Ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα προστασίας και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου του Ραμνούντος στο Γραμματικό Αττικής υλοποιεί το υπουργείο Πολιτισμού, με στόχο την αποκατάσταση σημαντικών τμημάτων του φρουρίου, τη βελτίωση των υποδομών και την αναβάθμιση της εμπειρίας των επισκεπτών.
Οι παρεμβάσεις επικεντρώνονται στην προστασία, αποκατάσταση και ανάδειξη τμημάτων του φρουρίου του Ραμνούντος, ενώ παράλληλα προχωρούν οι μελέτες για τη βελτίωση της περιήγησης, της καθολικής προσβασιμότητας, της ασφάλειας και του φωτισμού ανάδειξης των μνημείων.
Ο αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντος αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Αττικής, καθώς βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του νομού, με θέα προς τον Ευβοϊκό κόλπο. Στον χώρο διατηρούνται ο οχυρωμένος οικισμός, το ιερό της Νεμέσεως, μικρότερα ιερά, η εντυπωσιακή ταφική οδός με τους μνημειώδεις περιβόλους των κλασικών χρόνων, καθώς και δύο λιμάνια που έλεγχαν το πέρασμα του Ευβοϊκού κόλπου.
Το φρούριο του Ραμνούντος περιλαμβάνει έναν εξωτερικό περίβολο μήκους περίπου 800 μέτρων, με πύλες, πύργους και στρατηγικά διαμορφωμένες οχυρώσεις, καθώς και έναν μικρότερο εσωτερικό περίβολο που περικλείει δημόσια και ιδιωτικά κτήρια, όπως το θέατρο, το γυμνάσιο, την αγορά και στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην ακρόπολη.
Σύμφωνα με τις αρχαιολογικές εκτιμήσεις, η οχύρωση του Ραμνούντος, όπως και εκείνη του Σουνίου, κατασκευάστηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, με βασικό σκοπό τον έλεγχο των πλοίων που μετέφεραν σιτηρά προς την Αθήνα.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη υπογράμμισε ότι ο Ραμνούντας αποτελεί χώρο ιδιαίτερης ιστορικής και αρχαιολογικής αξίας, όπου αποτυπώνεται η διαχρονική σχέση του ανθρώπου με το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο.

Όπως ανέφερε, το υπουργείο Πολιτισμού προχωρά στην εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την προστασία και ανάδειξη του χώρου, το οποίο περιλαμβάνει την αποκατάσταση και συντήρηση σημαντικών ταφικών μνημείων, την ανάδειξη του φρουρίου, καθώς και την αναβάθμιση των υποδομών περιήγησης, πυροπροστασίας και ασφαλούς πρόσβασης.
Η υπουργός σημείωσε ότι οι εργασίες βασίζονται στις αρχές της ελάχιστης αναγκαίας επέμβασης και του σεβασμού στην αυθεντικότητα του μνημείου, ενώ τόνισε την ανάγκη συνέχισης της ανασκαφικής έρευνας και των εργασιών αποκατάστασης.
Στο πλαίσιο του προγράμματος προβλέπεται επίσης η συντήρηση του δομικού υλικού δώδεκα ταφικών μνημείων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται περίβολοι επιφανών οικογενειών και πολιτών της αρχαίας Ραμνούντας, με στόχο τη διαφύλαξη του μοναδικού μνημειακού αποθέματος του χώρου.
Οι παρεμβάσεις εντάσσονται και στη στρατηγική του υπουργείου για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης. Ο αρχαιολογικός χώρος του Ραμνούντος εντάχθηκε το 2024 στο Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ του υπουργείου Πολιτισμού και του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, με στόχο την προώθηση έργων προσβασιμότητας, ασφαλούς περιήγησης και πυροπροστασίας.
Από το 1975, οι ανασκαφικές έρευνες στον Ραμνούντα συνοδεύτηκαν από αναστηλωτικές επεμβάσεις στον εξωτερικό και τον εσωτερικό περίβολο του φρουρίου, με στόχο την αντιμετώπιση δομικών προβλημάτων, τη συντήρηση των μνημείων και τη διαχείριση του διάσπαρτου αρχιτεκτονικού υλικού.
Οι εργασίες αυτές συνέβαλαν στη διατήρηση και προστασία των μνημείων, ενώ στα αποκατεστημένα τμήματα δεν έχουν εντοπιστεί ενεργά δομικά προβλήματα. Αντίθετα, στα μη αποκατεστημένα τμήματα του περιβόλου έχουν καταγραφεί τοπικές μετακινήσεις και καταρρεύσεις λίθων, φθορές από τη διείσδυση όμβριων υδάτων και τη βλάστηση, καθώς και δυσκολίες πρόσβασης λόγω συσσώρευσης κατακείμενων λίθων.

Οι προγραμματισμένες εργασίες αφορούν την αποκατάσταση και προστασία του νοτιοανατολικού τμήματος του εξωτερικού και εσωτερικού περιβόλου του φρουρίου. Στον εξωτερικό περίβολο περιλαμβάνονται οι νότιες και ανατολικές οχυρώσεις με τους πύργους, τα μεταπύργια και τις δύο κύριες πύλες, ενώ στον εσωτερικό περίβολο εξετάζονται το ανατολικό τμήμα του νότιου τείχους, η πύλη, ο παρακείμενος ορθογώνιος πύργος και το ανατολικό τμήμα του τείχους.
Το πρόγραμμα προβλέπει άμεσες σωστικές επεμβάσεις, εργασίες στερέωσης και αναστήλωσης των τειχών, αποκατάσταση καταρρεύσεων, προστασία των τοιχοποιιών από τα όμβρια ύδατα, καθώς και τακτική συντήρηση. Παράλληλα, θα δημιουργηθεί νέα διαδρομή περιήγησης και σήμανση, με στόχο τη βελτίωση της εμπειρίας των επισκεπτών.
Η αναστήλωση τμημάτων των τειχών που έχουν καταρρεύσει θα πραγματοποιηθεί μετά την ολοκλήρωση της ανασκαφικής έρευνας, την πλήρη αποκάλυψη των σωζόμενων καταλοίπων και την τεκμηρίωση του διάσπαρτου αρχιτεκτονικού υλικού.
Η συστηματική ανασκαφή του χώρου από τον αρχαιολόγο Βασίλειο Πετράκο, κατά την περίοδο 1975-2001, αποκάλυψε το φρούριο, το ιερό της Νεμέσεως και το νεκροταφείο του δήμου, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκαν βασικές υποδομές για την επιστημονική έρευνα και την επίσκεψη του κοινού.
Σύμφωνα με τον ανασκαφέα, το φρούριο χρονολογείται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., με επεμβάσεις και επισκευές που συνεχίστηκαν έως την ελληνιστική περίοδο και μαρτυρούν συνεχή κατοίκηση από τα προϊστορικά χρόνια.
Ο πρώτος δωρικός ναός της Νεμέσεως καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ., ενώ ο νέος, μεγαλύτερος ναός κατασκευάστηκε μετά τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. Στο εσωτερικό του φυλασσόταν το περίφημο άγαλμα της θεάς Νεμέσεως, έργο του Αγοράκριτου, μαθητή του Φειδία.
www.ertnews.gr
Πηγή: ertnews.gr





