Στις ομιλίες του κατά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο νέος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος και πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Άντι Μπέρναμ, χαρακτήρισε τον Θατσερισμό ως πηγή της οικονομικής κακοδιαχείρισης και της κοινωνικής δυσφορίας στη χώρα.
Και ενώ ορισμένοι θεωρούν άσκοπο να μιλάει κανείς για ιστορία όταν ο κόσμος ζητά ρεαλιστικές λύσεις για την κρίση του κόστους διαβίωσης – και άλλοι έχουν επικρίνει τις ίδιες τις ομιλίες – αυτή η αλλαγή στο πλαίσιο της πολιτικής ατζέντας έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο για τους Βρετανούς αλλά και για τους σοδιαλδημοκράτες της ηπειρωτικής Ευρώπης.
Υπάρχουν πολλά που μπορούν να αναλυθούν από τη δεκαετία της Θάτσερ, κατά την οποία έγιναν «μια σειρά λανθασμένων στροφών», όπως είπε ο Μπέρναμ. Ωστόσο, ο Λάσλο Άντορ, πρώην Επίτροπος της ΕΕ για την Απασχόληση, τις Κοινωνικές Υποθέσεις και την Κοινωνική Ένταξη και γενικός γραμματέας του FEPS (Ίδρυμα Ευρωπαϊκών Προοδευτικών Σπουδών), επικεντρώνεται στα ουσιώδη, με άρθρο του στο Social Europe. Η Μάργκαρετ Θάτσερ ανέλαβε την εξουσία στη Ντάουνινγκ Στριτ μετά τη δεκαετία του 1970, που χαρακτηρίστηκε από στασιμοπληθωρισμό: το Ηνωμένο Βασίλειο είχε αναγκαστεί να ζητήσει χρηματοδότηση από το ΔΝΤ και μια αίσθηση αναταραχής παρέμενε μετά τον «Χειμώνα της Δυσαρέσκειας». Ποια ήταν η απάντηση των Συντηρητικών; Αποφεύγοντας την τεχνική ορολογία, ο Μπέρναμ το συνοψίζει θέτοντας στο επίκεντρο το ζήτημα της εξουσίας: «Η πολιτική εξουσία συγκεντρώθηκε και η οικονομική εξουσία ιδιωτικοποιήθηκε».
Η Θάτσερ επέλεξε να επιβάλει στην οικονομία ένα πρόγραμμα ελεύθερης αγοράς – τον νεοφιλελευθερισμό, όπως έμεινε γνωστός – και εξάλειψε ανελέητα κάθε αντίσταση σε αυτό. Οι Συντηρητικοί χρησιμοποίησαν τη μαζική ανεργία για να σπάσουν τη ραχοκοκαλιά των συνδικάτων και να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό. Αγόρασαν τις ψήφους ενός τμήματος της εργατικής τάξης μέσω της ιδιωτικοποίησης των δημοτικών κατοικιών και προώθησαν την ιδέα ενός «λαϊκού καπιταλισμού», στον οποίο, για πολλούς από τους ανθρώπους, η συμμετοχή αποδείχθηκε προσωρινή.
Ενώ οι Βρετανοί Συντηρητικοί έφταναν σε όλο και μεγαλύτερα άκρα τη δεκαετία του 1980, η ηπειρωτική Ευρωπαϊκή Ένωση δεν το έκανε. Η Γαλλία κυβερνιόταν από τον Σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν, ο οποίος – τουλάχιστον στην αρχή – πειραματίστηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η Γερμανία υπό τον Χέλμουτ Κολ διατήρησε το άνετο καθεστώς τής «κοινωνικής αγοράς» στο εσωτερικό της και άνοιξε την πόρτα σε βαθύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, επιτρέποντας στις γερμανικές επιχειρήσεις να επωφεληθούν από τις οικονομίες κλίμακας.
Η Ισπανία υπό τον Φελίπε Γκονζάλες επέλεξε τη σοσιαλδημοκρατία ως πρότυπό της. Και η Ελλάδα, με πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου, την πρώτη τετραετία κυρίως, έκανε πράξη την «Αλλαγή», εφαρμόζοντας κοινωνικές πολιτικές που έβγαλαν από το περιθώριο τους οικονομικά ασθενέστερους πολίτες.
Η λεγόμενη «Μαύρη Τετάρτη» – η έξοδος της Βρετανίας από τον Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών τον Σεπτέμβριο του 1992 – κατέστησε προφανές σε όποιον παρακολουθούσε τα γεγονότα ότι η Θάτσερ δεν είχε επιτύχει κανένα οικονομικό θαύμα. Αργότερα στη δεκαετία του 1990, το Ηνωμένο Βασίλειο όντως παρουσίασε ισχυρότερη αύξηση του ΑΕΠ σε σύγκριση με μεγάλο μέρος της ηπειρωτικής Ευρώπης, αλλά αυτό οφειλόταν στη σύμπτωση της μετα-Θάτσερ ανάκαμψης στη Βρετανία και της μετα-Μάαστριχτ μετάβασης της ηπειρωτικής ΕΕ στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση, με την έμφαση που δόθηκε στην ονομαστική σύγκλιση – κάτι που αποτελεί μια άλλη ιστορία.
Ευθύνη για την παρακμή
Μέχρι την εμφάνιση του Μπέρναμ, οι Βρετανοί, που ένιωθαν ότι η ζωή γινόταν όλο και πιο αγχωτική – για ορισμένους, ακόμη και δυστυχισμένη – είχαν στη διάθεσή τους δύο ερμηνείες για το ποιος φταίει. Το δεξιό κίνημα, που εκτείνεται από το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UKIP) μέσω του Brexit, έως το Reform, μαζί με ένα αυξανόμενο τμήμα του Συντηρητικού Κόμματος, έχει αποδώσει την ευθύνη στην ΕΕ. Η συναίνεση μεταξύ Φιλελεύθερων και Εργατικών της τελευταίας δεκαετίας, από την άλλη πλευρά, έχει αποδώσει την ευθύνη στο Brexit.
Το θέμα σήμερα είναι ότι, ενώ το Brexit αναμφίβολα μείωσε το αναπτυξιακό δυναμικό της βρετανικής οικονομίας, αποτελεί μία συνέπεια και όχι την αιτία. Η άμεση αιτία ήταν η λιτότητα που επιβλήθηκε μετά την οικονομική κρίση από τον Ντέιβιντ Κάμερον και τον Τζορτζ Όσμπορν, η οποία συνέπεσε με την αντίληψη για την αύξηση της μετανάστευσης, την ανεξέλεγκτη ανισότητα και την κατάρρευση των προσιτών δημόσιων υπηρεσιών.
Η αποβιομηχάνιση, η παρακμή του Βορρά – με εξαίρεση το Μάντσεστερ, δήμαρχος του οποίου υπήρξε ο Άντι Μπέρναμ – και άλλες εδαφικές ανισορροπίες έχουν τις ρίζες τους στην αντεπανάσταση της Θάτσερ. Τη δεκαετία του 1980 και στη συνέχεια, η Θάτσερ και οι οπαδοί της δημιούργησαν μια λατρεία των υπηρεσιών και της αποκαλούμενης «financialization», δηλαδή της αυξανόμενης σημασίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, ιδρυμάτων και κινήτρων στην οικονομία. Οι Συντηρητικοί δεν εκσυγχρόνισαν τη βρετανική βιομηχανία· την συρρίκνωσαν. Η επανένταξη στην ΕΕ θα μείωνε το κόστος και θα ενίσχυε τη συνολική ανταγωνιστικότητα, αλλά από μόνη της δεν θα μπορούσε να προσφέρει πλήρη λύση.
Η πολιτική συγκέντρωση εξουσίας της Θάτσερ έχει εν μέρει ανατραπεί, μέσω των δημάρχων των μεγάλων πόλεων και της αποκέντρωσης στην Σκωτία, ενώ υπήρξαν επίσης οικονομικές μεταρρυθμίσεις κατά την περίοδο Μπλερ – Μπράουν, όπως η καθιέρωση του κατώτατου μισθού και η ενίσχυση των επενδύσεων στην εκπαίδευση, αλλά αυτές ακολουθήθηκαν από 14 χρόνια διακυβέρνησης των Τόρις σε ολοένα και πιο χαοτικές μορφές. Πριν από δύο χρόνια, το Εργατικό Κόμμα έλαβε ισχυρή εντολή να φέρει την αλλαγή· τώρα ο Μπέρναμ ανέλαβε με την υπόσχεση να την κάνει πράξη.
«Σιδηρά Κυρία»: Από την Θάτσερ στην φον ντερ Λάιεν
Η διαμόρφωση ενός προοδευτικού προγράμματος δεν έχει σημασία μόνο για τη Βρετανία, αλλά και για την ηπειρωτική Ευρώπη. Αν και ελάχιστοι στα παλιά κράτη-μέλη της ΕΕ ακολούθησαν το παράδειγμα της Θάτσερ κατά τη νεοφιλελεύθερη δεκαετία του 1990, πολλοί στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη — που αργότερα ονομάστηκαν «νέα κράτη-μέλη» της ΕΕ — το έκαναν πράγματι. Ήταν κατανοητό ότι ο Θατσερισμός προκαλούσε πόνο, αλλά η αντίληψη που επικρατούσε ήταν πως αποτελούσε ένα λογικό τίμημα για την ανάκαμψη.
Στην ανατολική περιοχή της ΕΕ δεν ήταν μόνο η ακροδεξιά, αλλά και η κεντροδεξιά, και μερικές φορές ακόμη και η κεντροαριστερά, που είχαν μαγευτεί από την «Σιδηρά Κυρία». Η ιδιωτικοποίηση των πάντων έγινε ατζέντα, με την Θάτσερ ως σταθερό σημείο αναφοράς. Και το Ηνωμένο Βασίλειο όντως έφτασε στα άκρα, εκποιώντας την ύδρευση και τις σιδηροδρομικές μεταφορές.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν πάντα μεταξύ των πρωτοπόρων της ανισότητας στην Ευρώπη, αλλά η Θάτσερ ώθησε τη Βρετανία ακόμη πιο βαθιά στον δρόμο της πόλωσης. Στην Ευρώπη και πέρα από αυτήν, έγινε τίτλος τιμής να αποκαλείται κανείς «Σιδηρά Κυρία» – χωρίς να εξαιρείται η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία, ως πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έχει συγκεντρώσει στα χέρια της πολύ περισσότερες αρμοδιότητες λήψης αποφάσεων από οποιονδήποτε από τους προκατόχους της.
Σήμερα. το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι μέλος της ΕΕ, αλλά μοιράζεται πολλές ανησυχίες με την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων η βιομηχανική παρακμή και οι επίμονες εδαφικές ανισορροπίες. Όπως και οι τελευταίοι Θατσερικοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο δεξιός άξονας του Φρίντριχ Μερτς και της Τζιόρτζια Μελόνι αποδίδει την ευθύνη για την παρακμή της βιομηχανίας στην υπερβολική ρύθμιση και τη γραφειοκρατία της ΕΕ. Και η φον ντερ Λάιεν είναι απορροφημένη από την προσπάθεια να αφαιρέσει την περιφερειακή ανάπτυξη από την αρχιτεκτονική της οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ…
Μεταξύ Θάτσερ και Ντελόρ – Πώς η ΕΕ μπορεί να επωφεληθεί από τον Μπέρναμ
Η σύγκρουση «Τιτάνων» μεταξύ των οικονομικών φιλοσοφιών της Δυτικής Ευρώπης σχετικά με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ξέσπασε μεταξύ της Μάργκαρετ Θάτσερ και του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζακ Ντελόρ. Τον Σεπτέμβριο του 1988, ο Ντελόρ ταξίδεψε στο Συνέδριο των Συνδικάτων (TUC) στο Μπόρνμουθ, για να δηλώσει στα συνδικάτα ότι υπήρχε ένα σοσιαλδημοκρατικό όραμα για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Σε απάντηση, η Θάτσερ μετέβη στο Κολλέγιο της Ευρώπης στη Μπριζ, για να δηλώσει την αντίθεσή της στον φεντεραλισμό. Από τότε και μετά, οι Βρετανοί εξαιρέθηκαν από σχεδόν κάθε νέα πρωτοβουλία – έως ότου τελικά, υπό την ηγεσία μιας νέας γενιάς οπαδών της Θάτσερ, ψήφισαν την πλήρη αποχώρησή τους από την ΕΕ.
Αν και όχι με… ευθεία πορεία, η ΕΕ κατάφερε να ακολουθήσει περισσότερο τον Ντελόρ παρά την Θάτσερ. Πάντα υπήρχε τρόπος να προωθηθεί η ενοποίηση, όταν αυτό ήταν απαραίτητο και δικαιολογημένο. Το σημερινό παράδειγμα είναι η πολιτική στέγασης. Τώρα που η ΕΕ δραστηριοποιείται σε αυτό τον τομέα, πρέπει να συνοδεύσει τα κονδύλια που διατίθενται για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης με ανάλυση και πολιτικές συμβουλές.
Ο Άντι Μπέρναμ μπορεί να φανεί χρήσιμος σε αυτό το πλαίσιο, καθώς και ο ίδιος έχει επιλέξει τη στέγαση ως τομέα στον οποίο επιθυμεί να επιφέρει αλλαγές. Ο Θατσερισμός έδωσε προτεραιότητα στο μοντέλο τού «ιδιοκτήτη-κατοίκου», το οποίο σήμερα αντιπροσωπεύει περίπου τα δύο τρίτα του αποθέματος κατοικιών, ενώ τόσο η Βρετανία όσο και η ΕΕ χρειάζονται άλλα μοντέλα, εάν θέλουν να συνδυάσουν την οικονομική προσιτότητα και τη βιωσιμότητα στη στάγαση.
Το ερώτημα σήμερα είναι αν ο Θατσερισμός μπορεί να ανατραπεί με μικρά βήματα ή με έναν παραδειγματικό και συστημικό τρόπο. Η βιομηχανική πολιτική κυκλοφορεί ως προοδευτική λέξη-κλειδί τουλάχιστον από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση, χωρίς όμως να υπάρχει ένας σαφής ορισμός. Ίσως η ομάδα του Μπέρναμ να μπορεί τώρα να συμβάλει στον καθορισμό του περιεχομένου της. Για αυτό, θα πρέπει όχι μόνο να μιλούν για το θέμα, αλλά και να το εφαρμόζουν στην πράξη.
Η ΕΕ καλείται να γυρίσει το «διακόπτη ασφαλείας» στην ατζέντα που κυριαρχείται από τη Δεξιά
Όταν οι Ευρωπαίοι είδαν την ψήφιση του αμερικανικού νόμου για τη μείωση του πληθωρισμού πριν από τέσσερα χρόνια, αρχικά δεν πίστευαν στα μάτια τους – και στη συνέχεια έπεισαν τους εαυτούς τους ότι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν η Ευρώπη ήταν να κάνει κάτι παρόμοιο. Όταν ο Μάριο Ντράγκι παρουσίασε την έκθεσή του για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, οι ηγέτες της ΕΕ επικεντρώθηκαν μόνο στο μικρό τμήμα της που αφορούσε στην απλοποίηση της νομοθεσίας, αντί να δώσουν προτεραιότητα στη δημιουργία μιας κοινής δημοσιονομικής ικανότητας για καινοτομία και επενδύσεις.
Για τους σοσιαλδημοκράτες στην Ευρώπη – και τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ – έχει γίνει πάρα πολύ εύκολο, τις τελευταίες δεκαετίες, να υιοθετούν μια ψευδή «τριγωνοποίηση» και να ενσωματώνουν αμφιλεγόμενα στοιχεία του πολιτικού τοπίου που άφησαν πίσω τους οι συντηρητικές μεταρρυθμίσεις. Η «ευθύνη» χρησιμοποιείται μερικές φορές ως πειστικό επιχείρημα για την αποδοχή ενός προϋπάρχοντος συντηρητικού οικονομικού status quo ή μιας κεντρώας ατζέντας που κυριαρχείται από τη Δεξιά. Ίσως αυτό να είναι ακριβώς το σημείο όπου απαιτείται ένας «διακόπτης ασφαλείας» – τόσο στη Βρετανία όσο και στην ΕΕ.
Πηγή: in.gr


