ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 19/9/2026 00.21
Σε θετική από σταθερή αναθεώρησε την προοπτική της Ελλάδας ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης Moody’s, διατηρώντας παράλληλα την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στο Baa3, δηλαδή στην ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα της κλίμακάς του.
Η αλλαγή του outlook αντανακλά, σύμφωνα με τον οίκο, τις αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις ενισχύουν την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών περισσότερο απ’ ό,τι ανέμενε έως σήμερα. Η εξέλιξη αυτή, εκτιμά η Moody’s, θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερους δυνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης και να ενισχύσει την ικανότητα της κυβέρνησης να συνεχίσει τη διαδικασία μείωσης του χρέους.
Η Moody’s, παράλληλα, διαπιστώνει ότι αυξάνεται, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη διασφαλιστεί, η εμπιστοσύνη ότι τα πρόσφατα δημοσιονομικά επιτεύγματα, αλλά και η πολιτική συναίνεση υπέρ της συνέχισης της αποκλιμάκωσης του χρέους, θα αποδειχθούν διατηρήσιμα σε ολόκληρο τον οικονομικό κύκλο.
Μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις ενισχύουν την ανθεκτικότητα
Σύμφωνα με τη Moody’s, υπάρχουν πλέον ενδείξεις ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών αρχίζουν σταδιακά να αίρουν χρόνιους περιορισμούς στις επενδύσεις και στην κατανομή των πόρων, ενώ παράλληλα ενισχύεται η δραστηριότητα στην επίσημη οικονομία.
Η αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων συνδέεται με βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση, στις αδειοδοτήσεις επιχειρήσεων, στην πτωχευτική διαδικασία, στις δικαστικές διαδικασίες, στη διαχείριση γης και στον χωροταξικό σχεδιασμό, αλλά και στη φορολογία της εργασίας και στις πολιτικές για τις δεξιότητες.
Ο οίκος επισημαίνει ότι τα θετικά σημάδια διαφέρουν ως προς την έντασή τους ανά τομέα και παραμένουν ακόμη σε ορισμένες περιπτώσεις προκαταρκτικά. Ωστόσο, το εύρος των βελτιώσεων αυξάνει την πιθανότητα το σωρευτικό αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων να αποδειχθεί σημαντικό για το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας.
Παράλληλα, η Moody’s διαπιστώνει ότι το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας έχει γίνει περισσότερο φιλοεπενδυτικό και ολοένα πιο υποστηρικτικό για την παραγωγικότητα.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι ιδιωτικές επενδύσεις αντιστοιχούν σε σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του λόγου επενδύσεων προς ΑΕΠ από το 2020. Ως εκ τούτου, η Moody’s θεωρεί ότι η χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω επιχορηγήσεων, επιδοτούμενων δανείων και συμπληρωματικών δημόσιων υποδομών, ενίσχυσε μια επενδυτική ανάκαμψη που είχε ήδη ξεκινήσει, αντί να την έχει δημιουργήσει από μηδενική βάση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στη σύνθεση των άμεσων ξένων επενδύσεων, η οποία γίνεται λιγότερο επικεντρωμένη στα ακίνητα, ενώ θετικά αξιολογείται η αύξηση του μεριδίου των μεγαλύτερων επιχειρήσεων στην παραγωγή.
Οι επιχειρήσεις με 50 ή περισσότερους εργαζομένους αντιπροσώπευαν περίπου το 60% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας το 2024, έναντι 45% το 2009. Παράλληλα, καταγράφεται ανάπτυξη σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας και στις εξαγωγές χρηματοπιστωτικών και επαγγελματικών υπηρεσιών.
Η Moody’s εκτιμά ότι η μετάβαση αυτή παραμένει ανολοκλήρωτη, αλλά αυξάνει την πιθανότητα ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας, τον οποίο υπολογίζει σήμερα περίπου στο 1,5%, να ξεπεράσει τις τρέχουσες εκτιμήσεις της.
Ισχυροί δημοσιονομικοί θεσμοί στηρίζουν τη μείωση του χρέους
Σύμφωνα με τον οίκο, η πορεία του ελληνικού χρέους παραμένει σε γενικές γραμμές σύμφωνη με τις προσδοκίες του κατά την αναβάθμιση του Μαρτίου 2025. Η συνεχιζόμενη ονομαστική ανάπτυξη, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και η ενεργή αξιοποίηση των ταμειακών διαθεσίμων για την αποπληρωμή του χρέους έχουν διατηρήσει τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ σε απότομη πτωτική πορεία, υποχωρώντας στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, από 154,2% το 2024 και από 209,4% στο υψηλότερο επίπεδό του το 2020.
Η Moody’s αναμένει περαιτέρω πτώση στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030. Αυτή η τροχιά μείωσης του χρέους και τα πρωτογενή πλεονάσματα 2,5%-3,0% του ΑΕΠ που τη στηρίζουν, εδράζονται σε όλο και πιο σταθερά θεσμικά θεμέλια, γεγονός που υποδηλώνει ότι η μείωση αυτή μπορεί να διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, μόλις ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη ομαλοποιηθούν και τα επίπεδα χρέους δεν είναι πλέον τα υψηλότερα στην ευρωζώνη.
Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και της απασχόλησης έχει περιορίσει τις δυνατότητες υποδήλωσης εισοδημάτων σε τομείς που ιστορικά ήταν δύσκολο να φορολογηθούν και έχει συμβάλει σε διαρκείς βελτιώσεις στην είσπραξη εσόδων, σημειώνει παράλληλα η Moody’s. Το εκτιμώμενο κενό συμμόρφωσης προς τον ΦΠΑ μειώθηκε σε περίπου 9% το 2024 από 24% το 2019, εντός του μέσου όρου της ΕΕ (9,5% το 2023). Μια ευρύτερη και αποτελεσματικότερα διαχειριζόμενη φορολογική βάση θα πρέπει να παρέχει μεγαλύτερο περιθώριο για τη χορήγηση χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών και την κάλυψη δαπανών προτεραιότητας, διατηρώντας παράλληλα τα πρωτογενή πλεονάσματα που απαιτούνται για τη βιώσιμη μείωση του χρέους.
Η Ελλάδα έχει αξιοποιήσει αυτή την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση για να επιταχύνει την αποπληρωμή του χρέους της από την εποχή της κρίσης, υπογραμμίζει ο οίκος. Η ελληνική κυβέρνηση προέβη σε πρόωρη αποπληρωμή ύψους 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και σχεδιάζει την πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 13 δισ. ευρώ (5,0% του ΑΕΠ) έως το τέλος του 2026.
“Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει το ακαθάριστο χρέος και τις μελλοντικές ανάγκες εξυπηρέτησης και αποδεικνύει τη συνεχιζόμενη δέσμευση στη μείωση του χρέους, υποδηλώνοντας συνεπώς την πιθανότητα ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια πιο θεμελιώδη ενίσχυση των δημοσιονομικών θεσμών και της ανθεκτικότητας στο πιστοληπτικό προφίλ της Ελλάδας“, αναφέρει ο οίκος.
“Αγκάθια” χρέος, εξωτερικά ελλείμματα και δημογραφικό
Οι αξιολογήσεις Baa3 της Ελλάδας υποστηρίζονται από το ισχυρό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, τη δυναμική της ανάπτυξης και την ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, εξακολουθούν να αντανακλούν και τις διαρθρωτικές προκλήσεις της χώρας. Η οικονομική ισχύς της Ελλάδας επηρεάζεται αρνητικά από την ιδιαίτερα αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση και τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές πιέσεις, οι οποίες αναμένεται να περιορίσουν την προσφορά εργασίας και τη δυναμικότητα της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα.
Αν και οι ελληνικές τράπεζες δεν επιβαρύνονται πλέον από υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, σημαντικό μέρος αυτού του προβληματικού χρέους παραμένει στην οικονομία. Η Moody’s επισημαίνει ότι, παρά τη συνολική βελτίωση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα, το υφιστάμενο απόθεμα προβληματικού χρέους σε ορισμένα τμήματα της οικονομίας εξακολουθεί να επιβαρύνει το αναπτυξιακό δυναμικό.
Σε ό,τι αφορά τη δημοσιονομική ισχύ, η Moody’s εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα παραμείνει μεταξύ των υψηλότερων στο σύνολο των χωρών που αξιολογεί ο οίκος έως το τέλος της τρέχουσας δεκαετίας, παρά τη συνεχιζόμενη πρόωρη αποπληρωμή των δανείων της κρίσης.
Ωστόσο, η διάρθρωση του ελληνικού χρέους περιορίζει την έκθεση της χώρας στην άνοδο των διεθνών επιτοκίων. Η πολύ μεγάλη μέση διάρκεια λήξης του χρέους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι περίπου το 70% του συνολικού χρέους εξακολουθεί να βρίσκεται σε ευνοϊκούς όρους, σημαίνει ότι οι μεταβολές των αποδόσεων στις αγορές μετακυλίονται στο κόστος τόκων με αργό ρυθμό. Παράλληλα, οι ετήσιες ανάγκες αναχρηματοδότησης παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος του χρέους.
Ως αποτέλεσμα, σε αντίθεση με άλλες ιδιαίτερα υπερχρεωμένες χώρες, η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει σημαντική αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους στον ορίζοντα των προβλέψεων της Moody’s.
Η πρόωρη αποπληρωμή των επίσημων δανείων της κρίσης μειώνει σταδιακά το ποσοστό του χρέους που βρίσκεται σε ευνοϊκούς όρους. Ωστόσο, η διαδικασία αυτή χρηματοδοτείται από τα συσσωρευμένα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, τα οποία ανέρχονταν σε σχεδόν 16% του ΑΕΠ το 2025, και όχι μέσω νέου δανεισμού από τις αγορές. Ως εκ τούτου, περιορίζεται η επίδραση των πρόωρων αποπληρωμών τόσο στο μέσο κόστος εξυπηρέτησης όσο και στη μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους.
Οι παράγοντες ESG
Η βαθμολογία E-3 του προφίλ της Ελλάδος όσον αφορά τα περιβαλλοντικά ζητήματα αντικατοπτρίζει την έκθεσή της σε διάφορους περιβαλλοντικούς κινδύνους, αναφέρει ο οίκος. Οι αυξημένοι κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή οφείλονται κυρίως στη μεγάλη έκθεση σε δασικές πυρκαγιές, καύσωνες και υδατική καταπόνηση (water stress). Μια περαιτέρω αύξηση στη συχνότητα και τη σοβαρότητα αυτών των φαινομένων θα μπορούσε να αποδυναμώσει την ελληνική οικονομία και, μέσω ενός συνδυασμού χαμηλότερων εσόδων και αυξημένων δαπανών, να επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά. Η ισχυρή χρηματοοικονομική στήριξη από την ΕΕ, η οποία περιορίζει τον δημοσιονομικό αντίκτυπο των φυσικών καταστροφών και στηρίζει την πράσινη μετάβαση, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα έναντι αυτής της αυξημένης έκθεσης.
Στο μεταξύ, η βαθμολογία S-4 σε κοινωνικά ζητήματα αντικατοπτρίζει κυρίως ένα δυσμενές δημογραφικό προφίλ, το οποίο θα ασκήσει πιέσεις στον μακροπρόθεσμο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Οι ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών περιορίζουν τον δημοσιονομικό αντίκτυπο αυτού του δυσμενούς δημογραφικού προφίλ. Τα ακόμη υψηλά ποσοστά ανεργίας, ιδίως μεταξύ των νέων, συνιστούν κοινωνικές προκλήσεις. Ωστόσο, οι βελτιωμένες οικονομικές προοπτικές, σε συνδυασμό με τις συνεχιζόμενες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στην εκπαίδευση, αναμένεται να βελτιώσουν τη λειτουργία της αγοράς εργασίας, παρέχοντας σημαντικά ανασταλτικά μέτρα έναντι των προαναφερθέντων κοινωνικών κινδύνων, σημειώνεται.
Η βαθμολογία G-2 σε ζητήματα εταιρικής διακυβέρνησης αντικατοπτρίζει τους περιορισμένους κινδύνους που απορρέουν από παράγοντες διακυβέρνησης. Οι επιδόσεις της Ελλάδος στους παγκόσμιους δείκτες διακυβέρνησης παρουσιάζουν βελτίωση, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος και το κράτος δικαίου. Η δημοσιονομική αξιοπιστία έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η χώρα εξακολουθεί να υπόκειται σε παρακολούθηση και στις διαδικασίες της ΕΕ, γεγονός που συμβάλλει στην πλήρη εδραίωση των βελτιώσεων στη διακυβέρνηση και στα θεσμικά πλαίσια.
Ο γενικός δείκτης ESG (CIS-3) της Ελλάδος καταδεικνύει ότι οι παράγοντες ESG ασκούν περιορισμένο αντίκτυπο στην τρέχουσα πιστοληπτική αξιολόγηση, με προοπτική ωστόσο για αρνητικό αντίκτυπο με την πάροδο του χρόνου. Ειδικότερα, αυτό αντανακλά την έκθεση σε κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς κινδύνους, όπως τα δυσμενή δημογραφικά δεδομένα και οι κίνδυνοι από την κλιματική αλλαγή, σε συνδυασμό με περιορισμένη δημοσιονομική ικανότητα για την πλήρη άμβλυνσή τους. Εντούτοις, καταλήγει η Moody’s, οι θεσμοί και η διακυβέρνηση της Ελλάδος έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ η ικανότητα των αρχών να ανταποκρίνονται σε κρίσεις υπήρξε ισχυρή στο πλαίσιο της πανδημίας του κορωνοϊού και της ενεργειακής κρίσης.
Παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αναβάθμιση ή υποβάθμιση
Η αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα Baa3 θα μπορούσε να αναβαθμιστεί εάν η Moody’s διαπίστωνε ένα αξιόπιστο, πολυετές πακέτο διαρθρωτικών οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων που θα οικοδομούσε πάνω στην πρόοδο της τελευταίας δεκαετίας. Παρόλο που θα απαιτούνταν χρόνος προκειμένου να υπάρξει απτός αντίκτυπος στην ανθεκτικότητα της Ελλάδος, μια τέτοια πολιτική επιλογή θα αύξανε την πιθανότητα διαρκών βελτιώσεων στη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική, οι οποίες θα υπερέβαιναν τις τρέχουσες προσδοκίες του οίκου. Η συνεχιζόμενη δέσμευση στη μείωση του χρέους θα ήταν επίσης ευνοϊκή για μια αναβάθμιση, ωστόσο από μόνη της πιθανότατα θα ήταν ανεπαρκής για μια ανοδική μεταβολή της αξιολόγησης.
Η θετική προοπτική υποδεικνύει ότι μια υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας είναι απίθανη. Ωστόσο, οι προοπτικές θα μπορούσαν να επανέλθουν σε σταθερές (stable) εάν οι μελλοντικές κυβερνήσεις δεν συνέχιζαν τη διαδικασία των διαρθρωτικών οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων, ή εάν εξασθενούσε η δέσμευσή τους σε πρωτογενή πλεονάσματα που μειώνουν το χρέος.
Παρόλο που θεωρείται απίθανο στο προβλεπτό μέλλον, πτωτικές πιέσεις στο πιστωτικό προφίλ της Ελλάδος θα μπορούσαν να προκύψουν σε ένα σενάριο περαιτέρω κλιμάκωσης του γεωπολιτικού κινδύνου, ιδίως στο πλαίσιο της ρωσικής επιθετικότητας εναντίον χώρας-μέλους του NATO στην Ευρώπη.
Οι επόμενοι “σταθμοί” για την Ελλάδα
Ο κύκλος των αξιολογήσεων για φέτος θα συνεχιστεί στις 23 Οκτωβρίου με τον οίκο Standard & Poors, ο οποίος στην πρώτη αξιολόγησή του στις 24 Απριλίου, διατήρησε την Ελλάδα στην βαθμίδα ΒΒΒ με τις προοπτικές της οικονομίας “σταθερές”. Τελευταίος για φέτος, θα αξιολογήσει την Ελλάδα ο οίκος Fitch, στις 6 Νοεμβρίου. Ο οίκος διατήρησε την Ελλάδα στην βαθμίδα ΒΒΒ επιβεβαιώνοντας τις προοπτικές της οικονομίας ως “σταθερές”.
Λυδία Ρουμποπούλου – Γιώργος Δ. Παυλόπουλος
Πηγή: capital.gr





