Μια «εταιρεία ασφαλείας» με έδρα τα ΗΑΕ, η οποία διαθέτει εκτεταμένες συνδέσεις με το κράτος των Εμιράτων, στρατολόγησε και απέστειλε Κολομβιανούς μισθοφόρους για να πολεμήσουν στο πλευρό των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF) του Σουδάν, μεταξύ άλλων και κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πόλης Ελ-Φάσερ από την παραστρατιωτική αυτή ομάδα, όπου διαπράχθηκαν μαζικές φρικαλεότητες, σύμφωνα με μια εκτενή έρευνα των Financial Times.
Η έρευνα αποκαλύπτει νέες λεπτομέρειες σχετικά με ένα περίπλοκο δίκτυο διακίνησης μισθοφόρων στο οποίο εμπλέκονται η εταιρεία Global Security Services Group (GSSG) με έδρα το Άμπου Ντάμπι, στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα ΗΑΕ και κόμβοι διαμετακόμισης σε όλη τη Λιβύη και τη Σομαλία.
Περίπου 2.000 Κολομβιανοί ταξίδεψαν στο Σουδάν για να υποστηρίξουν τις RSF, ενώ ορισμένοι από αυτούς έλαβαν εξειδικευμένη εκπαίδευση στη χρήση drones και αντιαεροπορικών όπλων πριν από την αποστολή τους.
Η GSSG ιδρύθηκε το 2016 από τον Αχμέτ Μοχάμεντ Αλ-Χουμαΐρι, γενικό γραμματέα του Προεδρικού Δικαστηρίου των ΗΑΕ. Στην ιστοσελίδα της αναφέρονται μεταξύ των πελατών της το Προεδρικό Δικαστήριο και τα υπουργεία Εξωτερικών και Εσωτερικών, ενώ στο παρελθόν η GSSG είχε περιγραφεί ως ο «μοναδικός πάροχος ένοπλων ιδιωτικών υπηρεσιών ασφαλείας» της κυβέρνησης των ΗΑΕ.
Οι Κολομβιανοί στρατολογήθηκαν μέσω ενός αδιαφανούς δικτύου γραφείων ευρέσεως εργασίας, μεσαζόντων και άτυπων στρατιωτικών επαφών που εκτείνονταν σε διάφορες χώρες. Ωστόσο, δεν ήταν οι μόνοι ξένοι μαχητές. Μισθοφόροι που έδωσαν συνέντευξη στην εφημερίδα περιέγραψαν ότι εργάζονταν μαζί με Ουκρανούς, Ρώσους, Ισπανούς και Παναμέζους.
Ο συνταξιούχος κολομβιανός συνταγματάρχης και οι κυρώσεις
Σύμφωνα με τον οργανισμό The Sentry, «έναν ερευνητικό και πολιτικό οργανισμό που επιδιώκει να εξουδετερώσει πολυεθνικά δίκτυα που εκμεταλλεύονται και επωφελούνται από βίαιες συγκρούσεις», η GSSG ανέθεσε στην κολομβιανή εταιρεία στρατολόγησης International Services Agency, γνωστή και ως A4SI, την προμήθεια εκατοντάδων πρώην στρατιωτών. Το δίκτυο συνδέονταν με τον συνταξιούχο κολομβιανό συνταγματάρχη Άλβαρο Αντρές Κιχάνο Μπετσέρα, ο οποίος έχει ως επίσης ως έδρα τα ΗΑΕ.
Οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις στον Quijano και σε άλλα μέλη του δικτύου στρατολόγησης τον Δεκέμβριο του 2025, κατηγορώντας τον ότι διαδραμάτιζε «κεντρικό ρόλο» στη στρατολόγηση και την αποστολή πρώην κολομβιανών στρατιωτικών στο Σουδάν. Στη συνέχεια, η Βρετανία επέβαλε κυρώσεις σε πρόσωπα που εμπλέκονταν στην επιχείρηση.
Η έρευνα των FT αποκαλύπτει το πέπλο μυστικότητας της διαδικασίας πρόσληψης και τον άτυπο χαρακτήρα της. Πρώην μαχητές ανέφεραν ότι οι προσφορές εργασίας κυκλοφορούσαν μέσω μηνυμάτων WhatsApp από φίλους και πρώην συναδέλφους τους στο στρατό, αξιοποιώντας το μεγάλο δυναμικό βετεράνων της Κολομβίας με εμπειρία στην καταπολέμηση ανταρτικών κινημάτων, στον αστικό πόλεμο και στη χρήση εξειδικευμένων όπλων.
Ορισμένοι νεοσύλλεκτοι, όπως φαίνεται, γνώριζαν ελάχιστα για τον τελικό προορισμό τους. Οι μισθοφόροι μεταφέρονταν μέσω ενός δικτύου διαδρομών που συνδέονταν με βασικούς συμμάχους των ΗΑΕ. Μαχητές περιέγραψαν ότι διέρχονταν από την Κούφρα στην ανατολική Λιβύη και το Μποσάσο στην περιοχή Πουντλάντ της Σομαλίας, προτού μεταφερθούν αεροπορικώς ή οδικώς σε περιοχές που ελέγχονται από τις RSF στο Νταρφούρ.
Τα ΗΑΕ αναλάμβαναν την εκπαίδευση των μισθοφόρων για την αποστολή
Η έρευνα αποκάλυψε επίσης στοιχεία ότι σημαντικός αριθμός ατόμων έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση εντός των ΗΑΕ. Ένας Κολομβιανός μαχητής δήλωσε στη FT ότι περίπου 300 ειδικοί (σ.σ. specialists, στρατιωτικοί με εξειδίκευση) εκπαιδεύτηκαν κρυφά σε επιχειρήσεις με drones και αντιαεροπορικά συστήματα στα ΗΑΕ μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου 2025, πριν αποσταλούν στο Σουδάν.
Άλλοι μισθοφόροι περιέγραψαν ότι έλαβαν εκπαίδευση στο Γκαγιάτι στο Αμπού Ντάμπι, μια στρατιωτική εγκατάσταση που είχε προηγουμένως προσδιοριστεί από ομάδα εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ ως χώρος που χρησιμοποιούνταν για την εκπαίδευση Σουδανών νεοσυλλέκτων.
Ένας μαχητής δήλωσε στους Financial Times ότι μέλη της GSSG και πολίτες των ΗΑΕ που φορούσαν στρατιωτικές στολές παρείχαν εκπαίδευση στη χρήση drones, αν και δεν μπόρεσε να προσδιορίσει τις μονάδες τους.
Τα κινητά βρίσκονταν στα ΗΑΕ και μετά στην σφαγή του Ελ Φάσερ
Η ανάλυση των δεδομένων εντοπισμού κινητών τηλεφώνων που εξέτασε η FT επιβεβαίωσε περαιτέρω τις μαρτυρίες των μαχητών. Συσκευές με ισπανική γλώσσα εντοπίστηκαν από στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα ΗΑΕ έως κόμβους διαμετακόμισης στη Σομαλία και τη Λιβύη και, τελικά, σε περιοχές του Νταρφούρ που ελέγχονται από τις RSF.
Ο Τζάστιν Λιντς, επικεφαλής της Conflict Insights Group, η οποία ανέλυσε τα δεδομένα, δήλωσε: «Τα ψηφιακά ίχνη συνδέουν το στρατόπεδο εκπαίδευσης του Αμπού Ντάμπι με τους μαζικούς τάφους του Ελ Φάσερ».
Οι διαδρομές που περιέγραψαν οι μαχητές υποδηλώνουν επίσης ένα πολύ ευρύ δίκτυο εφοδιαστικής αλυσίδας για την εξυπηρέτηση των RSF. Το Μποσάσο, όπου τα ΗΑΕ διατηρούν στρατιωτική βάση, περιγράφηκε από έναν Κολομβιανό ως κόμβος μέσω του οποίου μεταφέρονταν οι μισθοφόροι προς το Σουδάν και σε άλλες εστίες συγκρούσεων σε ολόκληρη την Αφρική.
Έρευνα του Reuters εμπλέκει και αμερικανό βετεράνο των ειδικών δυνάμεων, αεροπλάνα της εταιρείας του οποίου βρέθηκαν στις περιοχές αυτές. Η Central Asia Development Group, πλέον CADG, είναι μια πολυεθνική η οποία έχει αναλάβει συμβάσεις με τις ΗΠΑ και τα Ηνωμένα Έθνη για πάνω από 20 χρόνια.
Σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία, οι εταιρείες του Στιβ Σάουλις, συνιδιοκτήτη της CADG έχουν αποκομίσει τουλάχιστον 419 εκατομμύρια δολάρια από τους Αμερικανούς φορολογούμενους μέσω στρατιωτικών έργων και προγραμμάτων εξωτερικής βοήθειας.
Ένας άλλος μαχητής ανέφερε ότι ο Κιχάνο «απολάμβανε την απόλυτη εμπιστοσύνη των Εμιράτων», οι οποίοι του παρείχαν πόρους, μεταφορικά μέσα, εξοπλισμό και εφοδιαστική υποστήριξη.
Το οικονομικό κίνητρο ήταν σημαντικό. Μαχητές δήλωσαν στη FT ότι οι απλοί στρατιώτες λάμβαναν περίπου 2.600 δολάρια το μήνα, οι επόπτες 2.800 δολάρια και οι αξιωματικοί 3.500 δολάρια. Όταν οι τραπεζικές πληρωμές καθυστέρησαν για δύο μήνες, σύμφωνα με πληροφορίες, ειπώθηκε στους μισθοφόρους ότι είχαν μεταφερθεί με αεροπλάνο μετρητά από τα ΗΑΕ για την επίλυση της διαφοράς.
Ένας πρώην μαχητής συνόψισε την έλξη λέγοντας: «Τα χρήματα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων αγοράζουν πολλή συνείδηση».
Τρία μισθοφορικά κολομβιανά τάγματα δρούσαν παράλληλα με τις RSF
Το κολομβιανό σώμα εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες και πιο οργανωμένες ξένες δυνάμεις που συμμετείχαν στον πόλεμο του Σουδάν. Μισθοφόροι περιέγραψαν τρία τάγματα που δρούσαν μαζί με την RSF, συμπεριλαμβανομένων ειδικών σε drones, πυροβολικό και αντιαεροπορικά όπλα.
Το τρίτο κολομβιανό τάγμα πολέμησε στο πλευρό της RSF κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πόλης τον Οκτώβριο του 2025, σύμφωνα με μαχητές που έδωσαν συνέντευξη στη FT. Μισθοφόροι παρέδωσαν βίντεο που έδειχναν Κολομβιανούς να πυροβολούν μαζί με τις δυνάμεις της RSF κατά τη διάρκεια των μαχών.
Η πτώση του Ελ-Φάσερ ακολούθησε μια πολιορκία 18 μηνών, η οποία είχε ήδη υποβάλει τους πολίτες σε λιμό και συνεχείς βομβαρδισμούς. Αφού η RSF κατέλαβε την πόλη, ήρθαν στο φως στοιχεία για μαζικές εκτελέσεις, σεξουαλική βία, δολοφονίες με εθνοτικό κίνητρο και άλλες φρικαλεότητες και εγκλήματα πολέμου. Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η RSF και οι συμμαχικές της πολιτοφυλακές έχουν διαπράξει γενοκτονία στο Σουδάν.
Ένας μισθοφόρος περιέγραψε ότι Κολομβιανοί συνέλαβαν άτομα που πλησίαζαν το αεροδρόμιο της Νιάλα, το οποίο ελέγχεται από την RSF, και τα παρέδωσαν σε τοπικούς διοικητές. Είπε ότι οι κρατούμενοι βασανίστηκαν τόσο σοβαρά που οι Κολομβιανοί σε κάποιο σημείο παρενέβησαν επειδή δεν μπορούσαν πλέον να αντέξουν να ακούν τις κραυγές των θυμάτων.
Η έρευνα σκιαγραφεί μια εικόνα οργανωμένης διακρατικής μισθοφορικής επιχείρησης που εκτείνεται από δίκτυα στρατολόγησης στην Κολομβία έως στρατιωτικές εγκαταστάσεις στα ΗΑΕ, κόμβους εφοδιαστικής στη Σομαλία και τη Λιβύη και, τελικά, στα πεδία μάχης του Νταρφούρ.
Πηγή: in.gr

