Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς πριν επιλέξουν φροντιστήριο ξένων γλωσσών ή εκπαιδευτικό για ιδιαίτερα μαθήματα, τι ισχύει με τις άδειες διδασκαλίας και τις πιστοποιήσεις, αλλά και πότε είναι η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει ένα παιδί την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας, εξήγησε, μεταξύ άλλων, μιλώντας στην ΕΡΤ Βόλου, η πρόεδρος του Συλλόγου Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών Μαγνησίας, Μελίνα Κωτσάκη.
Με αφορμή συζήτηση που έχει ανοίξει για τη λειτουργία των δομών ξενόγλωσσης εκπαίδευσης και την ανάγκη ελέγχων, η κ. Κωτσάκη έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη οι ίδιοι οι γονείς να γνωρίζουν τι ακριβώς πρέπει να ελέγχουν πριν εμπιστευθούν την εκπαίδευση του παιδιού τους. Παράλληλα, αναφέρθηκε στο καθεστώς των εκπαιδευτικών, στην πληθώρα των φορέων πιστοποίησης γλωσσομάθειας, αλλά και στο ζήτημα των ιδιαίτερα χαμηλών διδάκτρων που εμφανίζονται στην αγορά.
Όπως ανέφερε, ένα Κέντρο Ξένων Γλωσσών πρέπει να διαθέτει άδεια λειτουργίας, η οποία οφείλει να βρίσκεται σε εμφανές σημείο. Παράλληλα, υπάρχουν και ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά που μπορούν να υποψιάσουν έναν γονέα ότι ένας χώρος δεν αποτελεί νόμιμη εκπαιδευτική δομή, καθώς για την αδειοδότηση απαιτούνται συγκεκριμένες προδιαγραφές, μεταξύ άλλων ως προς τον φωτισμό, τον αερισμό και την καταλληλότητα των χώρων.
Η πρόεδρος του Συλλόγου διευκρίνισε επίσης ότι άλλες δομές, όπως τα ΚΔΑΠ ή τα κέντρα μελέτης, μπορούν να παρέχουν δραστηριότητες δημιουργικής απασχόλησης ή υποστήριξη, δεν αποτελούν όμως αδειοδοτημένα Κέντρα Ξένων Γλωσσών για τη συστηματική εκμάθηση μιας γλώσσας με στόχο την απόκτηση πιστοποίησης.
Τι πρέπει να ελέγχουν στα ιδιαίτερα μαθήματα
Περισσότερο σύνθετο χαρακτήρισε το ζήτημα των ιδιαίτερων μαθημάτων, καθώς ο έλεγχος της νομιμότητας ενός εκπαιδευτικού δεν είναι εξίσου εύκολος για τον γονέα.
Ωστόσο, όπως τόνισε, πλέον υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου μέσω του Μητρώου Διδασκόντων σε Κέντρα Ξένων Γλωσσών και Φροντιστήρια. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να διαθέτει την άδειά του, η οποία φέρει QR code, ώστε ο γονέας να μπορεί να ελέγξει ηλεκτρονικά τη γνησιότητά της.
Η κ. Κωτσάκη κάλεσε τους γονείς να μη θεωρούν δεδομένο ότι ένας εκπαιδευτικός είναι νόμιμος επειδή έχει συσταθεί από κάποιον γνωστό ή επειδή διδάσκει επί σειρά ετών. «Το πιο εύκολο πράγμα είναι να φέρει την άδειά του», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι ένας νόμιμος επαγγελματίας δεν έχει λόγο να αποφεύγει έναν τέτοιο έλεγχο.
Στο ίδιο πλαίσιο έθεσε και το ζήτημα της έκδοσης αποδείξεων, σημειώνοντας ότι η αδήλωτη εργασία και η φοροδιαφυγή δημιουργούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για όσους δραστηριοποιούνται νόμιμα.
Άδεια διδασκαλίας δεν σημαίνει δικαίωμα για όλες τις γλώσσες
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάκριση ανάμεσα στην πιστοποίηση γλωσσομάθειας και την άδεια διδασκαλίας. Η κ. Κωτσάκη εξήγησε ότι μέχρι το 2014 υπήρχε δυνατότητα χορήγησης άδειας διδασκαλίας και βάσει επάρκειας. Το καθεστώς αυτό άλλαξε στη συνέχεια, ενώ όσοι είχαν ήδη αποκτήσει νόμιμα την άδεια και την επικαιροποίησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας που έγινε τα προηγούμενα χρόνια εξακολουθούν να έχουν δικαίωμα διδασκαλίας.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η άδεια αφορά συγκεκριμένη γλώσσα. Έτσι, ένας πτυχιούχος αγγλικής φιλολογίας με δικαίωμα διδασκαλίας Αγγλικών δεν αποκτά αυτομάτως δικαίωμα να διδάσκει Γαλλικά ή άλλη ξένη γλώσσα.

Ποια πιστοποιητικά έχουν αξία
Στη συνέντευξη τέθηκε ακόμη το ζήτημα της πληθώρας των φορέων που πραγματοποιούν εξετάσεις πιστοποίησης γλωσσομάθειας. Η πρόεδρος του Συλλόγου υποστήριξε ότι απαιτείται ένας σαφέστερος μηχανισμός διαπίστευσης, ο οποίος θα ελέγχει τα πιστοποιητικά και θα διασφαλίζει ότι το επίπεδο που αναγράφεται ανταποκρίνεται στις πραγματικές γλωσσικές δεξιότητες του υποψηφίου.
Όπως εξήγησε, διαφορετική βαρύτητα έχει μία εξέταση που ελέγχει και τις τέσσερις δεξιότητες —κατανόηση γραπτού και προφορικού λόγου, παραγωγή γραπτού και προφορικού λόγου— και διαφορετική μία εξέταση που περιορίζεται σε δύο δεξιότητες.
Πότε πρέπει να ξεκινά ένα παιδί;
Σε ό,τι αφορά την ηλικία έναρξης, η κ. Κωτσάκη ανέφερε ότι, σε γενικές γραμμές, η Β΄ και κυρίως η Γ΄ Δημοτικού θεωρούνται κατάλληλες τάξεις για την έναρξη της πρώτης ξένης γλώσσας, ενώ η δεύτερη μπορεί να ακολουθήσει ένα ή δύο χρόνια αργότερα.
Τόνισε, ωστόσο, ότι δεν υπάρχει μία ηλικία που να ταιριάζει σε όλα τα παιδιά, καθώς η εκμάθηση ξένης γλώσσας είναι σε σημαντικό βαθμό εξατομικευμένη διαδικασία.
Τέλος, αναφερόμενη στο κόστος, εξέφρασε προβληματισμό για τις υπερβολικά χαμηλές τιμές και τις συνεχείς προσφορές που εμφανίζονται στην αγορά. Όπως σημείωσε, οι γονείς θα πρέπει να αξιολογούν συνολικά την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και να είναι επιφυλακτικοί όταν μία προσφορά είναι υπερβολικά χαμηλή, καθώς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «μπορεί να έχουμε έκπτωση στην ποιότητα».
www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr














