Μπορεί η οικογένεια του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να βγει πλουσιότερη μετά τη λήξη της προεδρικής του θητείας, αλλά το «Κάντε την Αμερική Μεγάλη Ξανά» (MAGA) όχι μόνο θα έχει αποδειχτεί ότι ήταν εξαρχής μια απάτη, αλλά οι ΗΠΑ θα βγούν πιο αδύναμες, ασθενείς και οργισμένες.
Αυτό πιστεύει ο γνωστός καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, Στήβεν Γουόλτ, θεωρώντας τον Τραμπ έναν από τους προέδρους με τις σημαντικότερες συνέπειες στην ιστορία των ΗΠΑ.
Σε ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Policy απαραριθμεί τις 10 πιο επιζήμιες συνέπειες των πολιτικών του, όχι μόνο για τους περισσότερους ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και για τη σχετική ισχύ και τη θέση της Αμερικής στον κόσμο.
Αναξιοπιστία
Δεδομένου ότι ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι οι απειλές του είναι ως επί το πλείστον κούφιοι λεονταρισμοί, ο Γουόλτ υπογραμμίζει ότι τα άλλα κράτη θα είναι λιγότερο διατεθειμένα να συνεργαστούν με την Ουάσιγκτον εάν δεν πιστεύουν ότι θα τηρήσει τις υποσχέσεις της.
Συγκεκριμένα, ο Τραμπ, κατήργησε την επιτυχημένη πυρηνική συμφωνία με το Ιράν και τώρα καταδικάζει την ίδια εμπορική συμφωνία που διαπραγματεύτηκε με τον Καναδά και το Μεξικό κατά την πρώτη του θητεία. «Η αλλοπρόσαλλη στάση του απέναντι στους δασμούς, οι επανειλημμένες απειλές του να αποσύρει την υποστήριξη από βασικούς συμμάχους και η ανεξήγητη υπαναχώρησή του από την προσφορά να επιτρέψει στην Ουκρανία να κατασκευάζει αναχαιτιστικούς πυραύλους Patriot καθιστούν απολύτως σαφές ότι ο λόγος του δεν σημαίνει τίποτα. Τίποτα. Μηδέν».
Αυτό έχει, συνεχίζει ο Γουόλτ έχει ως συνέπεια να διαμορφώνεται μια φήμη του Τραμπ για διπροσωπία και απρόβλεπτη συμπεριφορά, ώστε να δυσκολεύεται τόσο πολύ να τερματίσει τον πόλεμο με το Ιράν.
«Οι ηγέτες του δεν πιστεύουν λέξη απ’ όσα λέει -και γιατί να τον πιστέψουν;- και, όπως είναι κατανοητό, θέλουν συγκεκριμένες παραχωρήσεις εκ των προτέρων προτού τον βγάλουν από τη δύσκολη θέση. Είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο περισσότερες χώρες σε όλο τον κόσμο αντισταθμίζουν τα ρίσκα τους και αναζητούν πιο αξιόπιστους εταίρους».
Μείωση στρατιωτικής ισχύος
Ο Τραμπ και ο υπουργός Άμυνας Πητ Χέγκσεθ έχουν αποδυναμώσει τις στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας και έχουν υπονομεύσει την ικανότητα των ΗΠΑ να αποτρέπουν επιθέσεις εναντίον των εταίρων τους.
Πώς; Ξεκινώντας έναν ανόητο πόλεμο με το Ιράν, εξαντλώντας αποθέματα κρίσιμων οπλικών συστημάτων και διατηρώντας πλοία, μοίρες και στρατιωτικό προσωπικό σε θέσεις ανάπτυξης επί μήνες χωρίς διακοπή, γεγονός που, σύμφωνα με δημοσιεύματα, έχει οδηγήσει σε κύμα αποπειρών αυτοκτονίας. Οι ενέργειες αυτές έχουν κατασπαταλήσει πολύτιμες στρατιωτικές δυνατότητες χωρίς κανέναν ουσιαστικό σκοπό, έχουν δείξει στους δυνητικούς αντιπάλους πού βρίσκονται οι αδυναμίες της χώρας και έχουν διαβρώσει το ηθικό των στρατιωτικών με δυνητικά τραγικούς τρόπους. Ενώ ο Τραμπ και ο Hegseth κατασπαταλούν τα στρατιωτικά μέσα των ΗΠΑ, οι πιθανοί μελλοντικοί αντίπαλοι εξοπλίζονται, μελετούν, εκπαιδεύονται και προετοιμάζονται.
Ο καθηγητής επιτίθεται στους Τραμπ και Χέγκσεθ που θέλουν να πολιτικοποιήσουν τις ένοπλες δυνάμεις και να τις καταστήσουν πιστό τμήμα του κινήματος MAGA. «Ο Χέγκσεθ έχει επιδιώξει ενεργά να εκκαθαρίσει αξιωματικούς τους οποίους θεωρεί «woke», έχει απολύσει ή αρνηθεί προαγωγή σε δυσανάλογα μεγάλο αριθμό γυναικών και έγχρωμων και έχει προσπαθήσει να επιβάλει ιδεολογική ομοιομορφία σε ολόκληρο το στρατιωτικό κατεστημένο, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών ακαδημιών».
Ενώ ο «επαγγελματισμός» των ενόπλων δυνάμεων, «βασισμένος σε ένα σύνολο κανόνων και σε μια θεσμική κουλτούρα που κρατούσε τον στρατό έξω από τις πολιτικές αντιπαραθέσεις, υπήρξε σημαντικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ», λέει ο Γουόλτ, ωστόσο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι, «αν ο Τραμπ μπορούσε να μετατρέψει τις ένοπλες δυνάμεις σε πιστό όργανο της προσωπικής του εξουσίας, θα το έκανε».
«Αν το πετύχει, θα γίνουν ακόμη λιγότερο αποτελεσματική πολεμική δύναμη».
Στα χειρότερά της η διπλωματία
Μπορεί ο Μάρκο Ρούμπιο να είναι ταυτόχρονα υπουργός Εξωτερικών, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας και επικεφαλής των Εθνικών Αρχείων, αλλά στην πραγματικότητα, συνεχίζει ο Γουόλτ, έχει παραγκωνιστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διαχείριση των πολέμων σε Ιράν και Ουκρανία και τα άλλα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ.
«Υπό την ηγεσία του, οι ΗΠΑ έχουν αποχωρήσει μονομερώς από περισσότερους από 60 διεθνείς οργανισμούς, την ώρα που η Κίνα συνεχίζει να διευρύνει τη συμμετοχή της σε αυτούς. Έχει κλείσει προξενεία και γραφεία στο εξωτερικό και έχει αφήσει κενές δεκάδες θέσεις πρεσβευτών. Σύμφωνα με έρευνα της American Foreign Service Association το 98% των στελεχών της διπλωματικής υπηρεσίας ανέφερε χαμηλό ηθικό και το 86% δήλωσε ότι αυτές οι ενέργειες δυσχέραιναν την ικανότητά του να κάνει τη δουλειά του.
Τον κατηγορεί επίσης που μαζί με τον Τραμπ υπονομεύουν συστηματικά την αμερικανική διπλωματία και τη διεθνή παρουσία των ΗΠΑ με τρόπους που μπορεί να χρειαστούν δεκαετίες για να αποκατασταθούν.
Τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα, λέει, από τη στιγμή που οι ειδικοί απεσταλμένοι στους οποίους προτιμά να βασίζεται ο Τραμπ είναι ερασιτέχνες σαν τους Στηβ Γουίτκοφ, Τζάρεντ Κούσνερ ή και τον αντιπροέδρο J.D. Vance.
Διώχνει τους επιστήμονες
Ενώ οι ΗΠΑ ήταν πρωτοπόρες στην έρευνα και την επιστήμη, ο Αμερικανός καθηγητής λέει ότι ο Τραμπ «περιέκοψε την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών ερευνών, επιτέθηκε στα πανεπιστήμια με προσχηματικές αιτιάσεις, διόρισε σε καίριες θέσεις αδαείς και ανεπαρκείς σκεπτικιστές απέναντι στην επιστήμη (πχ. τον Ρόμπερτ Φ. Κένεντι), ενίσχυσε τους ψευδείς ισχυρισμούς τους μέσω δικών του δηλώσεων και αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, διόρισε ως επιστημονικό σύμβουλό του έναν άνθρωπο που δεν είναι επιστήμονας και ενθάρρυνε ενεργά την πεποίθηση ότι η άγνοια είναι προτιμότερη από τη γνώση και την εξειδίκευση».
Αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα, οι κάτοχοι διδακτορικού στη φυσική να εγκαταλείπουν τις ΗΠΑ με τον υψηλότερο ρυθμό των τελευταίων 30 ετών, σύμφωνα με το American Institute of Physics. «Η επακόλουθη διαρροή εγκεφάλων σε αυτόν τον τομέα (και σε άλλους) θα καταστήσει τις ΗΠΑ λιγότερο προηγμένες επιστημονικά, λιγότερο καινοτόμες, λιγότερο παραγωγικές και λιγότερο ασφαλείς απ’ ό,τι θα ήταν διαφορετικά. Πρόκειται για αυτογκόλ που πιθανότατα θα παραδώσει την επιστημονική πρωτοκαθεδρία στον ισχυρότερο αντίπαλο της Ουάσιγκτον».
Χάνοντας την πράσινη μετάβαση
Στη συνέχεια ο καθηγητής του Χάρβαρντ τονίζει την μακροχρόνια άρνηση της κλιματικής αλλαγής από τον Τραμπ, και την αντίθεσή του στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ταυτόχρονα την προσήλωσή στα ορυκτά καύσιμα.
«Πρόκειται για παραφροσύνη, όπως γνωρίζει οποιοσδήποτε έχει διαβάσει τη σχετική βιβλιογραφία ή έχει παρακολουθήσει τις μακροπρόθεσμες κλιματικές τάσεις» λέει.
Και εξηγεί πως αυτό «όχι μόνο θα οδηγήσει σε σοβαρότερα κλιματικά προβλήματα, περισσότερους θανάτους που σχετίζονται με το κλίμα και μεγάλη ανθρώπινη δυστυχία, αλλά οι πολιτικές του Τραμπ έχουν διασφαλίσει ότι η Κίνα θα κυριαρχήσει στις πράσινες τεχνολογίες του μέλλοντος (ηλιακή και αιολική ενέργεια, μπαταρίες κ.λπ.), ενώ οι ΗΠΑ θα κυριαρχούν στις τεχνολογίες των καπνοδόχων του 19ου αιώνα».
«Εκτός αν πιστεύετε ότι η πυρηνική σύντηξη θα καταστεί εμπορικά βιώσιμη και θα χρησιμοποιείται ευρέως στο πολύ άμεσο μέλλον, ο χειρισμός της κλιματικής πρόκλησης από τον Τραμπ θα αφήσει τις ΗΠΑ πιο αδύναμες και φτωχότερες. Και θερμότερες».
Διάβρωση του κράτους δικαίου
Η έκτη συνέπεια είναι οι προσπάθειες του Τραμπ να θωρακίσει τον εαυτό του απέναντι σε κάθε είδους νομικό περιορισμό, χειραγωγώντας το νομικό σύστημα για να διεξάγει βεντέτες εναντίον ανθρώπων που τον εξόργισαν.
Ένα παράδειγμα είναι ο διορισμός του προσωπικού του δικηγόρου, Τοντ Μπλανς επικεφαλής του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, αλλά και το «πειθήνιο» Ανώτατο Δικαστήριο, όπως λέει ο Γουόλτ, το οποίο ως επί το πλείστον ενέκρινε και ενίσχυσε τις παραπάνω προσπάθειες.
Αυτό όμως, λέει ο καθηγητής πλήττει την εμπιστοσύνη ότι οι νόμοι ερμηνεύονται και εφαρμόζονται δίκαια, αμερόληπτα και με διαφάνεια, μειώνοντας τον κίνδυνο αυθαίρετων ή πολιτικά υποκινούμενων αποφάσεων.
«Οι ΗΠΑ θα έχουν σπαταλήσει ένα από τα χαρακτηριστικά που τις καθιστούσαν στο παρελθόν ιδιαίτερα ελκυστικό εταίρο».
Διαφάνεια εκλογών
Ο Γουόλτ επιτίθεται στον Τραμπ για τον αβάσιμο ισχυρισμό του ότι στην πραγματικότητα κέρδισε τις εκλογές του 2020, ενθαρρύνοντας τότε έναν οργισμένο όχλο να εισβάλει στο Κογκρέσο, πιέζοντας πολιτειακούς εκλογικούς αξιωματούχους να βρουν περισσότερες ψήφους υπέρ του.
«Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαβρωτικό για το αίσθημα πατριωτισμού και κοινωνικής ενότητας από την πεποίθηση ότι οι εκλογές νοθεύονται διαρκώς, και αυτό ακριβώς κάνουν ο Τραμπ και οι άνθρωποί του» υπογραμμίζει ο Γουόλτ.
Πλήγμα στον έλεγχο των εξουσιών
Το ογδοο στη λίστα παρεπόμενο της προεδρίας Τραμπ, είναι η τάση του να καταπατά τους θεσμικούς ελέγχους και τις ισορροπίες που είναι ενσωματωμένοι στο Σύνταγμα, κάτι που κατά τον Γουόλτ δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία των ΗΠΑ, ενώ οι μακροπρόθεσμες συνέπειες θα είναι σοβαρές.
Η μείωση, για παράδειγμα, της αντιλαμβανόμενης πολιτικής ανεξαρτησίας της Ομοσπονδιακής Τράπεζας θα κάνει τους ξένους επενδυτές επιφυλακτικούς, ενώ η άρση των περιορισμών στις προεδρικές ενέργειες θα εντείνει τις ανησυχίες άλλων κρατών σχετικά με την αξιοπιστία και την προβλεψιμότητα των ΗΠΑ.
«Και όταν οι πρόεδροι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, χωρίς να χρειάζεται να εξασφαλίσουν τη δημόσια υποστήριξη ή έστω να παρουσιάσουν τα επιχειρήματά τους στο Κογκρέσο, είναι πιθανότερο να προκύψουν κακοσχεδιασμένα φιάσκα όπως ο σημερινός πόλεμος με το Ιράν».
Τέρμα ο σοβαρός δημόσιος διάλογος
Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο Τραμπ είναι υπεύθυνος για τον εκχυδαϊσμό του πολιτικού λόγου στις ΗΠΑ. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην προθυμία και την ικανότητά του να ψεύδεται χωρίς ντροπή -κάτι που υιοθέτησε το μεγαλύτερο μέρος του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος- αλλά και στην προσφυγή του σε χυδαίες προσβολές, βίαιη ρητορική, ασυνάρτητες οργισμένες τοποθετήσεις που παρουσιάζουν τους αντιπάλους ως εγκληματίες, προδότες ή και χειρότερα, καθώς και στην ολοφάνερη περιφρόνησή του για τους μισούς πολίτες της χώρας.
Καταστροφή της ήπιας ισχύος των ΗΠΑ
Αν συνδυάσουμε όλα τα παραπάνω, το αποτέλεσμα είναι η κατάρρευση σε πραγματικό χρόνο της άλλοτε σημαντικής «ήπιας ισχύος» των Ηνωμένων Πολιτειών. Παρότι ο Τραμπ είναι δημοφιλής σε ορισμένους πολιτικούς με παρόμοιες απόψεις -κυρίως στη Λατινική Αμερική- συνολικά οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υποστεί εντυπωσιακή πτώση στα μάτια του μεγαλύτερου μέρους του κόσμου. Το προβληματικό δημοκρατικό τους σύστημα δεν προκαλεί πλέον θαυμασμό, οι φθίνουσες υποδομές τους απογοητεύουν τους ξένους επισκέπτες αντί να τους εντυπωσιάζουν και οι επιθετικές πολιτικές του Τραμπ έχουν αποξενώσει χώρες που κάποτε συγκαταλέγονταν μεταξύ των πιο φιλοαμερικανικών στον κόσμο, όπως ο Καναδάς και η Δανία.
Το χειρότερο απ’ όλα, καταλήγει ο καθηγητής στο Χάρβαρντ, είναι ότι η αλλοπρόσαλλη λήψη αποφάσεων και η εξάρτησή του από ανεπαρκείς αυλοκόλακες έχουν διαβρώσει την εικόνα επάρκειας από την οποία εξαρτάται η διαρκής παγκόσμια επιρροή. »Όταν οι ΗΠΑ χαίρουν μόνο ελαφρώς μεγαλύτερης εκτίμησης από τη Βόρεια Κορέα, το Αφγανιστάν, το Ιράν ή το Ισραήλ, ξέρεις ότι κάτι έχει πάει πολύ στραβά».
Πηγή: in.gr




