Σε νέα αύξηση των επιτοκίων αναμένεται να προχωρήσει την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η παρατεταμένη σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν και η εκτόξευση των ενεργειακών τιμών εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρωζώνη.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters, το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων αναμένεται να αυξηθεί κατά 25 μονάδες βάσης, από το 2,25% στο 2,50%. Πρόκειται για τη δεύτερη αύξηση επιτοκίων μέσα στο 2026, μετά την αντίστοιχη κίνηση του Ιουνίου.
Η απόφαση θεωρείται ουσιαστικά προεξοφλημένη από τις αγορές. Και οι 65 οικονομολόγοι που συμμετείχαν στην έρευνα του Reuters προβλέπουν αύξηση, ενώ οι χρηματαγορές δίνουν πιθανότητα άνω του 95% στο συγκεκριμένο σενάριο.
Ανεβαίνει το Euribor – Πιο ακριβές οι δόσεις των δανείων
Οι προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική έχουν ήδη αποτυπωθεί στα διατραπεζικά επιτόκια, αυξάνοντας την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις που έχουν δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, το Euribor διαμορφώθηκε:
στο 2,679% για διάρκεια τριών μηνών,
στο 2,364% για διάρκεια ενός μήνα.
Η άνοδος των διατραπεζικών επιτοκίων μεταφράζεται σε υψηλότερες μηνιαίες δόσεις για στεγαστικά, επιχειρηματικά και άλλα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου. Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από το ύψος του δανείου, το τραπεζικό περιθώριο και το πότε πραγματοποιείται ο επαναπροσδιορισμός του επιτοκίου.
Στο 3,3% ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη
Καθοριστικός παράγοντας για τη στάση της ΕΚΤ είναι η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού.
Με βάση την πρώτη εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο, από 2,9% τον Ιούλιο, παραμένοντας αρκετά πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η ΕΚΤ.
Η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση καταγράφηκε στην ενέργεια, με τις τιμές να ενισχύονται κατά 14,3%, έναντι 10,3% τον Ιούλιο.
Αντίθετα, ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος δεν περιλαμβάνει τις ευμετάβλητες τιμές ενέργειας και τροφίμων, υποχώρησε οριακά στο 2,4%, από 2,5%.
Στην ΕΚΤ υπάρχει έντονος προβληματισμός ότι η παρατεταμένη άνοδος του ενεργειακού κόστους θα μπορούσε να περάσει σταδιακά στις τιμές ευρύτερου φάσματος προϊόντων και υπηρεσιών, διατηρώντας τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Στα 72 ευρώ το φυσικό αέριο – Άλμα 125% μέσα σε έναν χρόνο
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται το φυσικό αέριο. Η τιμή αναφοράς του ευρωπαϊκού TTF έκλεισε την Παρασκευή στα 71,96 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καταγράφοντας αύξηση περίπου 125% σε ετήσια βάση.
Η εικόνα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή σε σύγκριση με τις αρχές του 2026, όταν η τιμή βρισκόταν κοντά στα 27 ευρώ. Μέσα σε λίγους μήνες, δηλαδή, η τιμή του φυσικού αερίου έχει υπερδιπλασιαστεί.
Την ίδια ώρα, το πετρέλαιο Brent έκλεισε την εβδομάδα στα 96,28 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας εβδομαδιαία άνοδο 7,6%.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί η σχετικά χαμηλή πληρότητα των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου. Τα αποθέματα βρίσκονται περίπου στο 65%, όταν ο μέσος όρος της προηγούμενης πενταετίας διαμορφώνεται στο 82%.
Εφόσον η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν αποκλιμακωθεί και ο επερχόμενος χειμώνας είναι ιδιαίτερα βαρύς, οι ενεργειακές τιμές κινδυνεύουν να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα ή ακόμη και να κινηθούν υψηλότερα.
Νάγκελ: Οι αγορές έχουν προεξοφλήσει την αύξηση
Στην επικείμενη απόφαση της ΕΚΤ αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοάχιμ Νάγκελ.
Όπως δήλωσε, οι αγορές προεξοφλούν με πιθανότητα άνω του 95% μια αύξηση των επιτοκίων στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου, εκτιμώντας παράλληλα ότι έχουν κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο είναι πιθανό να αντιδράσει η κεντρική τράπεζα.
Ο Νάγκελ απέφυγε, ωστόσο, να προδικάσει τις επόμενες κινήσεις της ΕΚΤ, επαναλαμβάνοντας ότι κάθε απόφαση θα λαμβάνεται ξεχωριστά και θα εξαρτάται από τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα.
Οι επενδυτές θεωρούν πιθανό να υπάρξει τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση από τον Δεκέμβριο έως την άνοιξη του 2027. Ωστόσο, η πλειονότητα των οικονομολόγων που συμμετείχαν στην έρευνα του Reuters εκτιμά ότι η αύξηση του Σεπτεμβρίου ενδέχεται να είναι η τελευταία.
Στο μικροσκόπιο και η Fed
Ανάλογες πληθωριστικές πιέσεις αντιμετωπίζει και η αμερικανική Federal Reserve, καθώς η άνοδος του ενεργειακού κόστους δημιουργεί νέα δεδομένα για τη νομισματική πολιτική.
Ο πρόεδρός της, Κέβιν Γουόρς, έχει προειδοποιήσει ότι, εάν ο πληθωρισμός δεν παρουσιάσει σαφή αποκλιμάκωση προς τον στόχο του 2%, η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα χρειαστεί να εξετάσει πρόσθετες παρεμβάσεις.
Το επόμενο διάστημα, επομένως, αναμένεται κρίσιμο τόσο για τις κεντρικές τράπεζες όσο και για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με το κόστος του χρήματος και της ενέργειας να παραμένει στο επίκεντρο.





