Σε μια εποχή όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο επαναπροσδιορίζονται διαρκώς, η ισχύς των Ενόπλων Δυνάμεων δεν κρίνεται μόνο από τα προηγμένα οπλικά συστήματα και τις αμυντικές δαπάνες, αλλά πρωτίστως από τον ανθρώπινο παράγοντα. Το ηθικό, η αγοραστική δύναμη και η κοινωνική θέση των στελεχών αποτελούν τη ραχοκοκαλιά κάθε στρατεύματος.
Μια προσεκτική σύγκριση της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας των στρατιωτικών σε Ελλάδα και Τουρκία αποκαλύπτει μια εντυπωσιακή, αντίστροφη συμμετρία. Αποτυπώνει ανάγλυφα το πώς η Άγκυρα επιλέγει να αφήνει τον άμαχο πληθυσμό της να δοκιμάζεται από τον πληθωρισμό, εξαγοράζοντας ταυτόχρονα την απόλυτη πίστη του στρατιωτικού της μηχανισμού με προκλητικά προνόμια, την ώρα που η Αθήνα απαντά πλέον με ριζικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις και στοχευμένες αυξήσεις.
Στην Τουρκία, η στρατιωτική καριέρα παραμένει το απόλυτο «οικονομικό καταφύγιο» για τη νεολαία, εν μέσω μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης που πιέζει την κοινωνία. Η ψαλίδα μεταξύ των στρατιωτικών αποδοχών και του κατώτατου μισθού της χώρας είναι χαοτική, προδίδοντας τις προτεραιότητες του καθεστώτος. Με τις πρόσφατες μισθολογικές αναπροσαρμογές, ένας χαμηλόβαθμος επαγγελματίας λοχίας (Uzman Çavuş) αμείβεται με περίπου 83.162 TL (περίπου 1.600 ευρώ), ποσό που μπορεί να ξεπεράσει τις 100.000 TL αν υπηρετεί στα σύνορα. Το ποσό αυτό αγγίζει ή και ξεπερνά τις τρεις φορές τις αποδοχές του ανειδίκευτου εργαζόμενου στην ελεύθερη αγορά.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο ενδεικτική όσο ανεβαίνουμε την ιεραρχία. Ένας νέος Ανθυπολοχαγός (Teğmen) ξεκινά πλέον με 96.210 TL (περίπου 1.950 ευρώ), ενώ ένας μεσαίος αξιωματικός ξεπερνά τις 110.000 TL (περίπου 2.250 ευρώ). Στην κορυφή της πυραμίδας, ένας Τούρκος Στρατηγός (Orgeneral) αμείβεται με 216.444 TL (σχεδόν 4.400 ευρώ καθαρά), απολαμβάνοντας μια ζωή που τον κατατάσσει στην ανώτερη οικονομική ελίτ. Το καθεστώς επιλέγει να χρυσώνει μεθοδικά τη στρατιωτική μηχανή, προστατεύοντας τα στελέχη του από τον οικονομικό αντίκτυπο που υφίσταται ο υπόλοιπος πληθυσμός.
Το μυστικό αυτής της τουρκικής στρατιωτικής ευημερίας δεν κρύβεται μόνο στα νούμερα, αλλά στο πανίσχυρο δίκτυο έμμεσων παροχών. Μέσα από ένα εκτεταμένο σύστημα δωρεάν ή επιδοτούμενης στέγασης (Lojman), οι στρατιωτικοί απαλλάσσονται από το δυσβάσταχτο κόστος των ενοικίων στις τουρκικές μεγαλουπόλεις. Παράλληλα, οι στρατιωτικές λέσχες (Orduevleri) λειτουργούν ως ένας παράλληλος κόσμος αναψυχής, προσφέροντας εστίαση, διαμονή και ψυχαγωγία σε τιμές κόστους, έως και τέσσερις φορές φθηνότερα από την ελεύθερη αγορά. Το δε Ταμείο Πρόνοιας των Ενόπλων Δυνάμεων (OYAK) αποτελεί έναν οικονομικό κολοσσό με συμμετοχές σε βαριές βιομηχανίες, εξασφαλίζοντας στους αποστράτους υψηλά εφάπαξ, δάνεια και μερίσματα.
Στην αντίπερα όχθη του Αιγαίου, η ελληνική πραγματικότητα βρισκόταν για χρόνια σε ένα εντελώς διαφορετικό, σαφώς πιο πιεσμένο πλαίσιο για τους ένστολους, οι οποίοι αντιμετωπίζονταν με τη λογική του κοινού δημοσίου υπαλλήλου. Ωστόσο, η Αθήνα ανατρέπει πλέον αυτή την εικόνα απαξίωσης. Με το νέο μισθολόγιο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας στο πλαίσιο της «Ατζέντας 2030», εισάγονται ουσιαστικές αυξήσεις, με πλήρη αποσύνδεση του βαθμού από τον μισθό και κατάργηση των παλαιών στρεβλών κλιμακίων. Στο προσωπικό έχει ενσωματωθεί η οριζόντια αύξηση στο βασικό μισθό, ανεβάζοντας τον μέσο όρο της μηνιαίας ενίσχυσης για το σύνολο των ενστόλων στα 128 ευρώ.
Με τα νέα δεδομένα, ένας νέος Λοχίας ή Δεκανέας ΕΠΟΠ βλέπει άμεση ενίσχυση, με τις καθαρές αποδοχές σε ειδικές κατηγορίες να προσεγγίζουν σταδιακά έως και τα 1.500 ευρώ με τα επιδόματα. Παράλληλα, ένας Ταγματάρχης Διοικητής Υπομονάδας στην παραμεθόριο λαμβάνει 2.180 ευρώ τον μήνα (από τα 1.753 €), ενώ εντυπωσιακή είναι η παρέμβαση στους μάχιμους του στόλου, με τον Κυβερνήτη Φρεγάτας να ενισχύεται με διάφορα «μπόνους» να λαμβάνει επιπλέον έως και 1.000 ευρώ μηνιαίως. Ταυτόχρονα, η Αθήνα δίνει λύση στο μείζον πρόβλημα της στέγασης με το μεγάλο πρόγραμμα κατασκευής 17.484 νέων οικιστικών μονάδων, καθώς και με τη θεσμοθέτηση του «καλαθιού της στρατιωτικής οικογένειας».
Αυτή η μισθολογική και κοινωνική αναντιστοιχία έχει άμεσο αντίκτυπο στην ελκυστικότητα του επαγγέλματος. Στην Τουρκία, η ανάγκη για επιβίωση και η κρατική πριμοδότηση στρέφει μαζικά τους νέους στις στρατιωτικές σχολές, δημιουργώντας τεράστιο ανταγωνισμό για μια θέση στην προνομιούχα κάστα του στρατεύματος. Αντίθετα, στην Ελλάδα, όπου τα προηγούμενα χρόνια οι χαμηλοί μισθοί οδήγησαν σε κενές θέσεις στις παραγωγικές σχολές (όπως η Ευελπίδων) και σε κύμα παραιτήσεων, τα νέα μέτρα λειτουργούν ως αναγκαία θωράκιση του έμψυχου δυναμικού, χρηματοδοτούμενα μάλιστα από την εξοικονόμηση πόρων και τη συγχώνευση στρατοπέδων, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση του φορολογούμενου.
Το συμπέρασμα είναι σαφές. Ενώ η Άγκυρα χρησιμοποιεί τον στρατό ως ένα προνομιακό όχημα αυταρχικής κοινωνικής μηχανικής, εξαγοράζοντας την τυφλή πίστη των όπλων, η Αθήνα αντιλαμβάνεται έμπρακτα ότι η εθνική άμυνα δεν θωρακίζεται μόνο με πανάκριβες φρεγάτες και μαχητικά αεροσκάφη, αλλά με τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης εκείνων που καλούνται να τα χειριστούν στο πεδίο.
Πηγή: tanea.gr




