Στους προϋπολογισμούς των επιχειρήσεων αλλάζουν ταυτόχρονα το κόστος παραγωγής, το οποίο αυξάνεται από την ενέργεια, τα καύσιμα και τις πρώτες ύλες και το κόστος του χρήματος που χρειάζεται για να χρηματοδοτηθεί η παραγωγή, να αυξηθεί το κεφάλαιο κίνησης ή να πραγματοποιηθεί μια νέα επένδυση. Όταν ακριβαίνει μόνο το πρώτο, περιορίζεται το περιθώριο κέρδους. Όταν αυξάνονται και τα δύο μαζί, ολόκληρο το επιχειρηματικό σχέδιο κινδυνεύει να μπει στο συρτάρι.
Αυτός είναι ο πραγματικός λογαριασμός πίσω από το παγκόσμιο sell-off των ομολόγων. Η αναταραχή δεν αποτελεί απλώς ένα επεισόδιο στις αγορές ούτε περιορίζεται στις απώλειες όσων είχαν αγοράσει κρατικούς τίτλους σε χαμηλότερες αποδόσεις. Μετά την ακριβή ενέργεια, η οποία αναζωπυρώνει τον πληθωρισμό, επιστρέφει σαν νέος φόρος του χρήματος, αυξάνοντας το κόστος για κράτη, επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ενώ περιορίζει την κατανάλωση και απειλεί να κόψει πρώτα τις επενδύσεις με μακρύ ορίζοντα.
Η απόδειξη του ακριβού χρήματος ήρθε από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Αύγουστο. Το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων αυξήθηκε κατά 11 μονάδες βάσης στο 4,79%, ενώ η μέση απόδοση των νέων καταθέσεων υποχώρησε στο 0,37%. Η απόσταση μεταξύ των δύο διευρύνθηκε από 4,28 σε 4,42 ποσοστιαίες μονάδες, αποτυπώνοντας μια αγορά στην οποία το χρήμα γίνεται ακριβότερο όταν το δανείζεται ο πελάτης, αλλά παραμένει σχεδόν δωρεάν όταν το καταθέτει στην τράπεζα.
Η εικόνα είναι ακόμη βαρύτερη για όσους δεν διαθέτουν μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη. Τα επαγγελματικά δάνεια κινούνταν τον Αύγουστο στο 6,90%, τα δάνεια τακτής λήξης προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο 4,58% και οι πιστωτικές κάρτες, τα ανοικτά δάνεια και οι υπεραναλήψεις στο 14,59%. Απέναντι σε αυτά, οι καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών εξακολουθούσαν να αποδίδουν μόλις 0,03%.
Η αγορά επανατιμολογεί
Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς έφθασε στο 5,342%, ξεπερνώντας την κορυφή του 2007 και αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2002. Στην Ευρώπη, το γερμανικό δεκαετές κινήθηκε πάνω από το 3,6%, η απόδοση του γαλλικού τίτλου πλησίασε το 5% και το spread της Γαλλίας έναντι της Γερμανίας έφτασε στις 132 μονάδες βάσης, το μεγαλύτερο των τελευταίων 14 ετών. Το ελληνικό δεκαετές κινείται πλέον γύρω στο 4,5%, περίπου 50 μονάδες βάσης υψηλότερα σε σχέση με το τέλος Αυγούστου.
Η προεία των αποδόσεων δείχνει οτι οι αγορές δεν επανατιμολογούν μόνο τον πληθωρισμό ή την επόμενη κίνηση των κεντρικών τραπεζών, αλλά τον ίδιο τον χρόνο. Όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια για την οποία ένας επενδυτής δεσμεύει τα χρήματά του, τόσο υψηλότερη απόδοση απαιτεί για να καλυφθεί από τον πληθωρισμό, τη δημοσιονομική αβεβαιότητα και τον κίνδυνο να εκδοθεί ακόμη μεγαλύτερος όγκος χρέους.
Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι κράτη και επιχειρήσεις θα χρειαστεί να αντλήσουν 29 τρισ. δολάρια από τις αγορές μέσα στο 2026, ποσό αυξημένο κατά 17% σε σχέση με το 2024. Μόνο οι χώρες του ΟΟΣΑ αναμένεται να εκδώσουν κρατικό χρέος 18 τρισ. δολαρίων, έναντι 12 τρισ. το 2022, ενώ σχεδόν το 80% του κρατικού δανεισμού αφορά πλέον την αναχρηματοδότηση παλαιότερων υποχρεώσεων. Η αυξανόμενη προσφορά τίτλων συναντά μικρότερη διάθεση για μακροχρόνιες τοποθετήσεις και ανεβάζει την τιμή που πρέπει να πληρώσει κάθε νέος δανειζόμενος.
Αγοράζοντας χρόνο
Η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον την πηγή του κινδύνου και, παρά την άνοδο της απόδοσης του δεκαετούς, δανείζεται φθηνότερα από τη Γαλλία. Το ελληνικό Δημόσιο διαθέτει επιπλέον μια ασπίδα που χτίστηκε μέσα από τις ρυθμίσεις της προηγούμενης κρίσης, καθώς η μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους, τα σταθερά επιτόκια, οι επίσημοι πιστωτές και το ταμειακό απόθεμα περιορίζουν την άμεση επίδραση των αγορών στον προϋπολογισμό.
Η προστασία αυτή αγοράζει χρόνο, αλλά δεν εξαφανίζει το κόστος. Κάθε νέα έκδοση πραγματοποιείται πλέον σε ακριβότερη αγορά και όσο περισσότερο διατηρούνται οι υψηλές αποδόσεις τόσο μεγαλύτερο μέρος του παλαιού φθηνού χρέους θα αντικαθίσταται από ακριβότερη χρηματοδότηση. Ο λογαριασμός θα εμφανίζεται σταδιακά στους τόκους και θα αφαιρεί δημοσιονομικό χώρο από επενδύσεις, φοροελαφρύνσεις και κοινωνικές δαπάνες.
Για τις επιχειρήσεις, όμως, η μετάδοση είναι πολύ ταχύτερη. Στην Ευρωζώνη η αξία των νέων επιχειρηματικών δανειακών συμβάσεων μειώθηκε από 27 δισ. ευρώ τον Ιούνιο σε 22 δισ. τον Ιούλιο και 11 δισ. τον Αύγουστο. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η πτώση στα δάνεια διάρκειας άνω των πέντε ετών, από 21 δισ. ευρώ τον Ιούνιο σε μόλις 8 δισ. τον Αύγουστο.
Η αγορά κόβει πρώτη τη χρηματοδότηση που απαιτεί χρόνο για να αποδώσει, δηλαδή τις επενδύσεις σε εργοστάσια, εξοπλισμό, ενέργεια και τεχνολογία. Η έρευνα SAFE της ΕΚΤ είχε ήδη καταγράψει ότι το 42% σε καθαρούς όρους των επιχειρήσεων της Ευρωζώνης ανέφερε αύξηση των τραπεζικών επιτοκίων, ενώ παράλληλα αυξάνονταν οι προμήθειες και οι απαιτήσεις για εγγυήσεις.
Η Ελλάδα έχει καταφέρει να προστατεύσει το δημόσιο χρέος της από τις καθημερινές μεταβολές των αγορών. Οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όμως, δεν διαθέτουν ούτε επίσημους πιστωτές ούτε αποπληρωμές απλωμένες σε δεκαετίες. Για αυτούς ο νέος φόρος του χρήματος έχει ήδη αρχίσει να εισπράττεται και το πραγματικό του ύψος θα φανεί στις επενδύσεις που δεν θα πραγματοποιηθούν, στις θέσεις εργασίας που δεν θα δημιουργηθούν και στην ανάπτυξη που κινδυνεύει να χαθεί, όσο δεν σταματά η νέα ενεργειακή κρίση.
Πηγή: ot.gr





