Του Κώστα Κατίκου
Οδικό χάρτη έως το 2030 για τις αυξήσεις των εισοδημάτων από το “μέρισμα” της ανάπτυξης και τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, ώστε να ενισχυθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας, καταρτίζει η κυβέρνηση.
Το νέο πολυετές μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, στο οποίο η ενίσχυση των εισοδημάτων αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες, θα συνδυαστεί με το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, από το οποίο στο διάστημα 2026-2030 θα χρηματοδοτηθούν έργα υποδομής ύψους 17 δισ. ευρώ αμιγώς από εθνικούς πόρους.
Στο οικονομικό επιτελείο έχουν ήδη ξεκινήσει οι πρώτες επεξεργασίες για την εξέλιξη των εισοδημάτων, με στόχο μέχρι το τέλος της δεκαετίας να έχει επιτευχθεί ουσιαστική σύγκλιση των αποδοχών των εργαζομένων και των συνταξιούχων με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2030 θεωρείται κομβικό έτος, και ο στόχος είναι έως το τέλος της δεκαετίας να έχουν αποτυπωθεί μετρήσιμα αποτελέσματα τόσο στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών όσο και στη συνολική ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Το πρόγραμμα στηρίζεται σε τρεις βασικές προτεραιότητες: την αύξηση των εισοδημάτων εργαζομένων και συνταξιούχων, την ενίσχυση της παραγωγικότητας –τομέας στον οποίο η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου– και τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης μέσω της πλήρους ψηφιοποίησης των υπηρεσιών και της απλοποίησης των διοικητικών διαδικασιών.
Στο επίκεντρο της αύξησης των εισοδημάτων βρίσκεται η εξέλιξη του κατώτατου μισθού μετά το 2027, καθώς θα αποτελέσει το τελευταίο έτος κατά το οποίο η αύξησή του θα αποφασίζεται απευθείας από την κυβέρνηση. Από την 1η Ιανουαρίου 2028 τίθεται σε εφαρμογή το νέο σύστημα καθορισμού του, το οποίο συνδέει τις αναπροσαρμογές με αντικειμενικούς δείκτες, όπως η αγοραστική δύναμη, ο πληθωρισμός, η παραγωγικότητα και η εξέλιξη της οικονομίας.
Με αφετηρία τα 920 ευρώ, και με καθοριστικό παράγοντα τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας, η “ατζέντα του 2030” περιλαμβάνει τρία σενάρια για το ύψος του κατώτατου μισθού.
Το πρώτο είναι το “συντηρητικό” σενάριο στο οποίο προβλέπονται αυξήσεις περίπου 40-50 ευρώ ετησίως, με αποτέλεσμα ο κατώτατος μισθός να διαμορφωθεί στα 1.080 ευρώ το 2030, υπό την προϋπόθεση μέσου ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης 2%.
Το δεύτερο σενάριο, που θεωρείται περισσότερο συμβατό με τις τρέχουσες εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία, προβλέπει ετήσιες αυξήσεις 50 έως 60 ευρώ. Σε αυτή την περίπτωση ο κατώτατος μισθός θα ανέλθει στα 1.120 ευρώ το 2030.
Το τρίτο και πιο αισιόδοξο σενάριο προϋποθέτει ανάπτυξη άνω του 3% σε σταθερή βάση. Με ετήσιες αυξήσεις 60 έως 70 ευρώ, ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 1.220 ευρώ το 2030.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στην εξέλιξη της εθνικής σύνταξης, η οποία αποτελεί την πυξίδα για την κοινωνική πολιτική καθώς αποτελεί τη βάση των αποδοχών των απομάχων της εργασίας. Με αφετηρία τα 446,87 ευρώ, που είναι σήμερα το ποσό της εθνικής σύνταξης, τα σενάρια που εξετάζονται διαφοροποιούνται ανάλογα με τις μακροοικονομικές επιδόσεις της χώρας και τα δημοσιονομικά περιθώρια της επόμενης δεκαετίας.
Το πρώτο, συντηρητικό σενάριο προβλέπει ετήσια αύξηση της τάξης του 2%. Υπό αυτή την παραδοχή, η εθνική σύνταξη διαμορφώνεται στα 480 ευρώ το 2030. Πρόκειται για την ελάχιστη εκτιμώμενη εξέλιξη, η οποία θεωρείται συμβατή ακόμη και με περιβάλλον χαμηλότερων ρυθμών ανάπτυξης.
Το δεύτερο, που αξιολογείται ως το επικρατέστερο, προβλέπει μέση ετήσια αύξηση 2,5%. Στην περίπτωση αυτή η εθνική σύνταξη προσεγγίζει τα 500 ευρώ έως το 2030.
Το τρίτο σενάριο βασίζεται σε υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, σταθερά δημόσια οικονομικά και ετήσιες αυξήσεις της τάξης του 3%. Εφόσον επιβεβαιωθούν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η εθνική σύνταξη θα μπορούσε να ανέλθει έως τα 520 ευρώ το 2030.
Παρά τις διαφορές τους, όλα τα σενάρια έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: οι συντάξεις αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό από τους μισθούς. Η επιλογή αυτή αποδίδεται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που επιβάλλει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο εποπτείας, αλλά και στις μακροπρόθεσμες πιέσεις που προκαλεί η γήρανση του πληθυσμού στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Πέραν των βασικών προβλέψεων, στο τραπέζι βρίσκονται και εναλλακτικά σενάρια τα οποία θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν από το 2027 ή το 2028, εφόσον οι δημοσιονομικές συνθήκες το επιτρέψουν.
Οι συγκεκριμένες εκδοχές προβλέπουν ταχύτερη ενίσχυση των συνταξιοδοτικών εισοδημάτων, με την εθνική σύνταξη να υπερβαίνει τα 520 ευρώ το 2030. Οι παρεμβάσεις αυτές προϋποθέτουν είτε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τους σημερινούς είτε πολιτική επιλογή ανακατανομής μεγαλύτερου μέρους των δημοσιονομικών υπεραποδόσεων προς τους συνταξιούχους.
Οι πέντε άξονες του σχεδίου
Το νέο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα καταρτίζεται με τη συνδρομή του ΟΟΣΑ και τη συμμετοχή της Τράπεζας της Ελλάδος και του ΙΟΒΕ, με στόχο τη διαμόρφωση συγκεκριμένων πολιτικών που θα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.
Η στρατηγική στηρίζεται σε πέντε βασικούς άξονες: την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας, την ενίσχυση των εισοδημάτων με δίκαιη κατανομή των οφελών της ανάπτυξης, τη βελτίωση της λειτουργίας του κράτους μέσω ψηφιοποίησης και απλοποίησης των διαδικασιών και, τέλος, την επιτάχυνση της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης της οικονομίας.
Το οικονομικό επιτελείο θεωρεί ότι η επιτυχία του σχεδίου θα εξαρτηθεί από τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, τη δημοσιονομική σταθερότητα και την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα. Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν τα επόμενα χρόνια, ωστόσο ο σχεδιασμός που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη αποτυπώνει τη στόχευση για αισθητή βελτίωση των εισοδημάτων έως το 2030, με προοπτική περαιτέρω ενίσχυσής τους μέχρι το 2034.
Πηγή: capital.gr


