Η ελληνική οικονομία έχει σήμερα ένα σημαντικό ραντεβού με τους οίκους αξιολόγησης. Moody’s και Scope Ratings αναμένεται να δημοσιοποιήσουν τις νέες αξιολογήσεις τους για το ελληνικό αξιόχρεο, με το ενδιαφέρον να έχει μετατοπιστεί πλέον από την κατάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας στο εάν η χώρα μπορεί να κινηθεί ακόμη υψηλότερα στην κλίμακα των οίκων, κάτι που φαίνεται πολύ δύσκολο εν μέσω μιας εξαιρετικά μεγάλης γεωπολιτικής αναταραχής και μεγάλης ανόδου του κόστους ενέργειας
Οι δύο αξιολογήσεις έχουν διαφορετική αφετηρία και, κατά συνέπεια, διαφορετικό ενδιαφέρον. Η Moody’s βαθμολογεί σήμερα την Ελλάδα με Baa3 και σταθερές προοπτικές, δηλαδή στο πρώτο σκαλοπάτι της επενδυτικής βαθμίδας. Αντίθετα, η Scope τοποθετεί τη χώρα στο BBB με θετικές προοπτικές, ένα επίπεδο υψηλότερα, έχοντας ουσιαστικά αφήσει ανοιχτή την πόρτα για νέα αναβάθμιση.
Τα δύο διαφορετικά «στοιχήματα»
Στην περίπτωση της Moody’s, το ενδιαφέρον εστιάζεται στο εάν ο οίκος θα δώσει κάποιο σήμα για το επόμενο βήμα, είτε μέσω αναβάθμισης της αξιολόγησης είτε μέσω αλλαγής των προοπτικών. Η Moody’s παραμένει πιο επιφυλακτική από τους άλλους μεγάλους οίκους, καθώς διατηρεί την Ελλάδα στο Baa3. Πρόσφατα, μάλιστα, περιόρισε την εκτίμησή της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο 1,7% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, από 2,1% προηγουμένως. Παρά την αναθεώρηση, έχει επισημάνει ως θετικά στοιχεία τις δημοσιονομικές επιδόσεις, το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, τις περιορισμένες δανειακές ανάγκες και τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Για τη Scope, η εικόνα είναι διαφορετική. Οι θετικές προοπτικές σημαίνουν ότι οι κίνδυνοι για την αξιολόγηση στους επόμενους 12-18 μήνες θεωρούνται από τον οίκο περισσότερο ανοδικοί παρά καθοδικοί. Η Scope έχει καταστήσει σαφές ότι μια διατηρήσιμη και ουσιαστική υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, σε συνδυασμό με τη συνέχιση των πρωτογενών πλεονασμάτων, θα μπορούσε να στηρίξει υψηλότερη αξιολόγηση.
Το ισχυρό χαρτί του χρέους
Το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς παραμένει η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε στο 146,1% το 2025, από 154,2% το 2024, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πτώση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Η ΤτΕ εκτιμά παράλληλα ότι το 2026 θα διατηρηθεί υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, περίπου 3,2% του ΑΕΠ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους, καθώς περιορίζουν περαιτέρω τις μελλοντικές υποχρεώσεις του Δημοσίου. Την ίδια ώρα, η δομή του ελληνικού χρέους εξακολουθεί να λειτουργεί ως ασπίδα. Μεγάλο μέρος του βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα, οι λήξεις είναι μακροχρόνιες και τα ταμειακά διαθέσιμα παραμένουν υψηλά. Η Scope υπολογίζει ότι ο λόγος χρέους μπορεί να υποχωρήσει από περίπου 145% του ΑΕΠ το 2025 στο 127% το 2030.
Ανάπτυξη και τράπεζες στη θετική πλευρά
Στα στοιχεία που εξετάζουν οι οίκοι βρίσκεται επίσης η ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και το 2027 και 2% το 2028, ρυθμούς υψηλότερους από εκείνους της Ευρωζώνης. Παράλληλα, η βελτίωση της εικόνας του τραπεζικού συστήματος αποτελεί ένα ακόμη στοιχείο που έχει ενισχύσει το ελληνικό πιστωτικό προφίλ.
Ωστόσο, οι οίκοι εξακολουθούν να καταγράφουν σημαντικές αδυναμίες. Το δημόσιο χρέος, παρά την αποκλιμάκωσή του, παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, ενώ στο μικροσκόπιο βρίσκονται η χαμηλή παραγωγικότητα, οι δημογραφικές πιέσεις, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και οι μεσοπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές.
Η ενέργεια αλλάζει την εξίσωση
Στη φετινή αξιολόγηση έχει προστεθεί και ένας σημαντικός εξωτερικός κίνδυνος που δεν είναι άλλο από τη γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις της στις τιμές της ενέργειας. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη επισημάνει ότι η διεθνής αβεβαιότητα και οι ενεργειακές πιέσεις έχουν αυξήσει τους κινδύνους για ανάπτυξη και πληθωρισμό.
Ως εκ τούτου, οι σημερινές αποφάσεις θα δείξουν κατά πόσο η ισχυρότερη δημοσιονομική εικόνα και η γρήγορη μείωση του χρέους αρκούν για να αντισταθμίσουν την επιβράδυνση της ανάπτυξης και το δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον.
Πηγή: ot.gr





