Του Χάρη Φλουδόπουλου
Τον κίνδυνο ενός ακριβού και εξαιρετικά ευμετάβλητου ενεργειακά χειμώνα δημιουργούν τα χαμηλά επίπεδα πλήρωσης των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου, σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα υψηλό κόστος της φετινής διαδικασίας αναπλήρωσης των αποθεμάτων.
Η Ευρώπη καλείται μέσα στους επόμενους τρεις μήνες να αγοράσει και να αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου σε μια αγορά στην οποία το ολλανδικό TTF κινείται κοντά στα 60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, περίπου 70%-75% υψηλότερα από την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι οι αποθήκες είναι λιγότερο γεμάτες. Εντοπίζεται και στο ότι το αέριο που εισάγεται σήμερα σε αυτές αγοράζεται πολύ ακριβότερα και θα παραμείνει στο ευρωπαϊκό σύστημα ως υψηλού κόστους απόθεμα κατά τη διάρκεια του επόμενου χειμώνα.
Το κόστος αυτό θα περάσει, με διαφορετική ένταση και χρονική υστέρηση, στις τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας που πληρώνουν τα νοικοκυριά, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και κυρίως οι ενεργοβόρες βιομηχανίες.
Στο 55% οι αποθήκες
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της πλατφόρμας AGSI+ της Gas Infrastructure Europe, στις 25 Ιουλίου οι αποθήκες φυσικού αερίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονταν στο 55,07% της χωρητικότητάς τους, έχοντας αποθηκευμένες περίπου 622,4 τεραβατώρες φυσικού αερίου.
Το ποσοστό αυτό είναι περίπου 15 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον εποχικό μέσο όρο, ο οποίος για την περίοδο κινείται κοντά στο 70%. Πρόκειται, παράλληλα, για το δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών για τα τέλη Ιουλίου, σύμφωνα με την Equinor, τον μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης.
Η απόσταση από τους στόχους παραμένει μεγάλη. Για να αυξηθεί η πληρότητα από το 55% στο 80%, η Ευρώπη πρέπει να προσθέσει στις αποθήκες της ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα τέταρτο της συνολικής αποθηκευτικής δυναμικότητας. Για να φτάσει στον τυπικό στόχο του 90%, απαιτείται να καλυφθεί απόσταση περίπου 35 ποσοστιαίων μονάδων.
Με συνολική ευρωπαϊκή αποθηκευτική δυναμικότητα περίπου 1.130 τεραβατωρών, η επίτευξη πληρότητας 80% προϋποθέτει καθαρές πρόσθετες εγχύσεις της τάξης των 280-285 τεραβατωρών, ενώ για το 90% απαιτούνται σχεδόν 395 τεραβατώρες. Οι πραγματικές εισαγωγικές ανάγκες είναι ακόμα μεγαλύτερες, καθώς κατά τη θερινή περίοδο συνεχίζεται ταυτόχρονα η κατανάλωση φυσικού αερίου από ηλεκτροπαραγωγή, βιομηχανία και άλλες χρήσεις.
Ήδη η ευρωπαϊκή ρυθμιστική αρχή ACER έχει επισημάνει ότι οι φετινές εγχύσεις κινούνται χαμηλότερα τόσο από τον δεκαετή θερινό μέσο όρο όσο και από τα επίπεδα του 2025. Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, για να φτάσει η Ε.Ε. στο 90% θα χρειαστεί οι εισαγωγές LNG να αυξηθούν κατά περίπου 13% σε σχέση με πέρυσι. Με εισαγωγές LNG αντίστοιχες του 2025, θεωρείται εφικτό μόνο το χαμηλότερο όριο του 80%.
Έως 75% ακριβότερο
Η αναπλήρωση των αποθεμάτων πραγματοποιείται φέτος σε σημαντικά υψηλότερες τιμές. Το συμβόλαιο αναφοράς του TTF κινήθηκε τις τελευταίες ημέρες στην περιοχή των 59-60 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχοντας υποχωρήσει από ακόμα υψηλότερα επίπεδα μετά την προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Παρά την ημερήσια διόρθωση, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου παραμένουν περίπου 70%-75% υψηλότερες σε ετήσια βάση. Η τιμή των 59-60 ευρώ ανά μεγαβατώρα συγκρίνεται με επίπεδα περίπου 33-35 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Ιούλιο του 2025.
Η διαφορά των περίπου 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα σημαίνει ότι κάθε τεραβατώρα φυσικού αερίου που αγοράζεται σήμερα κοστίζει χονδρικά 25 εκατ. ευρώ περισσότερο σε σχέση με πέρυσι, πριν συνυπολογιστούν το κόστος αποθήκευσης, οι απώλειες, τα τέλη δικτύου και το χρηματοοικονομικό κόστος διακράτησης των αποθεμάτων.
Ενδεικτικά, εάν οι περίπου 280-285 τεραβατώρες που απαιτούνται για την αύξηση της πλήρωσης των αποθηκών από το 55% στο 80% αγοραστούν με διαφορά τιμής 25 ευρώ ανά μεγαβατώρα έναντι του 2025, το επιπλέον κόστος προμήθειας προσεγγίζει τα 7 δισ. ευρώ.
Εάν η Ευρώπη επιχειρούσε να καλύψει ολόκληρη την απόσταση έως το 90%, το πρόσθετο κόστος που προκύπτει μόνο από τη διαφορά της τιμής του αερίου θα μπορούσε να κινηθεί κοντά στα 10 δισ. ευρώ.
Χωρίς κίνητρο η αγορά
Υπό κανονικές συνθήκες, οι εταιρείες αγοράζουν φυσικό αέριο το καλοκαίρι, όταν η ζήτηση και οι τιμές είναι χαμηλότερες, το αποθηκεύουν και το πωλούν τον χειμώνα σε υψηλότερες τιμές.
Φέτος, όμως, το εμπορικό αυτό μοντέλο δεν λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα. Οι θερινές τιμές είναι ήδη πολύ υψηλές και η διαφορά τους από τις χειμερινές προθεσμιακές τιμές δεν επαρκεί πάντοτε για να καλύψει το κόστος αγοράς, χρηματοδότησης και αποθήκευσης.
Έτσι, οι εταιρείες δεν έχουν ισχυρό οικονομικό κίνητρο να δεσμεύσουν κεφάλαια αγοράζοντας ακριβό αέριο σήμερα, ιδίως όταν υπάρχει ο κίνδυνος οι τιμές να υποχωρήσουν αργότερα. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Δανίας, όπου οι αρμόδιες αρχές απέδωσαν το χαμηλό επίπεδο πλήρωσης στις συνθήκες της αγοράς, οι οποίες δεν προσφέρουν επαρκή οικονομικά κίνητρα στους συμμετέχοντες.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη αντιμετωπίζει αυξημένο ανταγωνισμό από την Ασία για τα διαθέσιμα φορτία LNG. Η Equinor εκτιμά ότι η Ευρώπη πιθανότατα δεν θα κατορθώσει να ξεπεράσει ούτε το 80% μέχρι το φθινόπωρο, καθώς ποσότητες LNG που νωρίτερα κατευθύνονταν προς την ευρωπαϊκή αγορά απορροφώνται πλέον από ασιατικούς αγοραστές. Περίπου το 30% των ευρωπαϊκών εισαγωγικών αναγκών καλύπτεται πλέον από LNG.
Ο κανόνας της Ε.Ε.
Μετά την ενεργειακή κρίση του 2022 η Ευρωπαϊκή Ένωση καθιέρωσε ως βασικό κανόνα την πλήρωση των αποθηκών στο 90% έως την 1η Νοεμβρίου. Το 2025, όμως, το κανονιστικό πλαίσιο τροποποιήθηκε, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος η άκαμπτη προθεσμία να χρησιμοποιείται από τους πωλητές φυσικού αερίου για την τεχνητή αύξηση των τιμών.
Ο επίσημος στόχος του 90% διατηρήθηκε, αλλά δόθηκε η δυνατότητα να επιτυγχάνεται οποιαδήποτε στιγμή μεταξύ 1ης Οκτωβρίου και 1ης Δεκεμβρίου, αντί αποκλειστικά την 1η Νοεμβρίου. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη μπορούν, σε περίπτωση δυσμενών συνθηκών, να αποκλίνουν έως και κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες, περιορίζοντας στην πράξη τον στόχο από το 90% στο 80%.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάλεσε ήδη από τον Μάρτιο τα κράτη-μέλη να αξιοποιήσουν αυτή την ευελιξία και να θεωρήσουν το 80% επαρκή στόχο, ώστε να αποτραπεί ένας αγώνας μαζικών αγορών τούς τελευταίους μήνες πριν από τον χειμώνα. Τον Ιούλιο η Ομάδα Συντονισμού για το Φυσικό Αέριο της Ε.Ε. επιβεβαίωσε ότι επίπεδο αποθήκευσης 80% θεωρείται επαρκές για την ασφάλεια εφοδιασμού τον επόμενο χειμώνα.
Οι ευρωπαϊκοί κανόνες επιτρέπουν, υπό ειδικές προϋποθέσεις, επιπλέον απόκλιση 5 ποσοστιαίων μονάδων. Θεωρητικά, επομένως, ο στόχος μπορεί για ορισμένα κράτη να υποχωρήσει ακόμα και στο 75%, ανάλογα με τις εθνικές συνθήκες, την εγχώρια παραγωγή, τις τεχνικές δυνατότητες και τις δυσκολίες εφοδιασμού.
Καθώς όμως ακόμα και το 80% θεωρείται πλέον δύσκολο να επιτευχθεί, στην ευρωπαϊκή αγορά έχει ανοίξει συζήτηση για ακόμα πιο ελαστική εφαρμογή του κανονισμού, με μεγαλύτερη αξιοποίηση της δυνατότητας πτώσης προς το 75% ή και με ειδικές εθνικές παρεκκλίσεις. Το δίλημμα για τις Βρυξέλλες είναι σαφές: ένας υψηλός υποχρεωτικός στόχος ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά μπορεί να εκτοξεύσει τις τιμές, καθώς οι προμηθευτές γνωρίζουν ότι οι ευρωπαϊκές χώρες είναι υποχρεωμένες να αγοράσουν. Ένας χαμηλότερος στόχος περιορίζει την πίεση στις θερινές τιμές, αφήνει όμως την Ευρώπη περισσότερο εκτεθειμένη σε έναν ψυχρό χειμώνα ή σε νέα διαταραχή των εισαγωγών.
Πώς θα επηρεαστούν οι τιμές του φυσικού αερίου
Οι χαμηλές αποθήκες δημιουργούν ένα ισχυρό στήριγμα για τις τιμές του φυσικού αερίου. Όσο η Ευρώπη χρειάζεται να αγοράζει μεγάλες ποσότητες για να αποκαταστήσει τα αποθέματα, η ζήτηση παραμένει υψηλή ακόμα και κατά τη θερινή περίοδο.
Αυτό μειώνει τις πιθανότητες ουσιαστικής αποκλιμάκωσης του TTF πριν από το φθινόπωρο. Παράλληλα, όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο εισόδου στον χειμώνα, τόσο εντονότερα θα αντιδρά η αγορά σε κάθε πρόβλεψη ψυχρού καιρού, σε κάθε πρόβλημα στις νορβηγικές υποδομές και σε κάθε διαταραχή των διεθνών ροών LNG.
Με άλλα λόγια, τα χαμηλά επίπεδα πλήρωσης των αποθηκών αυξάνουν τη μεταβλητότητα και τον κίνδυνο απότομων ανοδικών επεισοδίων.
Επιπτώσεις για νοικοκυριά
Για τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για θέρμανση, το υψηλότερο κόστος προμήθειας και αποθήκευσης αναμένεται να ενσωματωθεί σταδιακά στα τιμολόγια της επόμενης περιόδου. Η έκταση της επιβάρυνσης θα εξαρτηθεί από την πολιτική αντιστάθμισης κινδύνου κάθε προμηθευτή, από το πότε αγοράστηκαν οι ποσότητες και από τη διάρκεια των συμβάσεων.
Παράλληλα, οι τιμές φυσικού αερίου επηρεάζουν άμεσα και την ηλεκτρική ενέργεια. Στην ελληνική χονδρεμπορική αγορά οι μονάδες φυσικού αερίου καλύπτουν σημαντικό μέρος της ζήτησης και είναι εκείνες που διαμορφώνουν την οριακή τιμή σε πολλές ώρες της ημέρας, ιδιαίτερα όταν είναι περιορισμένη η παραγωγή των ΑΠΕ ή αυξάνεται η ζήτηση.
Οι καταναλωτές που διαθέτουν σταθερά, μπλε τιμολόγια προστατεύονται μέχρι τη λήξη της σύμβασής τους. Αντίθετα, στα πράσινα και τα υπόλοιπα κυμαινόμενα προϊόντα μια διατήρηση των υψηλών χονδρεμπορικών τιμών θα περάσει ταχύτερα στους λογαριασμούς.
Η πίεση μπορεί να γίνει εντονότερη το φθινόπωρο και τον χειμώνα, όταν θα συμπέσουν η αυξημένη ζήτηση για θέρμανση και ηλεκτρισμό με την ανάγκη διατήρησης επαρκών αποθεμάτων. Εάν οι λιανικές τιμές κινηθούν πάνω από τα πολιτικά ανεκτά επίπεδα, θα επανέλθει αναπόφευκτα η συζήτηση για κρατικές επιδοτήσεις ή άλλες παρεμβάσεις.
Επιβάρυνση για επιχειρήσεις
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με διπλό κόστος. Από τη μία πλευρά θα πληρώνουν ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια και από την άλλη υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου για θέρμανση, εστίαση ή παραγωγικές διαδικασίες.
Για επιχειρήσεις με μικρά περιθώρια κέρδους, η αύξηση του ενεργειακού κόστους δύσκολα μπορεί να απορροφηθεί πλήρως. Μέρος της επιβάρυνσης θα μετακυλιστεί στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Οι επιπτώσεις δεν θα είναι ίδιες για όλους. Επιχειρήσεις με σταθερά συμβόλαια, ενεργειακή αυτοπαραγωγή ή αποτελεσματική στρατηγική αντιστάθμισης θα είναι περισσότερο προστατευμένες. Αντίθετα, όσες είναι εκτεθειμένες στις τιμές της ημερήσιας αγοράς θα δεχθούν πιο άμεσα την αύξηση.
Απειλή για βιομηχανία
Η μεγαλύτερη πίεση αναμένεται στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως οι κλάδοι αλουμινίου, χάλυβα, τσιμέντου, γυαλιού, κεραμικών, χαρτιού, χημικών και λιπασμάτων.
Για πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις το φυσικό αέριο δεν αποτελεί απλώς καύσιμο, αλλά βασικό συντελεστή της παραγωγικής διαδικασίας. Παράλληλα, οι αυξημένες τιμές του αερίου ανεβάζουν και το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας.
Η παραμονή του TTF στην περιοχή των 50-60 ευρώ ανά μεγαβατώρα επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έναντι παραγωγών στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, όπου το ενεργειακό κόστος είναι χαμηλότερο. Για εγκαταστάσεις που δραστηριοποιούνται σε διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, δεν υπάρχει πάντοτε η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στους πελάτες, καθώς οι τιμές καθορίζονται στη διεθνή αγορά.
Έτσι, η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφράζεται σε συμπίεση περιθωρίων, περιορισμό παραγωγής, αναβολή επενδύσεων ή ακόμα και προσωρινές διακοπές λειτουργίας, εφόσον οι τιμές ξεπεράσουν τα οικονομικά βιώσιμα επίπεδα.
Πηγή: capital.gr





