Η κυβέρνηση επιχειρεί να θωρακίσει συνταγματικά τη δημοσιονομική πειθαρχία, την ίδια ώρα όμως εμφανίζεται να αμβλύνει τον ίδιο τον μηχανισμό που προτείνει, αναζητώντας μια ισορροπία ανάμεσα στην αξιοπιστία έναντι των αγορών και στις πολιτικές συναινέσεις που θα απαιτηθούν στην επόμενη Βουλή.
Το άρθρο 79 του Συντάγματος, που εισάγει την αρχή της βιώσιμης δημοσιονομικής διαχείρισης, αποτελεί ένα από τα πλέον κρίσιμα σημεία της αναθεώρησης. Η σημερινή Βουλή αρκεί να εγκρίνει την αναθεώρησή του με 151 ψήφους, αριθμό που διαθέτει η Νέα Δημοκρατία. Ωστόσο, το πραγματικό περιεχόμενο του δημοσιονομικού κανόνα θα διαμορφωθεί από την επόμενη αναθεωρητική Βουλή, όπου θα απαιτηθεί αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών.
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς, η κυβέρνηση δεν προσανατολίζεται σε έναν αυστηρό, αυτόματο δημοσιονομικό κόφτη στα πρότυπα της Γερμανίας, όπως φάνηκε από τη χθεσινή τοποθέτηση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκου Πιερρακάκη στη Βουλή αλλά σε ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο, με συγκεκριμένες εξαιρέσεις και δυνατότητες παρέκκλισης σε περιόδους κρίσεων, όπως για παράδειγμα μια πανδημία.
Πρόκειται για μια προσέγγιση που αφενός διευκολύνει την εξασφάλιση ευρύτερων κοινοβουλευτικών συναινέσεων στην επόμενη Βουλή, αφετέρου αποφεύγει να δεσμεύσει υπερβολικά τις μελλοντικές κυβερνήσεις σε μια περίοδο όπου ο πολιτικός κύκλος οδηγεί σταδιακά προς τις επόμενες εθνικές εκλογές.
Δημοσιονομικός κόφτης: Το μήνυμα του Πιερρακάκη
Από το βήμα της Βουλής, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης επιχείρησε να παρουσιάσει τον δημοσιονομικό κανόνα ως ένα μάθημα που άφησε η κρίση χρέους.
«Εμείς έχουμε μία ευθύνη. Να μην παραδώσουμε στα παιδιά μας τον λογαριασμό της δικής μας αδράνειας. Αυτό είναι, για μένα, το βαθύτερο νόημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι «σήμερα αποφασίζουμε τι χώρα θέλουμε να κληροδοτήσουμε σε όσους έρχονται μετά από εμάς».
Ο υπουργός υπενθύμισε ότι η γενιά του έζησε τις συνέπειες της δημοσιονομικής εκτροπής, σημειώνοντας πως «διανύσαμε μια δεκαετία κατά την οποία χάσαμε πάρα πολύ σημαντικό μέρος της οικονομικής μας κυριαρχίας», ενώ «εκατοντάδες χιλιάδες νέοι άνθρωποι αναζήτησαν στο εξωτερικό τις ευκαιρίες που δεν μπορούσε τότε να τους προσφέρει η χώρα μας».
Όπως είπε, η δημοσιονομική υπευθυνότητα αποτελεί «ζήτημα εθνικής αυτονομίας, δημοκρατικής ευθύνης και, πάνω απ’ όλα, Δικαιοσύνης ανάμεσα στις γενιές».
Όχι γερμανικό «φρένο χρέους» – Οι εξαιρέσεις
Εκεί όπου διαφοροποιήθηκε αισθητά -ίσως και με άλλα στελέχη της ΝΔ- ήταν στον τρόπο εφαρμογής του κανόνα.
«Δεν προτείνουμε έναν σκληρό και μηχανιστικό δημοσιονομικό κόφτη, αντίστοιχο, για παράδειγμα, με εκείνον που γνωρίζουμε από τη Γερμανία. Και προσωπικά θα διαφωνήσω με έναν τέτοιο άκαμπτο κανόνα», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, «μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αντιδρά όταν η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ύφεση, με μια πανδημία, με μια φυσική καταστροφή, με μια μεγάλη γεωπολιτική κρίση. Η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί με αυτόματο πιλότο. Αλλά, άλλο η αναγκαία ευελιξία, άλλο η δημοσιονομική ανευθυνότητα».
Σύμφωνα με πληροφορίες του ΟΤ, αυτή ακριβώς η φιλοσοφία αναμένεται να αποτυπωθεί και στον εφαρμοστικό σχεδιασμό του νέου άρθρου. Οι εξαιρέσεις θα είναι προκαθορισμένες και θα ενεργοποιούνται μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, όπως σε περίπτωση πανδημίας, βαθιάς ύφεσης, φυσικών καταστροφών ή σοβαρών γεωπολιτικών γεγονότων. Παράλληλα, εξετάζεται να προβλεφθεί ότι ένα σαφώς οριοθετημένο τμήμα του πρωτογενούς πλεονάσματος θα μπορεί να αξιοποιείται για έκτακτες ανάγκες, χωρίς να θεωρείται δημοσιονομική απόκλιση.
Το πολιτικό δίλημμα
Η κυβερνητική επιλογή αναδεικνύει, πάντως, μια εμφανή αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επιδιώκει να εκπέμψει προς τις αγορές, τους οίκους αξιολόγησης και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς το μήνυμα ότι η Ελλάδα αποκτά έναν μόνιμο συνταγματικό μηχανισμό δημοσιονομικής πειθαρχίας, περιορίζοντας τον κίνδυνο δημοσιονομικών εκτροχιασμών ανεξαρτήτως κυβερνήσεων.
Από την άλλη πλευρά, η απόρριψη ενός αυστηρού «γερμανικού» μοντέλου και η πρόθεση ενσωμάτωσης ευρύτερων εξαιρέσεων δείχνουν ότι το πολιτικό σύστημα δεν είναι διατεθειμένο να δεσμευθεί σε έναν πραγματικά άκαμπτο κανόνα. Δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι η επιλογή αυτή υπηρετεί διπλό στόχο: αφενός να αυξήσει τις πιθανότητες συγκέντρωσης των απαιτούμενων 180 ψήφων στην επόμενη Βουλή και αφετέρου να διατηρήσει επαρκή δημοσιονομικό χώρο για τις κυβερνήσεις της επόμενης εκλογικής περιόδου.
Άλλωστε, όπως κατέληξε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, «αυτό που θέλουμε να διασφαλίσουμε είναι ότι καμία κυβέρνηση δεν θα μπορεί να εξαγοράζει το πολιτικό της παρόν υποθηκεύοντας το οικονομικό μέλλον της χώρας», προσθέτοντας ότι «η Ελλάδα δεν πρέπει ποτέ ξανά να οδηγηθεί σε μνημόνια». Το αν ο τελικός σχεδιασμός θα καταφέρει να συνδυάσει την αξιοπιστία με την ευελιξία ή αν οι εξαιρέσεις θα αποδυναμώσουν τον ίδιο τον κανόνα, θα αποτελέσει το βασικό πεδίο της πολιτικής και θεσμικής αντιπαράθεσης στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή.
Πηγή: ot.gr



