Του Χάρη Φλουδόπουλου
Μια μικρή αγορά ηλεκτρισμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης κατάφερε μέσα σε μόλις δύο χρόνια να ξεπεράσει ακόμα και την Καλιφόρνια και να αναδειχθεί σε παγκόσμια πρωταθλήτρια στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με το μέγεθος του ηλεκτρικού της συστήματος. Το βουλγαρικό success story στις μπαταρίες αποτελεί πλέον σημείο αναφοράς για την ευρωπαϊκή αγορά και ταυτόχρονα προσφέρει ένα ενδιαφέρον μέτρο σύγκρισης για την Ελλάδα, η οποία καλείται τώρα να επιταχύνει σημαντικά την ανάπτυξη της αποθήκευσης.
Η Βουλγαρία διαθέτει σήμερα 5,4 GW μπαταριών σε λειτουργία, μέγεθος που αντιστοιχεί στο 22,8% της συνολικής εγκατεστημένης ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος της χώρας. Με βάση αυτή την αναλογία, κατατάσσεται πρώτη παγκοσμίως, πάνω ακόμα και από την Καλιφόρνια, όπου τα 16 GW utility-scale μπαταριών αντιστοιχούν στο 14,9% της εγκατεστημένης ισχύος. Σε απόλυτους αριθμούς, βεβαίως, η Καλιφόρνια διαθέτει σχεδόν τριπλάσια ισχύ μπαταριών, αλλά και ένα ηλεκτρικό σύστημα περισσότερο από τετραπλάσιο: 107,3 GW, έναντι μόλις 23,8 GW της Βουλγαρίας. Ακόμα και η Κίνα, με περίπου 150 GW μπαταριών, βρίσκεται μόλις στο 3,7% σε σχέση με το τεράστιο μέγεθος του ηλεκτρικού της συστήματος.
Το εντυπωσιακότερο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η σημερινή θέση της Βουλγαρίας, αλλά η ταχύτητα με την οποία έφτασε σε αυτή. Μέσα σε δύο χρόνια πέρασε από μια σχετικά μικρή αγορά αποθήκευσης σε ένα επίπεδο στο οποίο οι μπαταρίες έχουν αρχίσει πλέον να μεταβάλλουν την καθημερινή λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος.
Το “κλειδί” των ευρωπαϊκών πόρων
Καταλύτης για αυτή την έκρηξη ήταν το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Η Βουλγαρία χρησιμοποίησε δύο διαφορετικά εργαλεία: το πρώτο για έργα ΑΠΕ σε συνδυασμό με αποθήκευση και το δεύτερο, το πρόγραμμα RESTORE, αποκλειστικά για αυτόνομες –standalone– μπαταρίες.
Τα έργα που εγκρίθηκαν μέσω του RESTORE έλαβαν περίπου 590 εκατ. ευρώ επιχορηγήσεων, με αρχική προσδοκία ότι θα κινητοποιούσαν περισσότερα από 1 δισ. ευρώ ιδιωτικών επενδύσεων. Τελικά η μόχλευση ήταν ακόμα μεγαλύτερη και οι ιδιωτικές επενδύσεις προσέγγισαν τα 1,5 δισ. ευρώ, καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ των επενδυτών οδήγησε στην υλοποίηση έργων με μικρότερη αναλογικά κρατική στήριξη.
Υπήρχε, όμως, και ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο. Η Βουλγαρία είχε ήδη αναπτύξει σημαντική φωτοβολταϊκή ισχύ, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται πολύ χαμηλές ή ακόμα και αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας τις μεσημεριανές ώρες και αισθητά υψηλότερες τιμές το βράδυ. Οι μπαταρίες μπορούσαν επομένως να αγοράζουν ή να αποθηκεύουν φθηνή ενέργεια το μεσημέρι και να την επιστρέφουν στην αγορά στις ακριβές ώρες, ενώ παράλληλα αποκτούσαν πρόσβαση σε πρόσθετα έσοδα από την αγορά εξισορρόπησης.
Κρίσιμο ρόλο έπαιξε και η σταθερότητα του επενδυτικού πλαισίου. Παρά τις επανειλημμένες εκλογικές αναμετρήσεις και τις βραχύβιες κυβερνήσεις στη χώρα, το πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης παρέμεινε σε ισχύ χωρίς να προστεθούν νέα διοικητικά εμπόδια. Οι επενδυτές είχαν συγκεκριμένους κανόνες χρηματοδότησης και αυστηρές προθεσμίες κατασκευής, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθεί τεράστιος όγκος επενδύσεων μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Και η ανάπτυξη συνεχίζεται. Πέραν των 5,4 GW που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, ακόμα περίπου 1 GW αναμένεται να προστεθεί τους επόμενους μήνες. Η ίδια η επιτυχία, βεβαίως, δημιουργεί πλέον μια νέα πραγματικότητα: όσο περισσότερες μπαταρίες μπαίνουν στο σύστημα, τόσο περιορίζονται οι διαφορές μεταξύ των φθηνών μεσημεριανών και των ακριβών βραδινών τιμών, αλλά και τα έσοδα στην εξισορρόπηση, που αποτέλεσαν βασικό κίνητρο για τους πρώτους επενδυτές.
Δύο στις τρεις μπαταρίες είναι standalone
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάρθρωση της βουλγαρικής αγοράς. Βάση δεδομένων με 100 έργα σε λειτουργία, συνολικής ισχύος περίπου 4,84 GW, δείχνει ότι περίπου τα δύο τρίτα της ισχύος αφορούν standalone μπαταρίες και το ένα τρίτο συστήματα που βρίσκονται μαζί με μονάδες ΑΠΕ. Τα έργα είναι διασκορπισμένα σε ολόκληρη τη χώρα, αρκετά κοντά σε υποσταθμούς και υφιστάμενες υποδομές του δικτύου.
Στην αγορά έχουν εισέλθει τόσο διεθνείς όμιλοι όσο και βουλγαρικές επιχειρήσεις, βιομηχανίες και νέοι επενδυτές. Τα μεγαλύτερα projects συνδυάζουν ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, ίδια κεφάλαια και τραπεζικό δανεισμό, με συμμετοχή διεθνών χρηματοδοτικών οργανισμών και εμπορικών τραπεζών.
Η διαφορετική επιλογή της Ελλάδας
Η εικόνα στην Ελλάδα είναι διαφορετική. Κατά την προηγούμενη περίοδο η επιλογή ήταν να μη δοθεί αντίστοιχη έμφαση και έκταση στην επιδότηση των μπαταριών μέσω των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά να κατευθυνθεί μεγαλύτερο μέρος των διαθέσιμων πόρων σε δράσεις εξοικονόμησης και ενεργειακής αναβάθμισης, με το σκεπτικό ότι δημιουργούν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία στην οικονομία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγιναν βήματα στην αποθήκευση. Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης έχουν διατεθεί 400 εκατ. ευρώ, έχουν ολοκληρωθεί τρεις διαγωνισμοί για μπαταρίες, ενώ στον σχεδιασμό εντάσσονται τα φωτοβολταϊκά στέγης με αποθήκευση, η αποθήκευση σε επιχειρήσεις και το μεγάλο έργο αντλησιοταμίευσης στην Αμφιλοχία.
Ο ελληνικός αγώνας δρόμου
Το επόμενο διάστημα, πάντως, ο ρυθμός αναμένεται να αλλάξει. Πέραν των 400 εκατ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης, προβλέπονται ακόμα 200 εκατ. ευρώ μέσω της ρήτρας διαφυγής για την αποθήκευση. Σχεδιάζονται παρεμβάσεις για ΟΤΑ και αυτοκατανάλωση, καθώς και διαγωνισμός για μεγάλα έργα, τόσο συνδεδεμένα με μονάδες παραγωγής όσο και standalone. Ταυτόχρονα, έχει ανοίξει ο δρόμος για μεμονωμένες μπαταρίες που θα αναπτυχθούν χωρίς λειτουργική ενίσχυση, με το σχετικό χαρτοφυλάκιο της αγοράς να φθάνει τα 4,7 GW.
Με βάση τον κυβερνητικό προγραμματισμό, η Ελλάδα αναμένεται να διαθέτει περίπου 1 GW αποθήκευσης στο τέλος του 2026 και 1,5 GW στα μέσα του 2027, ενώ στη συνέχεια προβλέπεται περαιτέρω ισχυρή ανάπτυξη, καθώς η αποθήκευση μετατρέπεται σε απαραίτητο συμπλήρωμα της αυξανόμενης διείσδυσης των ΑΠΕ.
Σε κάθε περίπτωση, το παράδειγμα της Βουλγαρίας δείχνει πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν οι ισορροπίες.
Πηγή: capital.gr





