Του Χάρη Φλουδόπουλου
Στο επίκεντρο έντονης συζήτησης γύρω από τον τρόπο με τον οποίο προωθείται το αμερικανικό LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και τον ρόλο της πρέσβεως των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, βρίσκεται εκτενές δημοσίευμα της Wall Street Journal. Το ρεπορτάζ συνδέει τη δραστηριότητα της Αμερικανίδας πρέσβεως με την προσπάθεια επιτάχυνσης του Κάθετου Διαδρόμου, διατυπώνοντας παράλληλα ερωτήματα για την προώθηση συγκεκριμένων αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων.
Οι αναφορές της αμερικανικής εφημερίδας προκάλεσαν, ωστόσο, παρεμβάσεις από δύο πρόσωπα με μακρά εμπλοκή στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, τον πρώην πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα και πρώην υφυπουργό Εξωτερικών για τους Ενεργειακούς Πόρους Τζέφρι Πάιατ και τον εκτελεστικό διευθυντή του Hellenic American Leadership Council, Έντι Ζεμενίδη. Και οι δύο τόνισαν ότι δεν πρέπει να χαθεί από το επίκεντρο η στρατηγική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου και συνολικά της ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η επίσημη θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι ότι δεν εμπλέκεται σε επιχειρηματικούς ανταγωνισμούς και επιμένει στη γεωπολιτική και ενεργειακή αξία του Κάθετου Διαδρόμου για τη χώρα.
Τι υποστηρίζει η WSJ
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έχει αναλάβει έναν ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στα Βαλκάνια, με βασικό στόχο την ενίσχυση των αμερικανικών εξαγωγών LNG και τον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τη Ρωσία.
Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά το δημοσίευμα, η Γκιλφόιλ “έχει ταξιδέψει σε ολόκληρα τα Βαλκάνια” με στόχο να συμβάλει στην απεξάρτηση της Ευρώπης από τη ρωσική ενέργεια μέσω του Κάθετου Διαδρόμου, ο οποίος έχει σχεδιαστεί ώστε να υποδέχεται αμερικανικό LNG στην Ελλάδα και να το διοχετεύει βορειότερα, μέχρι την Ουκρανία.
Η WSJ αφιερώνει σημαντικό μέρος του ρεπορτάζ της στον ρόλο του Χρήστου Μαραφάτσου, τον οποίο παρουσιάζει ως στενό σύμβουλο της πρέσβεως και ταυτόχρονα λομπίστα του ομίλου ΑΚΤΩΡ. Σύμφωνα με την εφημερίδα, η συχνή παρουσία του σε επαφές της Γκιλφόιλ με αξιωματούχους χωρών της περιοχής προκάλεσε ερωτήματα, καθώς ορισμένοι συνομιλητές τους φέρονται να μην είχαν ενημερωθεί για την επαγγελματική του σχέση με την εταιρεία.
Το δημοσίευμα αναφέρεται στις επαφές της Γκιλφόιλ στη Βουλγαρία, υποστηρίζοντας ότι η πρέσβης προωθούσε τη συνεργασία με την ελληνική πλευρά για την εισαγωγή αμερικανικού LNG. Από την άλλη πλευρά, αξιωματούχος της αμερικανικής πρεσβείας δηλώνει στη WSJ ότι ο σκοπός των συγκεκριμένων ταξιδιών ήταν “η αύξηση των πωλήσεων αμερικανικού LNG σε Ευρωπαίους εταίρους και η μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο”. Κατά τον ίδιο αξιωματούχο, η πρέσβης κινήθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις οδηγίες του Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Αντίστοιχα, ο δικηγόρος της Γκιλφόιλ απορρίπτει την εικόνα ότι η Αμερικανίδα πρέσβης επικεντρώνεται σε συγκεκριμένη εταιρεία, τονίζοντας ότι έχει συνεργαστεί με επιχειρήσεις από ολόκληρο τον ενεργειακό κλάδο και ότι οι επίσημες επαφές της οργανώνονται μέσω των διαύλων της πρεσβείας. Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, από την πλευρά του, χαρακτηρίζει την Γκιλφόιλ “εξαιρετικά αποτελεσματική υποστηρίκτρια της ατζέντας του Προέδρου”, προσθέτοντας ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ εκτιμούν ιδιαίτερα το έργο της.
Αίσθηση εξάλλου προκαλεί και η αναφορά της WSJ σε περιστατικό που φέρεται να σημειώθηκε τον Μάρτιο, σε δείπνο στην Αθήνα με τη συμμετοχή Ελλήνων και Αμερικανών αξιωματούχων. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, με αφορμή τις πολιτικές εξελίξεις στη Ρουμανία, η Κίμπερλι Γκιλφόιλ φέρεται να είπε ότι οι ΗΠΑ “μπορούν να το κάνουν αυτό σε όποια χώρα θέλουν” και ότι “μπορούν να το κάνουν και εδώ”, προκαλώντας την αντίδραση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου, ο οποίος, κατά την ίδια πηγή, απάντησε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια δημοκρατικά εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση. Ο δικηγόρος της Γκιλφόιλ αμφισβήτησε την περιγραφή του περιστατικού, ενώ από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση ξεκαθάρισε ότι “δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής κυβέρνησης” και ότι κάτι τέτοιο “ούτε θα γινόταν ποτέ ανεκτό”.
Η κοινοπραξία ΑΚΤΩΡ – ΔΕΠΑ και η Venture Global
Στο ενεργειακό σκέλος, η WSJ αναφέρεται στην κοινοπραξία Atlantic-SEE LNG της ΑΚΤΩΡ με τη ΔΕΠΑ και στις συμφωνίες που έχουν συναφθεί για τη μεταφορά αμερικανικού LNG προς τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη.
Κομβική θέση στο εγχείρημα έχει η μακροχρόνια συμφωνία με τη Venture Global για την προμήθεια αμερικανικού LNG από το 2030. Εκπρόσωπος της αμερικανικής εταιρείας δήλωσε στη WSJ ότι η Venture Global συναντήθηκε με την ΑΚΤΩΡ και τη ΔΕΠΑ για πιθανή συμφωνία προμήθειας αφού είχε προηγηθεί συνάντηση με την Γκιλφόιλ σχετικά με τον Κάθετο Διάδρομο, διευκρινίζοντας παράλληλα ότι η εταιρεία διατηρούσε εμπορικές επαφές με τη ΔΕΠΑ εδώ και χρόνια.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι αιτιάσεις που μεταφέρει η WSJ από ανταγωνιστικές αμερικανικές εταιρείες LNG. Όπως αναφέρει, εταιρείες οι οποίες δεν έχουν συνάψει συμφωνίες με την ελληνική πλευρά υποστηρίζουν ότι δυσκολεύονται να προσελκύσουν το ενδιαφέρον της Γκιλφόιλ.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Jonathan Bass, διευθύνοντος συμβούλου της Argent LNG, ανταγωνίστριας της Venture Global, ο οποίος υποστήριξε ότι η εταιρεία του έχει αγνοηθεί. Ερωτηθείς εάν η Γκιλφόιλ έχει προωθήσει την Argent στις επαφές της, απάντησε “Όχι. Έχει τους αγαπημένους της”. Ο δικηγόρος της Αμερικανίδας πρέσβεως απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η πρεσβεία αγνόησε την Argent ως ψευδή.
Η WSJ αναφέρεται επίσης στην επέκταση των εμπορικών κινήσεων της Atlantic-SEE σε χώρες της περιοχής, ενώ σημειώνει ότι δεν είναι ακόμη βέβαιο πως όλες οι συμφωνίες ή τα μνημόνια που έχουν ανακοινωθεί θα οδηγηθούν σε πλήρη υλοποίηση.
Πάιατ: Αδιαμφισβήτητη η στρατηγική και οικονομική λογική του Κάθετου Διαδρόμου
Στον απόηχο του δημοσιεύματος, ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η παρέμβαση του Τζέφρι Πάιατ, ενός από τους βασικούς αρχιτέκτονες της ενεργειακής συνεργασίας Ελλάδας – ΗΠΑ κατά την προηγούμενη δεκαετία.
Ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για τους Ενεργειακούς Πόρους υπενθύμισε ότι υποστήριζε σταθερά τον Κάθετο Διάδρομο τόσο κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Ελλάδα όσο και αργότερα στην Ουάσιγκτον.
“Υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη στρατηγική και οικονομική λογική πίσω από τον Κάθετο Διάδρομο”, τόνισε, επισημαίνοντας ότι η σημασία του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς η Ευρώπη προχωρεί στην πλήρη σταδιακή κατάργηση του ρωσικού φυσικού αερίου.
Ο Πάιατ συνδέει ευθέως τον Διάδρομο με έναν διαχρονικό στόχο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή τη μείωση της ευρωπαϊκής εξάρτησης από το ρωσικό αέριο, η οποία αποκτά πρόσθετη γεωπολιτική βαρύτητα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Με αφορμή το δημοσίευμα της WSJ καλεί να μη χαθεί η ευρύτερη εικόνα, ότι δηλαδή τα οφέλη που έχουν προκύψει τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις ΗΠΑ από τη στενότερη ενεργειακή συνεργασία των δύο χωρών, από το LNG και την απολιγνιτοποίηση έως την αποθήκευση ενέργειας σε μπαταρίες και τις περιφερειακές διασυνδέσεις.
Ζεμενίδης: Η ενεργειακή σχέση χτίστηκε διακομματικά
Είχε προηγηθεί η παρέμβαση του Έντι Ζεμενίδη, εκτελεστικού διευθυντή του Hellenic American Leadership Council, ο οποίος υπενθύμισε ότι η αναβάθμιση της ενεργειακής και γεωπολιτικής σχέσης Ελλάδας – ΗΠΑ δεν αποτελεί υπόθεση μίας μόνο αμερικανικής κυβέρνησης.
Όπως σημείωσε, τόσο η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ όσο και η κυβέρνηση Μπάιντεν έκαναν σημαντικά βήματα για την αναβάθμιση της σχέσης, προσελκύοντας μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις, “χωρίς να κατευθύνουν έργα προς οποιαδήποτε συγκεκριμένη ελληνική ή αμερικανική επιχείρηση”.
Ο Ζεμενίδης εμφανίζεται επικριτικός απέναντι στο δημοσίευμα της WSJ, θεωρώντας ότι μπορεί να υπονομεύσει ένα σημαντικό επίτευγμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, την αναβάθμιση της διμερούς σχέσης και τη μετεξέλιξη της Ελλάδας σε σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα στην περιοχή.
Ταυτόχρονα, υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία των ενεργειακών υποδομών που έχουν αναπτυχθεί ή σχεδιάζονται στην Ελλάδα. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στα FSRU και στο Great Sea Interconnector, σημειώνοντας ότι διαδραματίζουν κομβικό ρόλο στην ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και της ανεξαρτησίας της Ευρώπης.
Κατά τον ίδιο, η Νοτιοανατολική Ευρώπη και η Ανατολική Μεσόγειος αποτελούν πλέον πεδία όπου εκτυλίσσεται ο ανταγωνισμός των μεγάλων δυνάμεων. Για τον λόγο αυτό, Ουάσιγκτον, Βρυξέλλες και Αθήνα, όπως υποστηρίζει, πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι γεωπολιτικές και μακροπρόθεσμες οικονομικές παράμετροι θα βρίσκονται στο επίκεντρο τόσο της ιεράρχησης των έργων όσο και της επιλογής των συμμετεχόντων σε αυτά.
Η κυβέρνηση: Δεν εμπλεκόμαστε σε επιχειρηματικούς ανταγωνισμούς
Από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση, μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη διαχώρισε τη στρατηγική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου από τους επιμέρους επιχειρηματικούς ανταγωνισμούς.
Οκ. Μαρινάκης τόνισε ότι η σχέση Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών είναι σήμερα “πιο στενή και πιο σταθερή από ποτέ”, κάνοντας λόγο για στρατηγική σχέση που στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και σε κοινές αξίες. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι “η ελληνική κυβέρνηση εργάζεται για την ενεργειακή και γεωπολιτική αναβάθμιση της χώρας και την εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος. Δεν εμπλέκεται σε εμπορικούς και επιχειρηματικούς ανταγωνισμούς”.
Ως προς τον Κάθετο Διάδρομο, η θέση της Αθήνας είναι ότι αποτελεί ένα από τα μεγάλα ενεργειακά projects που αναβαθμίζουν τη θέση της Ελλάδας στον νέο ενεργειακό χάρτη της περιοχής.
“Ο Κάθετος Διάδρομος συμβάλλει στη διαφοροποίηση των πηγών και των οδεύσεων εφοδιασμού, ένα πολύ σημαντικό έργο που ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της Ελλάδας και αναβαθμίζει τον ρόλο της στην τροφοδοσία και άλλων τρίτων χωρών”, σημείωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
Ο κ. Μαρινάκης ενέταξε το έργο στο ευρύτερο πλέγμα της ελληνοαμερικανικής ενεργειακής συνεργασίας, μαζί με την παρουσία της ExxonMobil και της Chevron στις έρευνες υδρογονανθράκων και την προοπτική της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης στο Ιόνιο έπειτα από σχεδόν 50 χρόνια.
“Η Ελλάδα μεγαλώνει σε όλα τα επίπεδα”, ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η παρουσία μεγάλων αμερικανικών ενεργειακών ομίλων, οι έρευνες υδρογονανθράκων και ο Κάθετος Διάδρομος έχουν “ένα τεράστιο ενεργειακό και όχι μόνο αποτύπωμα για την Ελλάδα” και αποτελούν κινήσεις που “αλλάζουν επίπεδο την Ελλάδα”.
Παράλληλα, με αφορμή και το διαφορετικό σκέλος του δημοσιεύματος της WSJ σχετικά με φερόμενη συνομιλία της Γκιλφόιλ με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεκαθάρισε: “Δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα απειλής της ελληνικής κυβέρνησης. Και για να είμαστε σοβαροί, ούτε κάτι τέτοιο θα γινόταν ποτέ ανεκτό”.
Πηγή: capital.gr




