Του Χάρη Φλουδόπουλου
Τις τελευταίες ημέρες, η εικόνα που παρουσιάζει ξανά η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τις τιμές σε αρκετές χώρες να θυμίζουν ημέρες της ενεργειακής κρίσης του 2022, επαναφέρει στο προσκήνιο μια συζήτηση που η Ευρώπη απέφυγε να αντιμετωπίσει στη ρίζα της: όσο το φυσικό αέριο εξακολουθεί να είναι το καύσιμο που καθορίζει την οριακή τιμή για μεγάλο αριθμό ωρών, η μαζική διείσδυση των ΑΠΕ από μόνη της δεν αρκεί για να εξασφαλίσει σταθερά χαμηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών, οι οποίες έχουν ήδη περιορίσει σημαντικά την κατανάλωση φυσικού αερίου και τις εκπομπές CO2. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού και ειδικότερα στο σύστημα οριακής τιμολόγησης, βάσει του οποίου η ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση καθορίζει την τιμή για το σύνολο της αγοράς. Και αυτή η μονάδα, σε κρίσιμες ώρες, παραμένει το φυσικό αέριο.
Παρά τις ΑΠΕ, η τιμή καθορίζεται από το αέριο
Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη επιτάχυνε θεαματικά την πράσινη μετάβαση. Η συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στο ηλεκτρικό μείγμα της ΕΕ αυξήθηκε από 5,5% το 2021 σε 13,2% το 2025, ενώ η συμμετοχή της αιολικής ενέργειας ενισχύθηκε από 14,2% σε 16,9%.
Την ίδια περίοδο η ηλεκτροπαραγωγή από φυσικό αέριο υποχώρησε από 18,3% σε 16,7%. Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντική εξέλιξη, καθώς περιορίζονται τόσο οι εκπομπές όσο και οι ανάγκες εισαγωγής καυσίμου.
Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: άλλο πράγμα είναι πόση ηλεκτρική ενέργεια παράγει μια τεχνολογία και άλλο πόσες ώρες καθορίζει την τιμή της αγοράς.
Οι προβολές του Joint Research Centre της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι χαρακτηριστικές. Μέχρι το 2030 οι ΑΠΕ εκτιμάται ότι μπορούν να φτάσουν περίπου στο 67% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ και η συμμετοχή του φυσικού αερίου να περιοριστεί μόλις στο 11%. Παρά ταύτα, οι ώρες κατά τις οποίες οι μονάδες αερίου θα εξακολουθούν να διαμορφώνουν την οριακή τιμή δεν αναμένεται να μειωθούν αντίστοιχα και μπορεί να παραμείνουν κοντά στα επίπεδα του 2022.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο του σημερινού ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου: το αέριο μπορεί να παράγει ολοένα μικρότερο μέρος της συνολικής ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά να εξακολουθεί να ασκεί δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στην τιμή της.
Η “αποσύνδεση που δεν έγινε
Μετά την κρίση του 2022, βασικός στόχος της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής ήταν η επιτάχυνση των επενδύσεων στις ΑΠΕ ώστε να μειωθεί η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το φυσικό αέριο και, κατ’ επέκταση, να περιοριστεί η σύνδεση των τιμών ηλεκτρισμού με τις τιμές του αερίου. Το πρώτο σκέλος της στρατηγικής λειτουργεί. Η Ευρώπη χρειάζεται λιγότερο αέριο για να παράγει την ίδια ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας. Το δεύτερο όμως παραμένει σε μεγάλο βαθμό ζητούμενο.
Τις ώρες που δεν επαρκούν οι ΑΠΕ, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά μηδενίζεται μετά τη δύση του ηλίου ή όταν η αιολική παραγωγή είναι περιορισμένη, οι θερμικές μονάδες καλούνται να καλύψουν τη ζήτηση. Εφόσον οι μονάδες αερίου βρίσκονται στο περιθώριο, το κόστος του καυσίμου και των δικαιωμάτων CO2 μεταφέρεται άμεσα στη χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας.
Έτσι δημιουργείται μια αγορά δύο ταχυτήτων: πολλές ώρες με πολύ χαμηλές ή ακόμη και αρνητικές τιμές όταν υπάρχει υπερπαραγωγή ΑΠΕ και άλλες ώρες με απότομες ανατιμήσεις όταν χρειάζεται να μπουν στο σύστημα οι ακριβές θερμικές μονάδες.
Χωρίς φθηνό αέριο δεν πέφτει το ρεύμα
Υπό τις σημερινές συνθήκες λειτουργίας της αγοράς, η εξίσωση είναι σχετικά απλή. Όσο το αέριο παραμένει η οριακή τεχνολογία, η Ευρώπη δύσκολα μπορεί να εξασφαλίσει σταθερά φθηνή ηλεκτρική ενέργεια χωρίς ανταγωνιστικές τιμές φυσικού αερίου. Και εδώ βρίσκεται μια δεύτερη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής. Στις Βρυξέλλες συχνά επικρατεί η άποψη ότι η Ευρώπη είναι απλώς αποδέκτης των διεθνών τιμών του φυσικού αερίου και επομένως έχει περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης. Η διεθνής εικόνα όμως δείχνει ότι οι περιοχές που διαθέτουν επαρκή εγχώρια παραγωγή ή έχουν εξασφαλίσει μακροχρόνια και διαφοροποιημένη τροφοδοσία εμφανίζουν πολύ διαφορετικό ενεργειακό κόστος από τις αγορές που εξαρτώνται περισσότερο από το spot LNG.
Η Ευρώπη, αντιθέτως, έχει επιλέξει ένα πλαίσιο που περιορίζει σταδιακά τον μακροχρόνιο ρόλο του φυσικού αερίου, επιβάλλει αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις στις εισαγωγές και προσθέτει κόστος άνθρακα τόσο στις μεταφορές όσο και στην τελική χρήση του καυσίμου.
Ταυτόχρονα, για πολλά χρόνια αντιμετώπισε με μεγάλη επιφυλακτικότητα την ανάπτυξη νέας εγχώριας παραγωγής.
Το μοντέλο της αγοράς
Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση της προσφοράς αερίου μπορεί να περιορίσει το κόστος, δεν λύνει όμως το θεμελιώδες πρόβλημα της ευρωπαϊκής ηλεκτρικής αγοράς.
Όσο η τιμή του συνόλου της ηλεκτροπαραγωγής εξακολουθεί να καθορίζεται για πολλές ώρες από μια τεχνολογία που αντιπροσωπεύει ολοένα μικρότερο μέρος του ενεργειακού μείγματος, η Ευρώπη θα παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς διακυμάνσεις του φυσικού αερίου.
Για αυτό και η μεγάλη συζήτηση της επόμενης περιόδου αναμένεται να αφορά όχι μόνο το πόσες ακόμη ΑΠΕ θα εγκατασταθούν, αλλά και το πώς η φθηνή παραγωγή τους θα φτάνει πραγματικά στον καταναλωτή.
Μακροχρόνια συμβόλαια, PPAs, συμβάσεις επί διαφορών, ενίσχυση των διασυνδέσεων, αποθήκευση και μηχανισμοί που περιορίζουν την έκθεση καταναλωτών και επιχειρήσεων στην οριακή τιμή αποτελούν κομμάτια αυτής της εξίσωσης.
Διότι το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο να παράγεται περισσότερη φθηνή ηλεκτρική ενέργεια. Είναι αυτή η χαμηλή τιμή παραγωγής να μεταφέρεται και στη λιανική.
Η Ευρώπη μπορεί το 2030 να παράγει τα δύο τρίτα του ηλεκτρισμού της από ανανεώσιμες πηγές. Εάν όμως για κρίσιμες ώρες της ημέρας εξακολουθεί να τιμολογεί το σύνολο της αγοράς με βάση το ακριβό φυσικό αέριο, τότε το παράδοξο θα παραμένει: ένα ηλεκτρικό σύστημα που γίνεται ολοένα πιο πράσινο και φθηνότερο ως προς το κόστος παραγωγής, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι γίνεται αντίστοιχα φθηνότερο για τη βιομηχανία, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Πηγή: capital.gr





