία πρόκειται επίσης να ανανεώσουν τα κοινοβούλιά τους, με τις εθνικές εκλογές στην Αθήνα να αναμένονται – πιθανότατα – μέσα στον Απρίλιο.

Οι δημοσκοπήσεις δίνουν την πρωτιά στη ΝΔ του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ωστόσο, η φθορά του κυβερνώντος κόμματος και η εντεινόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια δεν δίνουν ποσοστά αυτοδυναμίας.

Το προοδευτικό αριστερό μπλοκ, που μπορεί θεσμικά να έχει επικεφαλής το ΠΑΣΟΚ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε όλες τις μετρήσεις έχει στην κορυφή την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα, με τις πιθανότητες – όπως υποστηρίζουν διεθνείς και εγχώριοι αναλυτές – να θέλουν συνεργασία των δύο δυνάμεων και όχι μόνον, προκειμένου να σχηματιστεί κυβέρνηση και να υπάρξει πολιτική αλλαγή.

Όσο για την ακροδεξιά, ανησυχία προκαλεί η επιδιωκόμενη εκλογική κάθοδος του καταδικασμένου για εγκληματική οργάνωση Ηλία Κασιδιάρη, με την Πολιτεία να εξετάζει νέους τρόπους για να την «μπλοκάρει», ωστόσο, όπως όλα δείχνουν, η «μπάλα» βρίσκεται στα χέρια του Αρείου Πάγου.

Στη Φινλανδία, από την άλλη πλευρά, η ακροδεξιά κατέχει ήδη επτά βασικά υπουργικά χαρτοφυλάκια, μεταξύ των οποίων τα υπουργεία Οικονομίας, Δικαιοσύνης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Υγείας, κυβερνώντας σε συνασπισμό με το συντηρητικό Εθνικό Κόμμα Συνασπισμού του πρωθυπουργού Πετέρι Όρπο. Η χώρα αντιμετωπίζει έντονες κοινωνικές τριβές που πυροδοτήθηκαν από τις βαθιές περικοπές στις κοινωνικές παροχές. Το ευρωσκεπτικιστικό και αντιμεταναστευτικό Κόμμα των Φινλανδών θα μπορούσε να καταστεί το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα με ποσοστό 15,3%, ακολουθώντας μόνο τους Σοσιαλδημοκράτες (23,3%) και το κεντροδεξιό Κόμμα Εθνικού Συνασπισμού (16,7%).

Το βλέμμα της ΕΕ στις εκλογές ανά την Ευρώπη

Η ΕΕ παρακολουθεί επίσης στενά τις επικείμενες γενικές εκλογές στην Πολωνία, οι οποίες αναμένεται να διεξαχθούν το αργότερο τον Οκτώβριο του 2027. Τα διακυβεύματα είναι τεράστια για ολόκληρη την Ένωση, αφού η Βαρσοβία επιβεβαίωσε την φιλοευρωπαϊκή της δέσμευση μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τουσκ στην εξουσία. Υπό τον προκάτοχό του, τον λαϊκιστή Ματέους Μοραβιέτσκι, η Πολωνία δέχτηκε επανειλημμένα επικρίσεις από τις Βρυξέλλες για παραβιάσεις των κοινωνικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, γεγονός που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παγώσει τα κονδύλια της ΕΕ, όπως είχε κάνει και με την Ουγγαρία.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η πρόεδρός της, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή τις εθνικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Στην ομιλία της για την Κατάσταση της Ένωσης τον Σεπτέμβριο, η Γερμανίδα ηγέτιδα παρέθεσε παραλληλισμούς μεταξύ των ακροεθνικιστικών κινημάτων και της ρωσικής παρέμβασης, κατηγορώντας τα ότι σπέρνουν διχόνοια μεταξύ των Ευρωπαίων.

«Τα ονόματα μπορεί να διαφέρουν, αλλά ο στόχος τους παραμένει ο ίδιος. Περιφρονούν τις αξίες μας και επιδιώκουν να καταστρέψουν την ευρωπαϊκή μας ενότητα», δήλωσε, απευθύνοντας μια αυστηρή προειδοποίηση κατά της ανόδου της ακροδεξιάς, η οποία οφείλεται και στις πολιτικές των Βρυξελλών…

Η συζήτηση για την «υγειονομική ζώνη»

Ο θρίαμβος της AfD στο γερμανικό κρατίδιο της Σαξονίας αναζωπύρωσε, πάντως, έναν από τους βαθύτερους φόβους της ΕΕ: την κατάρρευση του αποκαλούμενου «τείχους προστασίας» ή της «υγειονομικής ζώνης» (cordon sanitaire), που είχε αρχικά δημιουργηθεί για να απομονώσει πολιτικά τα ακροδεξιά κόμματα και να ανακόψει την άνοδό τους σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Ο κοινοβουλευτικός κατακερματισμός και η αυξανόμενη επιρροή των ακροδεξιών κομμάτων έχουν φέρει τη συζήτηση – και το φάντασμα που εξακολουθεί να πλανάται – στο προσκήνιο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση των 27: αν πρέπει να διατηρηθεί το «τείχος προστασίας» ή να θολώσει, έστω και εν μέρει, αυτή η ιστορική κόκκινη γραμμή.

Η ακροδεξιά θα μπορούσε κάλλιστα να επεκτείνει την επιρροή της στο πλαίσιο κυβερνητικών συνασπισμών ή ακόμη και να καταλάβει προεδρικές θέσεις, όπως υποδηλώνουν οι γαλλικές δημοσκοπήσεις. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι ο «Εθνικός Συναγερμός» της Μαρίν Λε Πεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει έως και το 57% των ψήφων στον δεύτερο γύρο, με το υπόλοιπο να μοιράζεται μεταξύ της αριστερής «Ανυπότακτης Γαλλίας» και των μετριοπαθών.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ