Μα γιατί οι ΗΠΑ χάνουν στους πολέμους; – Καθηγητής του Χάρβαρντ απαντάει στο αίνιγμα

Μα γιατί οι ΗΠΑ χάνουν στους πολέμους; – Καθηγητής του Χάρβαρντ απαντάει στο αίνιγμα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Παρότι οι ΗΠΑ διαθέτουν τον ισχυρότερο στρατό στον πλανήτη, με προϋπολογισμούς στην άμυνα που αγγίζουν το 1 τρισ. δολάρια, εδώ και δεκαετίες καταγράφουν ένα εντυπωσιακό ιστορικών ηττών, με πιο πρόσφατη -όπως φαίνεται αυτή- με το Ιράν. Μήπως τα αμερικανικά στρατεύματα δεν αποδίδουν λόγω μειωμένης… τεστοστερόνης, στην οποία έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ; Σε καμία περίπτωση.

«Δεν οφείλεται σε ανεπαρκή ανδρεία στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες εξακολουθούν να είναι πρόθυμες να θέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο, συχνά με ηρωισμό», αναφέρει σε ανάλυσή του ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ Στήβεν Γουόλτ.

«Και σίγουρα δεν συμβαίνει επειδή τα αμερικανικά στρατεύματα στερούνται επαρκούς τεστοστερόνης, ό,τι κι αν πιστεύει ο ανήμπορος υπουργός μας του (χαμένου) πολέμου» συμπληρώνει ειρωνικά για τον Πήτερ Χέγκσεθ, ο Γουόλτ σε ανάλυσή του το Foreign Policy.

Αντιθέτως, οι πραγματικοί λόγοι για τους οποίους οι ΗΠΑ εξακολουθούν να χάνουν πολέμους είναι στρατηγικοί και δομικοί, σύμφωνα με τον ειδικό.

Όπως εξηγεί, η πατρίδα του επιλέγει να διεξάγει πολέμους με εξαιρετικά φιλόδοξους στόχους, οι ο οποίοι παράλληλα δεν εξυπηρετούν ευρύτερα τα αμερικανικά συμφέροντα, όπως για παράδειγμα. Ένας τέτοιος στόχος, για παράδειγμα, είναι η προσπάθεια αναμόρφωσης μιας ξένης κοινωνίας κατ’ εικόνα των ΗΠΑ.

«Το αποτέλεσμα είναι ότι οι αντίπαλοι τείνουν να είναι πολύ πιο αποφασισμένοι από την Ουάσινγκτον, επειδή διακυβεύονται πολύ περισσότερα γι’ αυτούς» σημειώνει.

«Πολεμούν για να επιβιώσουν ή τουλάχιστον για να διατηρήσουν την ανεξαρτησία και την αυτονομία τους, ενώ, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι ΗΠΑ πολεμούν για την επίτευξη στόχων που μπορεί να είναι επιθυμητοί, αλλά τελικά απέχουν από το να είναι ζωτικής σημασίας».

Έτσι, ο Γουόλτ προσθέτει πως υπό αυτές τις συνθήκες, είναι αναμενόμενο οι αντίπαλοι να είναι πολύ πιο πρόθυμοι να κάνουν θυσίες από ό,τι οι ΗΠΑ.

«Όπως στις περισσότερες, αν όχι σε όλες, τις ασύμμετρες συγκρούσεις, η ασθενέστερη πλευρά κερδίζει όχι με μια ολοκληρωτική νίκη στο πεδίο της μάχης, αλλά με το να μην ηττηθεί και να περιμένει μέχρι η ισχυρότερη δύναμη να συνειδητοποιήσει ότι απλώς δεν αξίζει να ρίχνει περισσότερους στρατιώτες και περισσότερα χρήματα σε ένα τέλμα» λέει.

Από την Κορέα στο Ιράν

Τα παραδείγματα που παραθέτει είναι όντως αποκαλυπτικά. Όταν στον Πόλεμο της Κορέας (1950-1953) η Κίνα θεώρησε τις αμερικανικές προσπάθειες για ενοποίηση της χερσονήσου υπαρξιακή απειλή, ενεπλάκη θυσιάζοντας τουλάχιστον 200.000 στρατιώτες και ο πόλεμος κατέληξε ουσιαστικά ισοπαλία.

Στο Βιετνάμ, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον σφοδρό εθνικισμό του βιετναμέζικου κομμουνιστικού κινήματος, που προηγουμένως είχε συντρίψει τους Γάλλους αποικιοκράτες και εν τέλει αποδείχθηκε αδύνατο να εξαλειφθεί.

Στον πόλεμο του Ιράκ (2003) μπορεί η απαλλαγή από τον Σαντάμ να ήταν εύκολη, συνεχίζει ο Γουόλτ, αλλά οι δυνάμεις κατοχής βρέθηκαν σύντομα αντιμέτωπες με μια ισχυρή εξέγερση που αντιτασσόταν στην ξένη κυριαρχία και υποστηριζόταν τόσο από το Ιράν όσο και από τη Συρία, οι οποίες δεν είχαν καμία επιθυμία να είναι οι επόμενες στη λίστα στόχων της Ουάσινγκτον. «Ένας ακόμη φιλόδοξος πόλεμος επιλογής αποδείχθηκε ένα δαπανηρό φιάσκο».

Στο Αφγανιστάν, ένας συνδυασμός άγνοιας, ιδεαλισμού και περιορισμένης στρατηγικής σημασίας καταδίκασε τελικά την αμερικανική πολεμική προσπάθεια εκεί. Η Ουάσινγκτον είχε βάσιμους λόγους να στραφεί εναντίον του Οσάμα μπιν Λάντεν και των Ταλιμπάν που τον φιλοξενούσαν, αλλά η παραμονή της εκεί με σκοπό να μετατρέψει το Αφγανιστάν σε μια δυτικού τύπου δημοκρατία προκάλεσε σφοδρή αντίσταση από μια κοινωνία που δικαίως είχε αποκτήσει τη φήμη του «νεκροταφείου των αυτοκρατοριών».

Η εξαίρεση στον κανόνα

Η μοναδική ίσως φορά που οι αμερικανικοί στόχοι ήταν απολύτως ανάλογοι με τα αμερικανικά συμφέροντα, ήταν ο Πόλεμος του Κόλπου το 1991, σύμφωνα με τον καθηγητή.

Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους εκδίωξαν το Ιράκ από το Κουβέιτ, αποδεκάτισαν τη στρατιωτική ισχύ του Ιράκ και επέβαλαν επιθεωρήσεις του ΟΗΕ, οι οποίες διέλυσαν τα οπλικά του προγράμματα. Όμως ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος επέλεξε σοφά να μην «πάει στη Βαγδάτη» και να ανατρέψει το καθεστώς, τόσο επειδή κάτι τέτοιο θα υπερέβαινε την εξουσιοδότηση που είχε δοθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ όσο και επειδή θα ανάγκαζε τις ΗΠΑ να καταλάβουν και να κυβερνήσουν μια διχασμένη και αγανακτισμένη κοινωνία. «Επειδή οι αμερικανικοί στόχοι ήταν ευθυγραμμισμένοι με τα αμερικανικά συμφέροντα και ο Μπους τερμάτισε τον πόλεμο εγκαίρως, δικαίως θεωρείται μια εντυπωσιακή επιτυχία» τονίζει ο Γουόλτ.

Ίσως όμως η αμερικανική ισχύς να είναι και παγίδα, όπως φαίνεται να υπονοεί ο Αμερικανός καθηγητής, καθώς όπως λέει δεν είναι εύκολο για μια υπερδύναμη να ευθυγραμμίσει τα συμφέροντα και τους στόχους της.

«Επειδή οι ΗΠΑ είναι τόσο ισχυρές και αντικειμενικά τόσο ασφαλείς, δεν θα υπάρχουν πολλές συγκρούσεις στις οποίες διακυβεύονται πραγματικά ζωτικά συμφέροντα και είναι εύκολο να δικαιολογηθούν μεγάλες θυσίες, όπως εκείνες που έκαναν οι Αμερικανοί κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ταυτόχρονα, η αμερικανική ισχύς και η τεχνολογική υπεροχή καθιστούν επίσης εύκολη την επέμβαση σε κάθε λογής μέρη και επιτρέπουν στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να πείθουν τον εαυτό τους ότι αυτές οι συγκρούσεις θα είναι εύκολο να κερδηθούν».

Γιατί εξακολουθεί να συμβαίνει αυτό σήμερα; Ένας από τους λόγους, διαπιστώνει ο Γουόλτ είναι  η συνεχιζόμενη απροθυμία της αμερικανικής ελίτ της εξωτερικής πολιτικής να λογοδοτήσει και να διδαχθεί από τα λάθη του παρελθόντος. Φέρνει μάλιστα ως παράδειγμα τον νεοσυντηρητικό αναλυτή Ρόμπερτ Κέιγκαν ένας από τους πλέον εξέχοντες δημόσιους υποστηρικτές του πολέμου στο Ιράκ το 2003.

Όταν ρωτήθηκε, πρόσφατα, αν εκείνος ο πόλεμος ήταν λάθος, απάντησε: «Δεν είμαι σίγουρος ποια χρησιμότητα έχει να παραδεχτώ ότι ήταν λάθος. Δεν πρόκειται να επαναφέρει κανέναν στη ζωή».

Όσο η απροθυμία να παραδέχονται λάθη και να αναλαμβάνουν την ευθύνη παραμένει διαδεδομένη στους κύκλους της εξωτερικής πολιτικής οι Αμερικανοί θα πρέπει να συνηθίσουν στην απογοήτευση, καταλήγει ο καθηγητής στο Χάρβαρντ.

Πηγή: in.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ