Όπλα μαζικής καταστροφής δεν βρέθηκαν ποτέ, ούτε αποδείχθηκε επιχειρησιακή συνέργεια του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ με την Αλ-Κάιντα, όπως είχαν ψευδώς υποστηρίξει η Ουάσιγκτον και το Λονδίνο για να εξαπολύσουν τον περιώνυμο «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».
Παρ’ όλα αυτά χρειάστηκε να περάσουν 23 χρόνια αφότου ο Τζορτζ Γ. Μπους διέταξε την εισβολή των ΗΠΑ στα ιρακινά εδάφη μέχρι η στρατιωτική παρουσία τους σε αυτή τη χώρα της Μέσης Ανατολής να ρίξει «αυλαία», ενώ το αποτύπωμά τους παραμένει βαθύ και ορατό.
Η διαδικασία δεν ήταν χαοτική, όπως συνέβη προ πενταετίας στο Αφγανιστάν, έπειτα από 20 χρόνια ενός αδιέξοδου πολέμου και με τους φονταμενταλιστές Ταλιμπάν να έχουν πλέον εδραιώσει το «Ισλαμικό Εμιράτο» τους.
Συνέβη ωστόσο εν μέσω χάους και γεωπολιτικών διατάξεων στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο τους τελευταίους επτά μήνες έναν έτερο αδιέξοδο πόλεμο των ΗΠΑ: αυτόν στο Ιράν.
Στην πραγματικότητα, η ολοκληρωθείσα στις 30 Σεπτεμβρίου αποχώρηση των Αμερικανών στρατιωτών από το Ιράκ δεν ήταν καν η πρώτη.
Είχαν αποσυρθεί πρώτη φορά το 2011, οκτώ χρόνια μετά την εισβολή του 2003 και την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν με τη συνδρομή της «Συμμαχίας των Προθύμων», αφήνοντας πίσω τους «καμένη γη».
Το αποσταθεροποιημένο Ιράκ βυθίστηκε σε έναν θρησκευτικο-εθνοτικό εμφύλιο, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για την τρομακτική άνοδο του «Ισλαμικού Κράτους» (ISIS).
Κι αυτή, με τη σειρά της, άνοιξε το δρόμο για τη στρατιωτική επιστροφή των ΗΠΑ.
Με τη φυλακή του Αμπού Γκράιμπ να παραμένει σύμβολο των εγκλημάτων που διέπραξαν με τα φρικτά βασανιστήρια Ιρακινών κρατουμένων, επανήλθαν το 2014, αυτή τη φορά έπειτα από αίτημα της ανήμπορης Βαγδάτης, ηγούμενες ενός διεθνούς συνασπισμού κατά του ISIS στο Ιράκ και τη Συρία.
Ήταν αυτή η επιχείρηση που έριξε «αυλαία», χωρίς να έχει εξαλειφθεί πλήρως ο ISIS και με την Ουάσιγκτον να διατηρεί τη μόχλευση στα ιρακινά εδάφη.
Οικονομική και γεωπολιτική.
Το Ιράκ και η θεωρία του κενού
Προγραμματισμένη, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Ιράκ είχε συμφωνηθεί από το 2024, επί προεδρίας του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν.
Ολοκληρώθηκε επί προεδρίας του Ρεπουμπλικανού προκατόχου και διαδόχου του στον Λευκό Οίκο, Ντόναλντ Τραμπ.
Το αντίστροφο δηλαδή απ’ ό,τι συνέβη στο Αφγανιστάν.
Συνδυαστικά, οι δύο αυτές αμερικανικές στρατιωτικές αποχωρήσεις σηματοδοτούν συνδυαστικά το κλείσιμο ενός περίπλοκου, μελανού κεφαλαίου στη μακρά ιστορία των επεμβάσεων των ΗΠΑ, την ώρα που παραμένει ορθάνοιχτο ένα νέο στο Ιράν.
Οι δύο ατέρμονοι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν από τη μιά, ο εν εξελίξει αδιέξοδος πόλεμος στο Ιράν από την άλλη, προσφέρουν ένα κοινό δίδαγμα -αν και από διαφορετικές σκοπιές- για τα όρια του τι μπορεί να επιτευχθεί με τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ.
Το Αφγανιστάν διαφεντεύουν και πάλι οι Ταλιμπάν, όπως πριν από την επέμβαση του 2001.
Στο Ιράν, το θεοκρατικό καθεστώς όχι μόνο δεν έχει ανατραπεί, αλλά πλέον οι πιο σκληροπυρηνικοί έχουν το πάνω χέρι.
Στο Ιράκ, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη.
Η ηγεσία της Βαγδάτης υπό την πρωθυπουργία του 41χρονου σιίτη επιχειρηματία Αλί αλ Ζαΐντι συνεχίζει τις μπίζνες με τις ΗΠΑ.
Υποστηριζόμενες από το Ιράν σιιτικές πολιτοφυλακές εν τω μεταξύ -ενταγμένες στον κρατικό μηχανισμό ασφαλείας ή όχι- λειτουργούν ως κράτος εν κράτει και το «μακρύ χέρι» της Τεχεράνης, ενώ διεκδικούν με ετερογενείς δραστηριότητες μέρος από τη «πίτα» των κερδών στην πετρελαιοπαραγωγό χώρα.
Στις δε τάξεις του πληθυσμού του Ιράκ -σουνιτών, σιιτών και Κούρδων, που από την περασμένη Τετάρτη συμμετέχουν στους επίσημους τετραήμερους εορτασμούς για τη λεγόμενη «Ημέρα Εθνικής Κυριαρχίας»- ο προβληματισμός για την επόμενη ημέρα περισσεύει.
Υπάρχει διάχυτη δυσαρέσκεια για την ενδημική διαφθορά, ανησυχία για τζιχαντιστικούς πυρήνες που δεν έχουν διαλυθεί και αβεβαιότητα για το εάν θα αυξηθεί περαιτέρω η ιρανική επιρροή, ενώ η Μέση Ανατολή βυθίζεται στο χάος, με τα εδάφη και τον εναέριο χώρο του Ιράκ να γίνονται ένθεν κακείθεν «σουρωτήρι».

Οι ΗΠΑ φεύγουν, οι Αμερικανοί μένουν
Κατά τον Αλί αλ Ζαΐντι -μέχρι πρότινος άγνωστο στο ευρύ κοινό σιίτη επιχειρηματία, ο οποίος εξελέγη απροσδόκητα πρωθυπουργός την περασμένη άνοιξη- δεν υπάρχει αμφιβολία.
Ο «πιο σημαντικός στρατηγικός εταίρος» της Βαγδάτης, διακήρυξε, είναι η Αμερική.
Τα αισθήματα δείχνουν να είναι κοινά με τον Ντόναλντ Τραμπ.
«Φανταστικός τύπος, φίλος μου», είπε τις προάλλες για τον Ιρακινό πρωθυπουργού ο πρόεδρος των ΗΠΑ.
«Τον στήριξα», υπογράμμισε, και «ελπίζω ότι θα μπορέσει να διαχειριστεί τα πράγματα πολύ καλά».
Τα γεωπολιτικά πονταρίσματα είναι ήδη στο τραπέζι.
Με τα Στενά του Ορμούζ πρακτικά κλειστά, το Ιράκ -τα έσοδα του οποίου προέρχονται κυρίως από τις εξαγωγές του «μαύρου χρυσού» του- έχει βρει τον τελευταίο καιρό εναλλακτική διέξοδο στη Μεσόγειο, μέσω της Συρίας του μεταβατικού προέδρου και πρώην τζιχαντιστή, Αχμέντ αλ Σάρα.
Δημιουργώντας έναν νέο ενεργειακό διάδρομο, μέχρι νεοτέρας, το Ιράκ μεταφέρει πετρέλαιο με βυτιοφόρα στα συριακά λιμάνια για εξαγωγή.
Πολλά επιστρέφουν στο Ιράκ φορτωμένα με βενζίνη.
Είναι μια προσωρινή λύση, μέχρι οι δύο χώρες να προχωρήσουν στην υλοποίηση της συμφωνίας που υπέγραψαν πρόσφατα για την ανακατασκευή του εδώ και καιρό ανενεργού αγωγού πετρελαίου Ιράκ-Συρίας.
Εκτείνεται από την πλούσια σε πετρέλαιο περιοχή του Κιρκούκ στο κουρδικό Βόρειο Ιράκ, μέχρι το μεσογειακό λιμάνι Μπανιγιάς, στη βορειοδυτική Συρία.
Το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων του Ιράκ ανέφερε ότι το έργο έχει αναλάβει ο αμερικανικός ενεργειακός κολοσσός Chevron.
Μια «διεθνής κοινοπραξία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ» θα «εκτελέσει τις τεχνικές και οικονομικές πτυχές», ανακοίνωσε το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Πρόκειται για μόλις ένα από τα δεκάδες ντιλ που ο αλ Ζαΐντι υπέγραψε τον περασμένο Ιούλιο κατά την επίσκεψή του στις ΗΠΑ, μεταξύ φορέων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Η συνολική αξία τους υπερβαίνει τα 60 δισεκατομμύρια δολάρια.
Προς αποφυγή τυχόν δυσάρεστων εκπλήξεων για την Ουάσιγκτον, η διαχείριση των εσόδων από τις πωλήσεις του ιρακινού πετρελαίου γίνεται μέσω λογαριασμού στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης.

Μια περίπλοκη δυναμική ισχύος
Μια πενταετία μετά την αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, οι σχέσεις με τους Ταλιμπάν παραμένουν εξαιρετικά τεταμένες, χωρίς επίσημη διπλωματική αναγνώριση από την Ουάσιγκτον, όπως και συνολικά από τη Δύση.
Με την Ουάσιγκτον να διατηρεί «παγωμένο» σημαντικό μέρος των συναλλαγματικών αποθεμάτων της αφγανικής Κεντρικής Τράπεζας, οι Ταλιμπάν επιχειρούν το τελευταίο διάστημα μια ρελάνς, στη συναλλακτική λογική του Τραμπ.
Έχουν καλέσει τις ΗΠΑ να ξανανοίξουν την πρεσβεία τους στην Καμπούλ, προσφέροντας ως αντάλλαγμα επενδυτικές ευκαιρίες στον πλούσιο ορυκτό πλούτο και στις υποδομές της χώρας.
Η κατάσταση στο Ιράκ εν τω μεταξύ έχει αρχίζει να θυμίζει κάτι από τη μετα-Μαδούρο Βενεζουέλα, την οποία οι ΗΠΑ μεταχειρίζονται σαν προτεκτοράτο.
Στον αντίποδα, έπειτα από επτά μήνες αδιέξοδου πολέμου, το Ιράν δείχνει να διατηρεί στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι των ΗΠΑ, τουλάχιστον προσώρας.
Εντείνοντας τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, αυξάνει το πολιτικό κόστος του πολέμου για τον Ντόναλντ Τραμπ και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου γίνονται όλο και πιο δυσβάσταχτα αισθητές στα αμερικανικά νοικοκυριά, ένα μήνα πριν από τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος χρησιμοποιεί στις δηλώσεις του αυτό το χρονικό ορόσημο για τις μετέπειτα εξελίξεις, αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά: από συναλλακτικές διαπραγματεύσεις με το Ιράν, μέχρι κλιμάκωση του πολέμου.
Στο μεσοδιάστημα θα έχει κριθεί η πολιτική επιβίωση ή μη του Μπενιαμίν Νετανιάχου στις κάλπες στο Ισραήλ, στις 27 Οκτωβρίου, ενόσω στο φόντο ήδη διαμορφώνεται μια νέας περιφερειακή τάξη πραγμάτων.
Οι παίκτες είναι πολλοί και η έκβαση αβέβαιη.
Μόνη σταθερά παραμένει ο πόλεμος στο Ιράν, που δοκιμάζει την αμερικανική ισχύ.
Πηγή: in.gr





