Υπάρχουν ελάχιστες εμπειρίες που να προκαλούν μεγαλύτερη αμηχανία και αποπροσανατολισμό στους Βρετανούς από το να δέχονται μια απρόσμενη «επίθεση αγάπης» από τους Γάλλους.
Άλλωστε, σημειώνει το Economist, οι γείτονες στην απέναντι πλευρά της Μάγχης αντιμετωπίζονται συνήθως, αν όχι ως ξεκάθαροι αντίπαλοι, σίγουρα ως ενοχλητικοί ανταγωνιστές, εκνευριστικοί εταίροι και –κυρίως– ως άνθρωποι με εκνευριστικά άψογο γούστο στην ένδυση. Ωστόσο, τα δεδομένα αλλάζουν. Αυτή την εβδομάδα, η Γαλλία κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να γοητεύσει τη Βρετανία, καταβάλλοντας μια πρωτοφανή διπλωματική προσπάθεια.
Ο Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Βασιλιάς Κάρολος συναντήθηκαν χθες σε μια λαμπερή εκδήλωση στο Βρετανικό Μουσείο, προκειμένου να εγκαινιάσουν από κοινού την έκθεση της θρυλικής Ταπισερί της Μπαγιέ. Η έκθεση λογίζεται ως το απόλυτο πολιτιστικό γεγονός της σεζόν στο Λονδίνο, καθώς είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που αυτό το μνημειώδες έργο τέχνης του 11ου αιώνα, το οποίο απεικονίζει γλαφυρά τη νορμανδική κατάκτηση της Αγγλίας το 1066, εγκαταλείπει το γαλλικό έδαφος. Όπως είχε αστειευτεί ο Μακρόν την περασμένη χρονιά, η διαπραγμάτευση για τον δανεισμό αυτού του κειμηλίου «πήρε μάλλον περισσότερα χρόνια» από ό,τι οι διαπραγματεύσεις για το ίδιο το Brexit. Ο Γάλλος Πρόεδρος έχει αναγάγει αυτό το γεγονός σε προσωπικό στοίχημα και κεντρικό πυλώνα της διμερούς του διπλωματίας. «Όταν καθόμαστε μαζί γύρω από το ίδιο τραπέζι», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά για τους δεσμούς των δύο χωρών μετά την ανακοίνωση της έκθεσης το 2025, «τότε όλα είναι απολύτως δυνατά».
Γιατί, όμως, το Παρίσι εμφανίζεται ξαφνικά τόσο φιλικό απέναντι στο Λονδίνο; Ως ιστορικοί αντίπαλοι, οι δύο χώρες έχουν διασταυρώσει τα ξίφη τους αμέτρητες φορές τα τελευταία χρόνια: από τις ατέρμονες τριβές του Brexit και την κρίση με τις ακυρώσεις πωλήσεων υποβρυχίων, μέχρι το φλέγον ζήτημα με τις μικρές βάρκες των μεταναστών. Όταν κάποτε είχε ρωτηθεί η Λιζ Τρας –η οποία πέρασε σαν κομήτης από την πρωθυπουργία της Βρετανίας– εάν ο Εμανουέλ Μακρόν ήταν φίλος ή εχθρός της χώρας, είχε απαντήσει αφοπλιστικά ότι «ακόμα δεν έχουμε καταλήξει». Σήμερα, στον αντίποδα αυτής της ψυχρότητας, η Βρετανία φαίνεται κάτι παραπάνω από πρόθυμη να ανταποδώσει τις αβρότητες.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του Σερ Κιρ Στάρμερ, ο Μακρόν εξασφάλισε μια μεγαλοπρεπή επίσημη κρατική επίσκεψη, ένα πολυτελές δείπνο στο Κάστρο του Ουίνδσορ και, κυρίως, έναν αξιόπιστο, συμπαγή εταίρο με τον οποίο μπόρεσε να οικοδομήσει τον στενό πυρήνα υποστήριξης για την Ουκρανία. Τώρα, υπό τον διάδοχό του, τον νέο πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ, ο Μακρόν θα γίνει στις 3 Σεπτεμβρίου ο πρώτος Ευρωπαίος ηγέτης που θα περάσει το κατώφλι της Ντάουνινγκ Στριτ. Στην ατζέντα των δύο ανδρών φιγουράρουν φλέγοντα ζητήματα, όπως η Ουκρανία, η συνολική ευρωπαϊκή ασφάλεια, αλλά και ο επαναπροσδιορισμός των δεσμών της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ένα σημαντικό κλειδί για την κατανόηση αυτής της νέας «Αντάντ» ενδέχεται να μην κρύβεται στους διαδρόμους του Βρετανικού Μουσείου, αλλά στις σκοτεινές κινηματογραφικές αίθουσες. Συγκεκριμένα, σε μια εξαιρετική νέα γαλλική βιογραφική ταινία δύο μερών για τη ζωή του Σαρλ ντε Γκωλ, με τίτλο «La Bataille de Gaulle». Σε σκηνοθεσία του Αντονέν Μποντρί, ενός πρώην διπλωμάτη, η ταινία αυτή βασίζεται –πράγμα εξαιρετικά ασυνήθιστο για γαλλική παραγωγή– σε μια αμιγώς βρετανική βιογραφία. Πρόκειται για το ογκώδες σύγγραμμα 928 σελίδων του Τζούλιαν Τζάκσον, ιστορικού στο Πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, το οποίο αποτελεί το απαύγασμα πολυετούς και επίπονης αρχειακής έρευνας.
Αυτό το κινηματογραφικό δίπτυχο, με πρωταγωνιστή τον Σιμόν Αμπκαριάν στον ομώνυμο ρόλο και τον Σάιμον Ράσελ Μπιλ σε μια εκπληκτική ενσάρκωση ενός γκρινιάρη Γουίνστον Τσόρτσιλ, αποτελεί naturellement μια συγκινητική αφήγηση θάρρους και ηθικής διαύγειας. Αναπαράγει τον μύθο που περιβάλλει μέχρι και σήμερα τον ηγέτη της Αντίστασης και ιδρυτή της σύγχρονης Γαλλίας. Ωστόσο, ίσως χάρη στην οξυδερκή ματιά του ξένου βιογράφου, η ταινία προσφέρει ταυτόχρονα μια ισορροπημένη ανάλυση τόσο του οραματικού μεγαλείου όσο και της βαθιάς ανθρώπινης ευθραυστότητας του Στρατηγού.
Για το βρετανικό κοινό, το πρώτο μέρος της ταινίας («L’âge de fer» – Η Εποχή του Σιδήρου) παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς εστιάζει εκτενώς στα δύσκολα χρόνια της εξορίας του Ντε Γκωλ στο Χάμπστεντ, στο βόρειο Λονδίνο, μετά τη συνθηκολόγηση της Γαλλίας στη ναζιστική Γερμανία το 1940. Ο σκηνοθέτης δεν επιχειρεί να εξωραΐσει τη θυελλώδη σχέση του υπερόπτη Στρατηγού με τον Τσόρτσιλ. «Το να στοιχηματίζουμε στον Ντε Γκωλ μοιάζει κάπως με άλμα πίστης, δεν νομίζετε;» ρωτά ο υπουργός Πολέμου, Άντονι Ίντεν, τον Βρετανό πρωθυπουργό. «Αυτός δεν είναι ο πρώτος μου πόλεμος», ανταπαντά ο Τσόρτσιλ, προσθέτοντας με κυνική ψυχρότητα: «Αν αποτύχει, θα τον ξεφορτωθούμε». Οι δύο ηγέτες ανταλλάσσουν προσβολές χωρίς περιστροφές, όμως την ίδια στιγμή μοιράζονται βαθιές στιγμές αμοιβαίας κατανόησης, ειλικρινούς θαυμασμού και μιας σπίθας πραγματικής στοργής.
Το Λονδίνο, σε εκείνες τις σκοτεινές ώρες, παρείχε στον Ντε Γκωλ ασφαλές καταφύγιο, γραφεία, το κρίσιμο μικρόφωνο του BBC, πολιτική στήριξη και μια νομιμοποίηση στην οποία οι Αμερικανοί αντιστέκονταν σθεναρά. Οι Γάλλοι δεν ξέχασαν ποτέ αυτή την καθοριστική συμβολή. Το 2020, ο Εμανουέλ Μακρόν απένειμε στο Λονδίνο, σε μια «απολύτως εξαιρετική» κίνηση, τον Σταυρό της Λεγεώνας της Τιμής, την ύψιστη διάκριση του γαλλικού κράτους, ως ένδειξη «αιώνιας ευγνωμοσύνης». Το Λονδίνο, είχε δηλώσει τότε, αποτέλεσε «τον τελευταίο προμαχώνα της ελπίδας, όταν όλα έμοιαζαν χαμένα».
Αυτό που φαίνεται να επιδιώκει να επικοινωνήσει σήμερα ο κ. Μακρόν είναι πως, παρά τις πληγές του Brexit, παρά την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ —ή ίσως ακριβώς εξαιτίας και των δύο αυτών παραγόντων—, η Γαλλία και η Βρετανία οφείλουν να παραμείνουν ενωμένες τώρα, όπως ακριβώς έπραξαν και στο παρελθόν. Η βιογραφική ταινία για τον Ντε Γκωλ, η οποία έκοψε περισσότερα από 5 εκατομμύρια εισιτήρια στους γαλλικούς κινηματογράφους, δεν ξυπνά απλώς τη νοσταλγία για μια εποχή αδιανόητης γενναιότητας. Αγγίζει ευθέως τις σύγχρονες, βαθιές ανησυχίες σχετικά με την εθνική κυριαρχία, την ενεργειακή και αμυντική εξάρτηση και τη διαφύλαξη των δημοκρατικών αξιών.
Ο πεισματάρης και ανεξάρτητος Ντε Γκωλ εξοργιζόταν από τα μεταπολεμικά σχέδια του Ρούσβελτ για αμερικανική στρατιωτική διοίκηση της Γαλλίας, τα οποία κρατούνταν μυστικά από τον ίδιο. Η ταινία περιλαμβάνει μάλιστα την περίφημη σκηνή όπου ο Τσόρτσιλ απευθύνεται τραχιά στον Στρατηγό, λέγοντάς του πως η Βρετανία θα επέλεγε πάντα την Αμερική αντί της Ευρώπης. Σήμερα, ωστόσο, το δόγμα της στρατηγικής αυτονομίας που ενσάρκωνε ο Ντε Γκωλ βρίσκει ισχυρή απήχηση, καθώς η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ απειλεί ανοιχτά να αφήσει την Ευρώπη να τα βγάλει πέρα μόνη της. Παρά το γεγονός ότι το δεξιό, λαϊκιστικό κόμμα Reform UK ανασαίνει στην πλάτη του, ο νέος πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ έχει δηλώσει ότι η Βρετανία πρέπει «να γίνει πιο τολμηρή» όσον αφορά την προσέγγισή της με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε, ο ίδιος ο Τραμπ έχει ήδη συμβάλει, άθελά του, στο να έρθουν η Βρετανία και η Γαλλία πολύ πιο κοντά. Ήδη από πέρυσι, οι δύο χώρες ενίσχυσαν θεαματικά τη συνεργασία τους στον τομέα της πυρηνικής αποτροπής και πλέον ηγούνται από κοινού του στενού πυρήνα προστασίας της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Το κινηματογραφικό έργο μεταφέρει παράλληλα και ένα ακόμα ισχυρό μήνυμα: ότι οι σκοτεινές δυνάμεις του τυφλού εθνικισμού μπορούν να νικηθούν. Η λαϊκιστική ακροδεξιά βρίσκεται σε ραγδαία άνοδο και στις δύο χώρες. Η Μαρίν Λεπέν προβάλλει ως το αδιαφιλονίκητο φαβορί για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές της επόμενης χρονιάς. Παράλληλα, στις 4 Σεπτεμβρίου, ο στενός της συνεργάτης και ανερχόμενο αστέρι της γαλλικής ακροδεξιάς, Ζορντάν Μπαρντελά, αναμένεται να παραστεί ως εκλεκτός προσκεκλημένος του Νάιτζελ Φάρατζ στο ετήσιο συνέδριο του κόμματος Reform στο Μπέρμιγχαμ. Ο Μακρόν αρέσκεται να παροτρύνει τους συμπατριώτες του να μην υποκύπτουν στο «πνεύμα της ήττας», κάνοντας μια ευθεία αναφορά στο βιβλίο για την πτώση της Γαλλίας το 1940, γραμμένο από τον Μαρκ Μπλοχ, έναν ήρωα της Αντίστασης που εκτελέστηκε εν ψυχρώ από τη Γκεστάπο. Μπορεί ο ιστορικός παραλληλισμός με το σήμερα να μην είναι απολύτως τέλειος, ωστόσο αυτή η ιδεολογική μάχη αποτελεί άλλον έναν κρίσιμο αγώνα που η Βρετανία και η Γαλλία καλούνται να δώσουν, για ακόμη μια φορά, μαζί.
Πηγή: in.gr





