ΔΕΘ 2026: Ο λογαριασμός που πρέπει να καλύψουν τα μέτρα –

ΔΕΘ 2026: Ο λογαριασμός που πρέπει να καλύψουν τα μέτρα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Πριν ακόμα υπολογιστούν οι εξαγγελίες της ΔΕΘ σε δισεκατομμύρια ευρώ , μειώσεις φόρων, επιδόματα και αυξήσεις εισοδημάτων, υπάρχει ο λογαριασμός της ακρίβειας των τελευταίων ετών. Από τον Ιούλιο του 2019 έως τον Ιούλιο του 2026, το γενικό επίπεδο τιμών στην Ελλάδα έχει αυξηθεί σωρευτικά κατά 24,6%. Στα τρόφιμα, η αντίστοιχη αύξηση πλησιάζει το 39%. Ακόμη και αν η σύγκριση ξεκινήσει από το καλοκαίρι του 2022, όταν το πρώτο μεγάλο κύμα της ενεργειακής κρίσης είχε ήδη περάσει στις τιμές, το κόστος ζωής έχει αυξηθεί έκτοτε κατά ακόμη 12,2% και τα τρόφιμα κατά 18,8%.

Οι αριθμοί αυτοί, που προκύπτουν από τους δείκτες τιμών καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ και όχι από απλή πρόσθεση των ετήσιων ποσοστών πληθωρισμού, περιγράφουν ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο δείκτη, την αφετηρία της φετινής ΔΕΘ. Με βάση αυτά τα στοιχεία το ερώτημα που προκύπτει δεν είναι μόνο πόσο μεγάλο θα είναι το πακέτο που θα παρουσιάσει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη, αλλά και πόσο οι εξαγγελίες θα καλύψουν το χαμένο έδαφος από την ακρίβεια μπορούν να ανακτήσουν μισθοί, φοροελαφρύνσεις, συντάξεις και επιδόματα.

Τα 100 ευρώ έγιναν 125

Η σωρευτική αύξηση των τιμών είναι διαφορετική έννοια από τον πληθωρισμό που ανακοινώνεται κάθε μήνα. Όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί από το 10% στο 3%, οι τιμές κατά κανόνα δεν επιστρέφουν εκεί όπου βρίσκονταν. Απλώς συνεχίζουν να αυξάνονται με μικρότερη ταχύτητα. Και αυτή η διαφορά εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την απόσταση ανάμεσα στη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών και στην εικόνα που συναντά το νοικοκυριό στο ταμείο.

Ένα αντιπροσωπευτικό καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που κόστιζε 100 ευρώ τον Ιούλιο του 2019 απαιτεί σήμερα περίπου 124,60 ευρώ για να αγοραστεί. Στα τρόφιμα η απόσταση είναι πολύ μεγαλύτερη. Ένα αντίστοιχο καλάθι τροφίμων αξίας 100 ευρώ το 2019 κοστίζει σήμερα σχεδόν 139 ευρώ.

Αυτή είναι και η μεγάλη κληρονομιά της πληθωριστικής κρίσης. Μπορεί η ένταση των ανατιμήσεων να έχει υποχωρήσει σε σχέση με την κορύφωση του 2022, αλλά μεγάλο μέρος των αυξήσεων έχει πλέον ενσωματωθεί μόνιμα στο επίπεδο των τιμών.

Η Ουκρανία πέρασε, οι ανατιμήσεις έμειναν

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η εικόνα εάν η μέτρηση ξεκινήσει όχι από το 2019 αλλά από το καλοκαίρι του 2022. Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είχε ήδη προκαλέσει το μεγάλο ενεργειακό σοκ και ο ελληνικός πληθωρισμός βρισκόταν σε διψήφια επίπεδα. Θα μπορούσε επομένως κάποιος να θεωρήσει ότι μεγάλο μέρος της ζημιάς είχε ήδη συντελεστεί.

Κι όμως, από τον Ιούλιο του 2022 μέχρι τον Ιούλιο του 2026 το γενικό επίπεδο τιμών αυξήθηκε επιπλέον κατά 12,2%, ενώ στα τρόφιμα προστέθηκε άλλη μία αύξηση 18,8%. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή δείχνει ότι η κρίση κόστους ζωής δεν ήταν απλώς η απότομη ανατίμηση της ενέργειας μετά την εισβολή. Το αρχικό σοκ πέρασε σταδιακά σε πολύ μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, από την παραγωγή και τις μεταφορές μέχρι το ράφι, ενώ σε αρκετές κατηγορίες οι τιμές συνέχισαν να ανεβαίνουν ακόμη και όταν οι διεθνείς ενεργειακές πιέσεις άρχισαν να υποχωρούν.

Το ερώτημα είναι πόσο αυτή η πρόοδος μεταφράστηκε σε πραγματική βελτίωση της θέσης του ελληνικού νοικοκυριού

Η Ελλάδα μεγάλωσε, η απόσταση με την Ευρώπη δεν μίκρυνε

Η ελληνική οικονομία σήμερα έχει αναπτυχθεί σε σχέση με το 2019, η απασχόληση έχει αυξηθεί, ο κατώτατος μισθός έχει ενισχυθεί και τα ονομαστικά εισοδήματα έχουν κινηθεί ανοδικά. Το ερώτημα είναι πόσο αυτή η πρόοδος μεταφράστηκε σε πραγματική βελτίωση της θέσης του ελληνικού νοικοκυριού.

Ένας χρήσιμος δείκτης είναι η αγοραστική δύναμη, καθώς η Eurostat τον χρησιμοποιεί ως μέτρο της υλικής ευημερίας των νοικοκυριών, καθώς περιλαμβάνει τα αγαθά και τις υπηρεσίες που πραγματικά καταναλώνουν και διορθώνει τις μεγάλες διαφορές τιμών μεταξύ των κρατών. Με τον μέσο όρο της ΕΕ στο 100, η Ελλάδα βρισκόταν στο 77 το 2018 και παρέμεινε στο 77 το 2019. Το 2022 ανέβηκε στο 79, ενώ σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τα οποία αφορούν το 2025, βρίσκεται στο 80.

Η μετακίνηση από το 77 στο 80 δεν σημαίνει ότι η αγοραστική δύναμη ενός Έλληνα αυξήθηκε κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Ο δείκτης αποτυπώνει τη σχετική θέση της πραγματικής κατανάλωσης στην Ελλάδα έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Αποτυπώνει όμως και το γεγονός οτι παρά την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας μετά την πανδημία, η σύγκλιση στο επίπεδο διαβίωσης παραμένει αργή. Το 2019 η Ελλάδα βρισκόταν 23% κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 20% χαμηλότερα.

Η ίδια περίοδος υψηλών τιμών που πιέζει τα νοικοκυριά ενισχύει, μαζί με την ανάπτυξη, την απασχόληση και την καλύτερη φορολογική συμμόρφωση, και τα δημόσια έσοδα

Τι επιστρέφει στην τσέπη

Το ερώτημα για μια οικογένεια δεν είναι μόνο εάν θα αυξηθεί το επίδομα παιδιού. Είναι τι σημαίνει αυτή η αύξηση όταν το επίπεδο των τιμών στα τρόφιμα βρίσκεται σχεδόν 39% υψηλότερα από το 2019. Για έναν εργαζόμενο δεν αρκεί να υπολογιστεί η ονομαστική αύξηση του μισθού. Πρέπει να εξεταστεί τι πραγματικό εισόδημα αφήνει μετά από μια σωρευτική αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών κατά 24,6%.

Το ίδιο ισχύει για τον συνταξιούχο που θα λάβει μια πρόσθετη ενίσχυση, αλλά και για τον ελεύθερο επαγγελματία που μπορεί να δει χαμηλότερη προκαταβολή φόρου ή μικρότερο τεκμαρτό εισόδημα. Το πραγματικό μέτρο σύγκρισης της φετινής ΔΕΘ είναι πόσο από την αγοραστική δύναμη που απορρόφησε η ακρίβεια μπορεί να επιστρέψει.

Η ίδια περίοδος υψηλών τιμών που πιέζει τα νοικοκυριά ενισχύει, μαζί με την ανάπτυξη, την απασχόληση και την καλύτερη φορολογική συμμόρφωση, και τα δημόσια έσοδα. Στο επτάμηνο του 2026, οι εισπράξεις από ΦΠΑ βρίσκονται 739 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο, ενώ τα φορολογικά έσοδα, εάν αφαιρεθούν συγκεκριμένες έκτακτες εγγραφές, εμφανίζουν υπεραπόδοση περίπου 990 εκατ. ευρώ.

Δεν μπορεί φυσικά όλη αυτή η υπεραπόδοση να αποδοθεί στον πληθωρισμό. Η οικονομική δραστηριότητα, η αύξηση της απασχόλησης, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και η φορολογική συμμόρφωση παίζουν σημαντικό ρόλο. Ωστόσο, επειδή ο ΦΠΑ υπολογίζεται επί της αξίας των συναλλαγών, οι υψηλότερες ονομαστικές τιμές τροφοδοτούν μηχανικά και υψηλότερες εισπράξεις.

Δημιουργείται έτσι ένα ενδιαφέρον πολιτικοοικονομικό παράδοξο, όπου ένα μέρος του δημοσιονομικού χώρου που επιτρέπει σήμερα στην κυβέρνηση να χρηματοδοτήσει μέτρα στήριξης έχει δημιουργηθεί σε ένα περιβάλλον υψηλότερων τιμών, το οποίο τα ίδια μέτρα καλούνται τώρα να αντισταθμίσουν.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ