Μπορούν τα δόντια μας να «προδίδουν» τι συμβαίνει στον εγκέφαλο; Μπορεί να ακούγεται παράδοξο, όμως όλο και περισσότερα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η υγεία του στόματος δεν αφορά μόνο τα δόντια και τα ούλα.
Η κατάσταση της στοματικής κοιλότητας φαίνεται να συνδέεται με τη διατροφή, τη χρόνια φλεγμονή… ακόμη και με τη γνωστική λειτουργία, με αποτέλεσμα όπως όλα δείχνουν να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που καθορίζουν την υγιή γήρανση.
Πρόσφατη μελέτη των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC) έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη κομμάτι σε αυτό το παζλ. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η απώλεια δοντιών συνδέεται με υψηλότερη συχνότητα υποκειμενικής γνωστικής έκπτωσης (SCD) – δηλαδή με την αίσθηση που έχει ένα άτομο ότι η μνήμη, η συγκέντρωση ή άλλες νοητικές του ικανότητες έχουν χειροτερέψει.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Preventing Chronic Disease», βασίστηκε σε στοιχεία 83.479 Αμερικανών ηλικίας 45 ετών και άνω. Και τι προέκυψε; Η υποκειμενική γνωστική έκπτωση ανέφερε το 13,6% των ανθρώπων με κακή στοματική υγεία, έναντι 7,7% εκείνων με καλή στοματική υγεία.
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η σχέση με τον αριθμό των χαμένων δοντιών. Στα άτομα ηλικίας 45 έως 64 ετών, εκείνοι που είχαν χάσει έξι ή περισσότερα δόντια εμφάνιζαν 91% υψηλότερο επιπολασμό υποκειμενικής γνωστικής έκπτωσης σε σχέση με όσους δεν είχαν χάσει δόντια.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα αντιστρεφόταν όταν οι ερευνητές εξέταζαν τη χρήση οδοντιατρικών υπηρεσιών. Στην ίδια ηλικιακή ομάδα, όσοι είχαν επισκεφθεί τον οδοντίατρο μέσα στο προηγούμενο έτος εμφάνιζαν 23% χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης SCD.
Είναι σημαντικό εντούτοις να υπογραμμιστεί, σύμφωνα πάντα με τους ειδικούς, ότι το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι ο οδοντίατρος «προλαμβάνει» την άνοια. Η μελέτη, όπως σημειώνουν οι ίδιοι οι συγγραφείς, είναι διατομεακή και συνεπακόλουθα αποτυπώνει συσχετίσεις σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
Ο αριθµός των χαµένων δοντιών
Ενα ακόμη ενδιαφέρον δεδομένο που προέκυψε είναι ότι η συχνότητα της SCD αυξανόταν όσο μεγάλωνε ο αριθμός των χαμένων δοντιών. Υπήρχε, όμως, μια σημαντική εξαίρεση, ιδιαίτερης σημασίας: Οι άνθρωποι που είχαν χάσει όλα τα δόντια τους δεν είχαν την υψηλότερη συχνότητα γνωστικής έκπτωσης.
Το εύρημα αυτό, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, δεν ήταν αναμενόμενο. Μια πιθανή εξήγηση, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι ότι τα άτομα που έχουν χάσει όλα τα δόντια τους είναι πιθανότερο να έχουν βάλει πρόσθετη οδοντοστοιχία ή εμφυτεύματα, διατηρώντας έτσι στο ακέραιο τη μασητική λειτουργία.
Αλλωστε, η μάσηση φαίνεται να είναι κάτι περισσότερο από μία απλή λειτουργία του στόματος. Και αυτό διότι προηγούμενες έρευνες έχουν συνδέσει τη μασητική λειτουργία με τη γνωστική υγεία. Ενδεικτικά αναφέρεται παλαιότερη ιαπωνική μελέτη σύμφωνα με την οποία άνθρωποι με λιγότερα δόντια ή χωρίς οδοντοστοιχία είχαν σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο άνοιας σε σχέση με εκείνους που είχαν αντικαταστήσει τα χαμένα δόντια τους.
Υπογραμμίζεται εντούτοις, ότι οι ερευνητές του CDC επισημαίνουν ότι το πεδίο αυτό χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.
Ο ρόλος της φλεγμονής
Ενας δεύτερος μηχανισμός, που δύναται να επηρεάζει την υγεία του εγκεφάλου, μπορεί να είναι η φλεγμονή. Η περιοδοντίτιδα δεν αποτελεί απλώς ένα τοπικό πρόβλημα των ούλων. Η φλεγμονώδης διαδικασία συνοδεύεται από την απελευθέρωση ουσιών όπως η ιντερλευκίνη-6, η ιντερλευκίνη-1β και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη.
Την ίδια στιγμή, ορισμένα βακτήρια της στοματικής κοιλότητας έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της έρευνας για τη σχέση στόματος και εγκεφάλου. Ανάμεσά τους βρίσκεται το Porphyromonas gingivalis, ένα από τα βακτήρια που συνδέονται με την περιοδοντίτιδα.
Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η φλεγμονή του στόματος και επιβλαβή βακτήρια μπορεί να επηρεάζουν νευροφλεγμονώδεις διεργασίες και την παραγωγή β-αμυλοειδούς, μιας πρωτεΐνης που αποτελεί χαρακτηριστικό εύρημα της νόσου Αλτσχάιμερ.
Η απώλεια δοντιών, επίσης, επηρεάζει το τι τρώμε. Και αυτό διότι η μάσηση γίνεται δύσκολη και συνεπακόλουθα ορισμένοι άνθρωποι περιορίζουν τρόφιμα που απαιτούν περισσότερη προσπάθεια με αποτέλεσμα να κάνουν συχνά… εκπτώσεις στη διατροφή τους. Η μειωμένη μασητική λειτουργία μπορεί έτσι να συμβάλει σε διατροφικές ελλείψεις και σε χαμηλότερη πρόσληψη θρεπτικών συστατικών που είναι σημαντικά για τη λειτουργία του εγκεφάλου.
Αµφίδροµη σχέση
Ενόσω οι έρευνες συνεχίζονται, οι ειδικοί εξετάζουν όλα τα σενάρια. Γι’ αυτό και αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να συμβαίνει το αντίστροφο. Κάποιος δηλαδή, που αρχίζει να εμφανίζει γνωστικές δυσκολίες, ενδέχεται να δυσκολεύεται περισσότερο να φροντίσει τη στοματική του υγιεινή, να ξεχνά να βουρτσίσει τα δόντια του όπως και να αμελεί τις επισκέψεις στον οδοντίατρο.
Εξού και οι συγγραφείς της ίδιας μελέτης είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις διαπιστώνεις τους, τονίζοντας ότι η συγκεκριμένη μελέτη δεν μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα ποιο προηγήθηκε – η απώλεια δοντιών ή η γνωστική έκπτωση.
Επιπλέον, οι πληροφορίες για τον αριθμό των χαμένων δοντιών και τη γνωστική κατάσταση ήταν αυτοαναφερόμενες. Το ερωτηματολόγιο δεν κατέγραφε τη χρήση οδοντοστοιχιών, ενώ δεν ήταν δυνατό να συμπεριληφθούν όλοι οι παράγοντες κινδύνου για άνοια, όπως η υπέρταση και η υψηλή χοληστερόλη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχέση της άνοιας με τη στοματική υγεία απασχόλησε πρόσφατα και τη χειρουργό οδοντίατρο Μαρία Τσαούτου, η οποία σε σχετικό άρθρό της επικαλείται, μεταξύ άλλων, μια συστηματική ανασκόπηση του 2024, που εξέτασε τη στοματική υγεία ως πιθανό παράγοντα κινδύνου για Alzheimer. Και κατέληξε ότι τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν για να αποδειχθεί η αιτιότητα, θέση που υιοθετεί και το National Institute on Aging.
Αυτό, σύμφωνα με την ίδια, δεν σημαίνει ότι η στοματική υγεία είναι αδιάφορη. Αντίθετα, η πρόληψη και η θεραπεία της περιοδοντίτιδας, η αντιμετώπιση της τερηδόνας, η διατήρηση των φυσικών δοντιών και η καθημερινή στοματική υγιεινή αποτελούν σημαντικά στοιχεία της συνολικής υγείας.
«Το μήνυμα της σύγχρονης έρευνας, λοιπόν, δεν είναι ότι “η κακή στοματική υγεία προκαλεί Alzheimer”. Είναι ότι υπάρχει μια ισχυρή και ενδιαφέρουσα επιστημονική συσχέτιση, την οποία οι ερευνητές προσπαθούν τώρα να κατανοήσουν.
Το επόμενο βήμα είναι οι καλύτερα σχεδιασμένες, μακροχρόνιες και κυρίως παρεμβατικές κλινικές μελέτες, ώστε να διαπιστωθεί αν η βελτίωση της στοματικής υγείας μπορεί πράγματι να επηρεάσει τον κίνδυνο εμφάνισης ή την πορεία της γνωστικής έκπτωσης. Μέχρι τότε, η σωστή στοματική φροντίδα αξίζει να αντιμετωπίζεται ως μέρος της συνολικής φροντίδας υγείας – όχι όμως ως αποδεδειγμένη θεραπεία ή πρόληψη της άνοιας», καταλήγει η Μ. Τσαούτου.
Πηγή: tanea.gr





