Σε μια Ευρώπη όπου η Ακροδεξιά διευρύνει την επιρροή της, κερδίζει εκλογές και διεκδικεί πλέον ανοιχτά τη συμμετοχή της στην εξουσία, η Σουηδία εμφανίζεται ως εξαίρεση μετά τις εκλογές της Κυριακής, τις οποίες ακολούθησε ένα θρίλερ για τη διεκδίκηση της πρώτης θέσης.
Για πρώτη φορά από το 2010, όταν οι Σουηδοί Δημοκράτες (SD) εισήλθαν στο κοινοβούλιο, το ακροδεξιό κόμμα υποχώρησε εκλογικά, χάνοντας περίπου τρεις μονάδες και τη δεύτερη θέση. Η εξέλιξη αυτή μπορεί μεν να ανακόψει την πορεία του προς την κυβέρνηση, δεν αναιρεί όμως το αποτύπωμα που έχει ήδη αφήσει στη σουηδική πολιτική.
Με βάση τα προκαταρκτικά αποτελέσματα, τα κόμματα που στηρίζουν τη Μαγκνταλένα Αντερσον των Σοσιαλδημοκρατών συγκέντρωναν 176 έδρες στο κοινοβούλιο των 349 εδρών, έναντι 173 για τον συνασπισμό του απερχόμενου κεντροδεξιού πρωθυπουργού Ουλφ Κρίστερσον. Η διαφορά ήταν μόλις τρεις έδρες, ενώ η τελική εικόνα δεν αναμενόταν να ξεκαθαρίσει πριν από την Τετάρτη, όταν θα έχουν καταμετρηθεί και οι ψήφοι από το εξωτερικό.
Η οριακή αυτή αναμέτρηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η υποχώρηση των Σουηδών Δημοκρατών είναι εκείνη που αλλάζει σε σημαντικό βαθμό τους συσχετισμούς. Το SD έπεσε από το 20,5% του 2022 στο περίπου 17,6%, υποχωρώντας από τη δεύτερη στην τρίτη θέση και χάνοντας περίπου 11 έδρες. Για ένα κόμμα που είχε αυξήσει το ποσοστό του σε κάθε βουλευτική εκλογή από το 1988, πρόκειται για μια πραγματική εκλογική ανατροπή.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιεί τη Σουηδία από την ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση. Από την Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι έως τη Γερμανία και τη Σαξονία – Ανχαλτ, και από τη Γαλλία έως τη Βρετανία του Νάιτζελ Φάρατζ, τα ακροδεξιά και εθνικιστικά κόμματα εμφανίζονται ενισχυμένα, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για το κόστος ζωής, τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα και την αδυναμία των παραδοσιακών κομμάτων να δώσουν απαντήσεις. Στη Σουηδία, αντίθετα, φαίνεται να ανακόπηκε η εκλογική άνοδος του SD ακριβώς τη στιγμή που βρισκόταν πιο κοντά από ποτέ στην εξουσία.
Η εξήγηση, ωστόσο, δεν βρίσκεται απαραίτητα σε μια ξαφνική μεταστροφή της σουηδικής κοινωνίας. Ενα από τα παράδοξα της εκλογικής αναμέτρησης είναι ότι μεγάλο μέρος της πολιτικής ατζέντας που ανέδειξαν οι Σουηδοί Δημοκράτες έχει πλέον υιοθετηθεί από τα παραδοσιακά κόμματα. Το μεταναστευτικό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά το μεγάλο προσφυγικό κύμα του 2015, οι κυβερνήσεις τόσο της Αριστεράς όσο και της Δεξιάς υιοθέτησαν αυστηρότερες πολιτικές, ενώ οι Σοσιαλδημοκράτες μετακινήθηκαν προς σκληρότερες θέσεις για τη μετανάστευση, την εγκληματικότητα και την ενσωμάτωση.
Ετσι, ένα βασικό πολιτικό όπλο του SD έχασε μέρος της εκλογικής του αποκλειστικότητας. «Πολλοί ψήφιζαν τους Σουηδούς Δημοκράτες επειδή τους άρεσε η πολιτική τους στο μεταναστευτικό», εξηγεί ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Αντερς Σάνερστεντ, σημειώνοντας ότι πλέον και άλλα κόμματα έχουν υιοθετήσει αντίστοιχη γραμμή. Οι Σουηδοί Δημοκράτες, σύμφωνα με αναλυτές, δεν κατόρθωσαν παράλληλα να αποκτήσουν αντίστοιχη δυναμική σε άλλα ζητήματα.
Η φετινή προεκλογική εκστρατεία έδωσε μεγαλύτερο βάρος στην αγοραστική δύναμη και στο κοινωνικό κράτος, θέματα που ευνοούν παραδοσιακά τους Σοσιαλδημοκράτες. Ταυτόχρονα, για σημαντικό τμήμα του εκλογικού σώματος το ζητούμενο ήταν να τερματιστεί η διακυβέρνηση Κρίστερσον και κυρίως να ανακοπεί η πορεία των Σουηδών Δημοκρατών προς την εξουσία. Ο Κρίστερσον είχε δεσμευτεί ότι, σε περίπτωση νίκης, το SD θα αποκτούσε ακόμη και υπουργικές θέσεις.
Οπως σημειώνουν αναλυτές, το ερώτημα πλέον είναι τι θα ακολουθήσει. Εάν η Αντερσον καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση χωρίς τους Μετριοπαθείς, το SD θα βρεθεί εκτός, ενώ αν χρειαστεί τη συνεργασία των Μετριοπαθών, οι ισορροπίες θα είναι πολύ πιο σύνθετες καθώς, όπως επισημαίνει ανάλυση της «Guardian», το SD θα είναι το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης.
Πηγή: tanea.gr





