ΘΕΣΣΑΛΙΑ, ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ: ΝΕΡΟ – Μάχη για την παραγωγή και την επιβίωση

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Ελλειμμα 400 εκατ. κυβικών μέτρων νερού κάθε χρόνο, ενεργειακό αδιέξοδο, γήρανση του αγροτικού πληθυσμού και κρίση εμπιστοσύνης συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό, λίγα χρόνια μετά τον «Ιανό» και τον «Daniel»

Η «Λευκή Βίβλος» του έργου Go-JuST αποτυπώνει τις παθογένειες του σημαντικότερου αγροτικού κάμπου της χώρας

Πέντε χρόνια μετά τον «Ιανό» και σχεδόν τρία μετά τις καταστροφικές πλημμύρες του «Daniel», η Θεσσαλία εξακολουθεί να αναζητά τη νέα της ισορροπία. Οι φυσικές καταστροφές λειτούργησαν ως καταλύτης, αποκαλύπτοντας με τον πιο βίαιο τρόπο τις χρόνιες αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου της περιοχής. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη «Λευκή Βίβλο» που εκπονήθηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού έργου Go-JuST του Εργαστηρίου Επιστήμης, Τεχνολογίας και Καινοτομίας στην Κοινωνία του ΕΚΠΑ, τα περισσότερα από τα δομικά προβλήματα παραμένουν ουσιαστικά δυσεπίλυτα.

Γράφει ο Τάσος Κουρκούμπας από την «Πολιτεία Θεσσαλών» Κυριακή 2 Αυγούστου

Η έρευνα, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 180 εκπρόσωποι του πρωτογενούς τομέα -γεωπόνοι, συνεταιρισμοί, ερευνητές, αυτοδιοικητικοί και παραγωγοί- δεν περιορίζεται σε μια αποτύπωση της πραγματικότητας. Περιγράφει ένα ολόκληρο σύστημα που δοκιμάζεται ταυτόχρονα από την κλιματική αλλαγή, τις ανεπάρκειες της δημόσιας διοίκησης, την οικονομική πίεση και την απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Το συμπέρασμα είναι σαφές: η Θεσσαλία δεν αντιμετωπίζει μία μόνο κρίση. Αντιμετωπίζει πολλές κρίσεις ταυτόχρονα, οι οποίες αλληλοτροφοδοτούνται.

Αν υπάρχει ένας αριθμός που συνοψίζει το μέγεθος του προβλήματος, αυτός είναι τα 400 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού. Τόσο υπολογίζεται ότι λείπει κάθε χρόνο από το υδατικό ισοζύγιο της Θεσσαλίας, δημιουργώντας ένα έλλειμμα που απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής.

Η περιοχή εξαρτάται περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ελλάδα από την άρδευση. Όμως η διαθέσιμη ποσότητα νερού δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει τις ανάγκες των καλλιεργειών. Η εικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από τις προβλέψεις για την κλιματική αλλαγή, σύμφωνα με τις οποίες μέχρι το 2040 οι βροχοπτώσεις ενδέχεται να μειωθούν κατά περίπου 30%, ενώ οι αρδευτικές ανάγκες θα αυξηθούν κατά 10%.

Η έρευνα αφήνει ένα σαφές πολιτικό και κοινωνικό μήνυμα. Η Θεσσαλία δεν χρειάζεται μόνο περισσότερα έργα. Χρειάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης, μεγαλύτερη διαφάνεια, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και ενεργή συμμετοχή των ίδιων των ανθρώπων της παραγωγής.

Η εμπειρία του «Ιανού» και του «Daniel» απέδειξε ότι οι φυσικές καταστροφές δεν δημιουργούν από μόνες τους τις κρίσεις· αποκαλύπτουν τις αδυναμίες που έχουν συσσωρευτεί επί δεκαετίες. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η Θεσσαλία θα αξιοποιήσει αυτή τη γνώση για να αλλάξει πορεία ή αν θα συνεχίσει να ανακυκλώνει τα ίδια προβλήματα μέχρι την επόμενη μεγάλη κρίση.

Συνολική αναθεώρηση

Στην ανατολική Θεσσαλία, η συνεχής εξάρτηση από γεωτρήσεις και από τα αποθέματα του Πηνειού οδηγεί σε ολοένα μεγαλύτερη πίεση των υπόγειων υδροφορέων. Αντίθετα, η δυτική Θεσσαλία διαθέτει καλύτερες δυνατότητες άρδευσης μέσω των υφιστάμενων φραγμάτων, γεγονός που δημιουργεί έντονες ανισότητες ακόμη και μέσα στην ίδια περιφέρεια.

Οι επιστήμονες κάνουν λόγο για «διανεμητικές αδικίες», καθώς η πρόσβαση στους φυσικούς πόρους δεν είναι ισότιμη. Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την ποσότητα του διαθέσιμου νερού αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτό κατανέμεται.Η μελέτη υποστηρίζει ότι η αντιμετώπιση της λειψυδρίας δεν μπορεί να βασιστεί σε ένα μόνο έργο ή σε μία μόνο παρέμβαση. Αντίθετα, απαιτεί έναν συνδυασμό μεγάλων υδραυλικών έργων, τοπικών υποδομών και θεσμικών αλλαγών.

Στις προτάσεις περιλαμβάνονται η διασύνδεση των λεκανών απορροής, η αξιοποίηση πρόσθετων υδατικών πόρων, η δημιουργία μικροταμιευτήρων στις ορεινές περιοχές, η κατασκευή αναβαθμών για την ανάσχεση των πλημμυρικών νερών, αλλά και ο εμπλουτισμός των υπόγειων υδροφορέων.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη εκσυγχρονισμού των αρδευτικών δικτύων. Σήμερα, σημαντικές ποσότητες νερού χάνονται κατά τη μεταφορά λόγω φθαρμένων ή ανοικτών δικτύων. Η μετάβαση σε κλειστά, υπογειοποιημένα συστήματα θεωρείται κρίσιμη τόσο για τη μείωση των απωλειών όσο και για τη δικαιότερη κατανομή των διαθέσιμων αποθεμάτων.

Παράλληλα, υποδομές όπως η λίμνη Κάρλα, η Γυρτώνη και αρκετά δευτερεύοντα αρδευτικά δίκτυα χρειάζονται άμεσες παρεμβάσεις συντήρησης και αποκατάστασης, καθώς η σημερινή τους κατάσταση περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα ολόκληρου του συστήματος.

«Θηλιά» το ενεργειακό κόστος

Το νερό, όμως, δεν είναι η μοναδική πρόκληση. Η άρδευση προϋποθέτει μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας και η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους έχει μετατρέψει την άντληση νερού σε μία από τις σημαντικότερες οικονομικές επιβαρύνσεις των παραγωγών.Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για τους Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ), οι οποίοι λειτουργούν αντλιοστάσια με ιδιαίτερα υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος. Πολλοί συνεταιρισμοί επιχείρησαν τα προηγούμενα χρόνια να δημιουργήσουν φωτοβολταϊκά πάρκα μέσω ενεργειακών κοινοτήτων, ώστε να περιορίσουν το κόστος λειτουργίας τους. Ωστόσο, οι περιορισμοί του ηλεκτρικού δικτύου, η αδυναμία εξασφάλισης διαθέσιμης ισχύος και οι χρονοβόρες αδειοδοτικές διαδικασίες οδήγησαν πολλά σχέδια σε αδιέξοδο.

Η «Λευκή Βίβλος» προτείνει ένα διαφορετικό μοντέλο ενεργειακής πολιτικής για τον πρωτογενή τομέα. Στο επίκεντρο βρίσκονται η καθιέρωση σταθερού αγροτικού τιμολογίου, η προτεραιότητα στις ενεργειακές κοινότητες, η ανάπτυξη έργων αυτοπαραγωγής και η δέσμευση ηλεκτρικής ισχύος αποκλειστικά για αγροτικές χρήσεις.Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, επισημαίνεται, η ενεργειακή επιβάρυνση θα συνεχίσει να περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της θεσσαλικής γεωργίας, ακόμη κι αν βρεθούν νέοι υδατικοί πόροι.

Ξεπερασμένο παραγωγικό μοντέλο

Πέρα από το υδατικό και ενεργειακό ζήτημα, η έρευνα αναδεικνύει ένα ακόμη διαρθρωτικό πρόβλημα: τη μονοδιάστατη φυσιογνωμία της θεσσαλικής γεωργίας. Η παραγωγή εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως σε λίγες καλλιέργειες μεγάλου όγκου αλλά χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το βαμβάκι, το καλαμπόκι και η μηδική. Πρόκειται για προϊόντα που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις διεθνείς τιμές, τις επιδοτήσεις και το υψηλό κόστος παραγωγής, αφήνοντας τους παραγωγούς εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις της αγοράς.Η περιορισμένη διαφοροποίηση των καλλιεργειών συνοδεύεται από κατακερματισμένες εκμεταλλεύσεις, μικρή μεταποιητική δραστηριότητα και χαμηλή διαπραγματευτική ισχύ των συνεταιρισμών απέναντι στην αγορά. Το αποτέλεσμα είναι ότι σημαντικό μέρος της υπεραξίας των αγροτικών προϊόντων χάνεται πριν ακόμη αυτά φτάσουν στον τελικό καταναλωτή.

Την ίδια στιγμή, αρκετοί παραγωγοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι στη μετάβαση σε νέες μορφές καλλιέργειας. Ο βασικός λόγος είναι ο φόβος της απώλειας εισοδήματος κατά τα πρώτα χρόνια της προσαρμογής, όταν οι αποδόσεις ενδέχεται να μειωθούν χωρίς να υπάρχουν επαρκείς μηχανισμοί οικονομικής στήριξης.

Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι κάθε πολιτική αναδιάρθρωσης πρέπει να συνοδεύεται από μεταβατικές ενισχύσεις, εργαλεία διαχείρισης κινδύνου και ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα, ώστε η αλλαγή να μην μετατραπεί σε ακόμη ένα βάρος για τους παραγωγούς.

Κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά στην έρευνα το ζήτημα της εμπιστοσύνης. Οι συμμετέχοντες περιγράφουν μια σχέση που έχει διαρραγεί εδώ και χρόνια ανάμεσα στους αγρότες, τους συνεταιρισμούς και τη δημόσια διοίκηση.

Οι αναφορές σε κακοδιαχείριση, αδιαφανείς διαδικασίες και άνιση κατανομή επιδοτήσεων επανέρχονται συστηματικά στις μαρτυρίες όσων συμμετείχαν στα εργαστήρια του Go-JuST. Παράλληλα, η γραφειοκρατία, οι περίπλοκες διαδικασίες πιστοποίησης και οι καθυστερήσεις στην εφαρμογή των προγραμμάτων λειτουργούν αποτρεπτικά ακόμη και για παραγωγούς που επιθυμούν να επενδύσουν σε νέες πρακτικές.

Η δημιουργία του Οργανισμού Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ) αντιμετωπίζεται από πολλούς ως μια ευκαιρία επανεκκίνησης. Ωστόσο, οι συμμετέχοντες ξεκαθαρίζουν ότι η επιτυχία του νέου φορέα θα εξαρτηθεί από την πραγματική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, τη διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων και την αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων μέσα από ισχυρά τοπικά παραρτήματα.

Η γήρανση της υπαίθρου

Σταθερή απειλή για το μέλλον του θεσσαλικού κάμπου αποτελεί και η δημογραφική εξέλιξη. Ο αγροτικός πληθυσμός γερνά, ενώ οι νέοι εγκαταλείπουν ολοένα συχνότερα την ύπαιθρο.Την ίδια στιγμή, η εξεύρεση εργατών γης γίνεται κάθε χρόνο δυσκολότερη. Οι ελλείψεις είναι ιδιαίτερα έντονες στις δενδρώδεις καλλιέργειες, στα κηπευτικά και στη συγκομιδή φρούτων, με αποτέλεσμα πολλές εκμεταλλεύσεις να αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες τους στις κρίσιμες περιόδους.

Η «Λευκή Βίβλος» εισηγείται τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου θεσμικού πλαισίου αγροτικής εργασίας, το οποίο θα περιλαμβάνει πιστοποίηση δεξιοτήτων, προγράμματα εκπαίδευσης, αξιοπρεπείς συνθήκες διαμονής για τους εποχικούς εργαζόμενους και καλύτερο συντονισμό από δήμους και συνεταιρισμούς, ώστε να εξισορροπείται η προσφορά και η ζήτηση εργατικού δυναμικού.

Το χαμένο δίκτυο γνώσης

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας αφορά το έλλειμμα τεχνικής υποστήριξης προς τους παραγωγούς.Η σταδιακή υποχώρηση των δημόσιων γεωργικών συμβουλευτικών υπηρεσιών έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό κενό, το οποίο καλύπτεται πλέον κυρίως από ιδιώτες προμηθευτές γεωργικών εφοδίων. Έτσι, οι τεχνικές συμβουλές που λαμβάνουν πολλοί παραγωγοί συνδέονται συχνά με την εμπορική προώθηση συγκεκριμένων προϊόντων και όχι αποκλειστικά με τις πραγματικές ανάγκες της καλλιέργειας.

Οι επιστήμονες προτείνουν τη δημιουργία ενός σύγχρονου δημόσιου δικτύου αγροτικών συμβούλων, με τη συνεργασία της Περιφέρειας Θεσσαλίας, του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, των πανεπιστημίων και των συνεταιρισμών. Στόχος είναι η μεταφορά επιστημονικής γνώσης, η επιτάχυνση της καινοτομίας και η ευκολότερη υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, όπως η γεωργία ακριβείας και τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης των φυσικών πόρων.

Κεντρικά ευρήματα ανά νομό

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε στο δεύτερο στάδιο του Go-JuST. Μέσα από πέντε περιφερειακά εργαστήρια σε Λάρισα, Καρδίτσα, Τρίκαλα και Μαγνησία, περισσότεροι από 180 συμμετέχοντες κλήθηκαν να διαμορφώσουν οι ίδιοι εναλλακτικά σενάρια για το μέλλον της Θεσσαλίας.

Στη Λάρισα,η πλειοψηφία (86,20%) εστάσε στην εξοικονόμηση νερού και τη συγκρότηση ζωνών καλλιέργειας. Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν θετική γνώμη για τον μετασχηματισμό των ΤΟΕΒ, αλλά αντιτάχθηκαν στην πλήρη κατάργησή τους, ζητώντας τοπικά παραρτήματα του ΟΔΥΘ.

Στην Καρδίτσα το 84% των συμμετεχόντων προέκρινε επίσης εξοικονόμηση νερού. Η ενίσχυση του Πηνειού από τον Αχελώο θεωρήθηκε αναγκαία προϋπόθεση, ενώ εκφράστηκε έντονος σκεπτικισμός για τη δεσμευτικότητα των καλλιεργητικών ζωνών, οι οποίες πρέπει να λειτουργούν συμβουλευτικά και όχι υποχρεωτικά.

Στα Τρίκαλα παρατηρήθηκε ένας εκλεκτικισμός, με τους αγρότες να διαμορφώνουν υβριδικά σενάρια που συνδυάζουν την ενεργειακή αυτονόμηση (φωτοβολταϊκά 61,5%) με την προστασία της γης υψηλής παραγωγικότητας.

Στη Μαγνησία οι συμμετέχοντες κινήθηκαν έδωσαν έμφαση στην ποιότητα και την ταυτότητα του προϊόντος. Προτεραιοποιήθηκαν η κατοχύρωση γεωγραφικών ενδείξεων (55,56%) και η χρήση υγειοπροστατευτικών ισχυρισμών.

Παρά τις διαφορετικές προτεραιότητες, ένα στοιχείο αναδείχθηκε κοινό σε όλες τις περιοχές: οι παραγωγοί δεν αρνούνται την αλλαγή. Αντίθετα, ζητούν μια μετάβαση που θα γίνεται σταδιακά, με οικονομική στήριξη, κοινωνική συναίνεση και σταθερούς κανόνες.

Έξι άξονες για τη Θεσσαλία του 2040

Η «Λευκή Βίβλος» συνοψίζει τις προτάσεις της σε έξι στρατηγικούς άξονες: ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων, αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, ενεργειακή μετάβαση, θεσμική μεταρρύθμιση, ενίσχυση της ανθεκτικότητας των τοπικών κοινωνιών και επένδυση στη γνώση και την καινοτομία.

Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται η δημιουργία μικροταμιευτήρων και νέων υποδομών αποθήκευσης νερού, η καθολική εφαρμογή τηλεμετρίας και ψηφιακής παρακολούθησης των υδροληψιών, η ανάπτυξη της πλατφόρμας Thessaly Agri-Data Platform, η ίδρυση Κέντρου Αγροδιατροφικής Καινοτομίας, η δημιουργία μόνιμων αγρο-συμβουλευτικών γραφείων στους δήμους, αλλά και ενός Ταμείου Υδατικών Υποδομών που θα εξασφαλίζει σταθερή χρηματοδότηση των αναγκαίων έργων.Πρόκειται για μια συνολική στρατηγική που επιχειρεί να υπερβεί τη λογική των αποσπασματικών παρεμβάσεων, αντιμετωπίζοντας τη γεωργία ως ένα ενιαίο οικοσύστημα όπου το νερό, η ενέργεια, η παραγωγή, η τεχνολογία και η κοινωνική συνοχή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.

 

 

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ