Η υπόθεση μιας ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης στον Δήμο Αχαρνών που χρειάστηκε την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη για να καταβληθεί αποζημίωση 65.334 ευρώ σε ιδιοκτήτες, αποτυπώνει σε μικρογραφία ένα πολύ μεγαλύτερο και διαχρονικό πρόβλημα. Χιλιάδες περιουσίες παραμένουν δεσμευμένες για δεκαετίες καθώς οι δήμοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν απαλλοτριώσεις χωρίς να διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους.
Η περίπτωση των Αχαρνών είναι χαρακτηριστική. Το ακίνητο είχε δεσμευτεί πριν από 28 χρόνια με διάταγμα ρυμοτομίας, ενώ η σχετική πράξη εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης είχε κυρωθεί ήδη από το 2010. Οι συνδικαιούχοι αναγνωρίστηκαν δικαστικώς το 2023 και το 2024 υπέβαλαν αίτημα για την πλήρη αποζημίωσή τους. Παράλληλα, από τον Σεπτέμβριο του 2025 υπήρχε δικαστική διαταγή πληρωμής.
Ωστόσο, η δημοτική αρχή δεν προχώρησε άμεσα στην καταβολή των χρημάτων. Ο Δήμος επικαλέστηκε τον μεγάλο αριθμό εκκρεμών υποθέσεων απαλλοτριώσεων, για τις οποίες απαιτείται ιεράρχηση και τους περιορισμούς του εγκεκριμένου προϋπολογισμού. Η παρέμβαση του Συνηγόρου, η οποία δημοσιεύθηκε χθες, έφερε τελικά αποτέλεσμα, ο δήμος ενέγραψε τις απαιτούμενες πιστώσεις και προχώρησε στην έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων για την καταβολή της αποζημίωσης, ενώ στη συνέχεια εξοφλήθηκαν και οι τόκοι προς τους δικαιούχους.
Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ιστορία διοικητικής καθυστέρησης. Αντίθετα, αναδεικνύει τις διαστάσεις του σύνθετου προβλήματος των ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων στην Ελλάδα, με τους ιδιοκτήτες να βλέπουν τις περιουσίες τους να παραμένουν δεσμευμένες για δεκαετίες και τους δήμους, που έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν τις αποζημιώσεις, να μην έχουν εξασφαλισμένους τους αναγκαίους πόρους.
Οι «παγωμένες» ιδιοκτησίες
Το ζήτημα είχε αναδειχθεί με ιδιαίτερη ένταση και σε πρόσφατη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την απόφαση 692/2026, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έβαλε στο επίκεντρο τις περιπτώσεις όπου ένα ακίνητο δεσμεύεται μέσω του πολεοδομικού σχεδιασμού για τη δημιουργία δρόμου, πλατείας ή άλλου κοινόχρηστου χώρου, αλλά η απαλλοτρίωση δεν προχωρά.
Το ΣτΕ κατέστησε σαφές ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να αφήνει τον ιδιοκτήτη σε μια μόνιμη ενδιάμεση κατάσταση. Όταν η δέσμευση έχει ξεπεράσει τα εύλογα χρονικά όρια, η Διοίκηση οφείλει να εξετάζει ουσιαστικά αν εξακολουθεί να δικαιολογείται η πολεοδομική δέσμευση και να προχωρά στις απαιτούμενες ενέργειες.

Η ίδια λογική έχει αποτυπωθεί επανειλημμένα στη νομολογία σύμφωνα με την οποία η ιδιοκτησία δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον δεσμευμένη από έναν σχεδιασμό που δεν υλοποιείται. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο διότι οι περισσότεροι δήμοι δεν διαθέτουν τη δυνατότητα να καταβάλουν τις αποζημιώσεις, αλλά δεν προχωρούν ούτε στην άρση της απαλλοτρίωσης.
Ένας λογαριασμός που μεγαλώνει
Το οικονομικό σκέλος των απαλλοτριώσεων αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος. Οι δήμοι καλούνται να εξασφαλίσουν σημαντικά ποσά για να προχωρήσουν, την ώρα που οι δικαστικά προσδιοριζόμενες αποζημιώσεις μπορεί να είναι πολύ υψηλότερες από τις αρχικές εκτιμήσεις. Το ζήτημα είχε αναδειχθεί και σε μια υπόθεση στα Πηγαδάκια Βούλας, όπου μια απαλλοτρίωση που ξεκίνησε το 1979 εξελίχθηκε σε πολυετή δικαστική και διοικητική περιπέτεια, με σημαντικές οικονομικές απαιτήσεις για τον δήμο.
Οι τιμές μονάδας που ορίζουν τα δικαστήρια μπορεί να υπερβαίνουν ακόμη και τις εμπορικές αξίες των ακινήτων. Μια απαλλοτρίωση που βάσει αντικειμενικών αξιών μπορεί π.χ. να υπολογίζεται σε 800.000 ευρώ μετά τις δικαστικές αποφάσεις δεν αποκλείεται να φτάσει ή και να ξεπεράσει το 1,8 εκατ. ευρώ. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Ο δήμος χρειάζεται τον κοινόχρηστο χώρο, αλλά δεν διαθέτει τα χρήματα για να τον αποκτήσει. Το ακίνητο παραμένει δεσμευμένο, ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να το αξιοποιήσει και η απαλλοτρίωση, αντί να ολοκληρωθεί, μετατρέπεται σε εκκρεμότητα που μεταφέρεται από διοίκηση σε διοίκηση.
Πάνω από μισό αιώνα αναμονής
Τα παραδείγματα είναι χιλιάδες και αποκαλυπτικά. Στα Κεντρικά Τζουμέρκα, ακίνητο στην περιοχή Άγναντα είχε απαλλοτριωθεί το 1969 για τη στέγαση σεισμοπλήκτων, αλλά δεν αξιοποιήθηκε για τον σκοπό αυτό. Έπειτα από πολυετή αδράνεια και την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη, η αρμόδια υπηρεσία εισηγήθηκε το 2017, σχεδόν μισό αιώνα αργότερα, τη μερική ανάκληση της συντελεσμένης απαλλοτρίωσης.
Στον Κόρφο Κορινθίας, παραλιακό οικόπεδο είχε απαλλοτριωθεί το 1991 για τον καθορισμό αιγιαλού και παραλίας, χωρίς η Διοίκηση να προχωρήσει στην αξιοποίησή του. Οι ιδιοκτήτες προσέφυγαν για την άρση της απαλλοτρίωσης και το ΣτΕ έκρινε το 2026 ότι το τμήμα που αφορούσε την παραλία έπρεπε να απελευθερωθεί λόγω της υπέρμετρης καθυστέρησης και της μη υλοποίησης του σκοπού της απαλλοτρίωσης.
Στο Μαρούσι και το Χαλάνδρι, σε απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε το 2000 ως κατεπείγουσα, για τη διευθέτηση του ρέματος Χαλανδρίου στο πλαίσιο των έργων της Αττικής Οδού, παρά την αμετάκλητη δικαστική αναγνώριση των δικαιούχων, οι αποζημιώσεις ύψους 647.145 ευρώ παρέμεναν απλήρωτες επί χρόνια. Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη το 2025, το Υπουργείο Υποδομών δέσμευσε την απαιτούμενη πίστωση και προχώρησε στις διαδικασίες για την καταβολή της αποζημίωσης.
Ανάλογη ήταν η περίπτωση στη Νέα Ερυθραία, όπου ακίνητο είχε ρυμοτομηθεί το 1937 για διάνοιξη δρόμου. Η αποζημίωση δεν καταβλήθηκε και, δεκαετίες αργότερα, η υπόθεση έφτασε στο ΣτΕ.
Στην Αλεξανδρούπολη, ρυμοτομική απαλλοτρίωση που ανάγεται στο 2005 άφησε πέντε συνδικαιούχους να περιμένουν αποζημίωση 80.000 ευρώ, καθώς οι διαδικασίες του δήμου και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων είχαν μπλοκάρει. Μετά την παρέμβαση του Συνηγόρου του Πολίτη, ο δήμος παρακατέθεσε τελικά το ποσό και ολοκληρώθηκε η διαδικασία αποζημίωσης το 2024.
Το «αχαρτογράφητο» κόστος
Ενδεικτικό της έκτασης του προβλήματος είναι ότι η ίδια η Πολιτεία έχει επιχειρήσει στο παρελθόν να το καταγράψει. Το 2019 το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) ενεργοποίησε ηλεκτρονική πλατφόρμα για την αποτύπωση των κοινόχρηστων χώρων υπό απαλλοτρίωση. Από τους 332 δήμους ανταποκρίθηκαν μόλις 50. Σε αυτούς καταγράφηκαν εκκρεμότητες συνολικής έκτασης 2.228 στρεμμάτων, ενώ μόλις το 23% των υποθέσεων βρισκόταν σε ολοκληρωμένο στάδιο. Έκτοτε η συγκεκριμένη βάση δεδομένων …αγνοείται, με αποτέλεσμα να παραμένει δύσκολο να αποτιμηθεί το πραγματικό μέγεθος της εκκρεμότητας σε εθνικό επίπεδο.
Στο μεταξύ, ένας από τους βασικούς διαθέσιμους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς, το «Πράσινο Ταμείο», έχει στηρίξει την αυτοδιοίκηση, αλλά οι πόροι του απέχουν από το μέγεθος των αναγκών. Από το 2012 έως το 2025 εντάχθηκαν 94 απαλλοτριώσεις σε όλη τη χώρα, συνολικού προϋπολογισμού 85,2 εκατ. ευρώ, ενώ είχαν ολοκληρωθεί 65, προϋπολογισμού 62,6 εκατ. ευρώ. Το ζητούμενο, επομένως, είναι η σύνδεση του πολεοδομικού σχεδιασμού με τη χρηματοδότησή του, ώστε οι δήμοι να μπορούν να εξασφαλίζουν τους αναγκαίους κοινόχρηστους χώρους χωρίς οι ιδιοκτήτες των ακινήτων που απαλλοτριώνονται να παραμένουν επί δεκαετίες σε καθεστώς ομηρίας.
Πηγή: ot.gr





