Η αντίστροφη μέτρηση για τις εκλογές έχει ήδη αρχίσει, έστω και αν επίσημα η προεκλογική περίοδος δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Τα κόμματα αναδιατάσσουν τις δυνάμεις τους, τα μέτωπα της αντιπαράθεσης ανοίγουν το ένα μετά το άλλο και η οικονομία επιστρέφει στο επίκεντρο της πολιτικής σύγκρουσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΔ έδωσε το σύνθημα της εκλογικής ετοιμότητας, επιμένοντας ότι οι κάλπες θα στηθούν στο τέλος της τετραετίας. Μέχρι τότε, όμως, κάθε οικονομική απόφαση θα αξιολογείται τόσο με όρους ανάπτυξης όσο και με όρους εκλογικής αποτελεσματικότητας, για αυτό και σήμερα θα μιλήσει στην εκδήλωση που διοργανώνει το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για την παρουσίαση του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης 2026-2030.
Το πρώτο μεγάλο crash test αυτής της στρατηγικής θα είναι η ΔΕΘ. Εκεί όπου η πολιτική πίεση για φοροελαφρύνσεις και μέτρα στήριξης συναντά τα στενά όρια που επιβάλλουν οι νέοι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Για πρώτη φορά μετά την έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία, το πραγματικό δίλημμα της κυβέρνησης ειναι πώς θα αξιοποιηθεί το δημοσιονομικό περιθώριο που προκύπτει χωρίς να τεθεί σε αμφισβήτηση η αξιοπιστία που απέκτησε η χώρα απέναντι στις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η τήρηση των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων για την Ελλάδα, δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση απέναντι στις Βρυξέλλες, αλλά πλέον έχει εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής, καθώς επηρεάζει άμεσα την εμπιστοσύνη των αγορών, το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, την πορεία των επιτοκίων και τελικά τον ίδιο τον δημοσιονομικό χώρο που θα διαθέτει κάθε κυβέρνηση για να εφαρμόζει την πολιτική της.
Η αλλαγή αυτή εξηγεί γιατί το οικονομικό επιτελείο εμφανίζεται ιδιαίτερα προσεκτικό απέναντι στις συζητήσεις για το πακέτο της φετινής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης (ΔΕΘ). Οι τελικές αποφάσεις δεν θα ληφθούν μόνο με βάση την υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων ή το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος. Θα εξαρτηθούν από το κατά πόσο οι παρεμβάσεις μπορούν να ενταχθούν στον πολυετή δημοσιονομικό σχεδιασμό χωρίς να διαταράξουν την αξιοπιστία που έχει αποκτήσει η χώρα τα τελευταία χρόνια.
Η νέα λογική των αγορών
Ενδεικτικό του νέου δημοσιονομικού πλαισίου είναι οτι η μεγαλύτερη αλλαγή της τελευταίας πενταετίας αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς αγορές αξιολογούν πλέον το ελληνικό χρέος. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, κάθε μεγάλη διεθνής κρίση προκαλούσε δυσανάλογες διακυμάνσεις στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Η Ελλάδα θεωρούνταν ο πιο ευάλωτος κρίκος της Ευρωζώνης και οι επενδυτές ζητούσαν υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου κάθε φορά που αυξανόταν η αβεβαιότητα. Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική. Οι αντιδράσεις των ελληνικών ομολόγων στα διεθνή σοκ έχουν περιοριστεί αισθητά και η χώρα αντιμετωπίζεται περισσότερο ως μία από τις οικονομίες της ευρωπαϊκής περιφέρειας παρά ως η ειδική περίπτωση που υπήρξε την προηγούμενη δεκαετία.
Η εξέλιξη αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στη μείωση του δημόσιου χρέους ούτε μόνο στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Αντανακλά κυρίως την πεποίθηση των αγορών ότι η Ελλάδα ακολουθεί πλέον μια περισσότερο προβλέψιμη δημοσιονομική πορεία. Με απλά λόγια, οι επενδυτές θεωρούν λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο μιας απότομης δημοσιονομικής εκτροπής και συνεπώς απαιτούν μικρότερο πρόσθετο ασφάλιστρο κινδύνου για να διακρατήσουν ελληνικούς τίτλους.
Οι νέοι κανόνες αλλάζουν τη φιλοσοφία
Η αλλαγή αυτή συμπίπτει με την πλήρη εφαρμογή του νέου ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης. Οι ετήσιοι στόχοι έχουν δώσει τη θέση τους σε πολυετή δημοσιονομικά σχέδια, με βασικό σημείο αναφοράς την πορεία των καθαρών πρωτογενών δαπανών και τη διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η φιλοσοφία των νέων κανόνων είναι διαφορετική από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Δεν αξιολογείται μόνο το αποτέλεσμα κάθε προϋπολογισμού, αλλά και η δυνατότητα μιας χώρας να διατηρεί σταθερή δημοσιονομική πορεία για αρκετά χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα φορολογική ελάφρυνση ή εισοδηματική παρέμβαση εξετάζεται πλέον όχι μόνο ως προς το κόστος της για το επόμενο έτος, αλλά και ως προς τη συμβατότητά της με τον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό. Στο υπουργείο Οικονομικών οι προσομοιώσεις δεν σταματούν στον προϋπολογισμό του 2026. Επεκτείνονται στα επόμενα χρόνια, ώστε να διαπιστωθεί αν κάθε μέτρο μπορεί να χρηματοδοτείται σε μόνιμη βάση χωρίς να δημιουργεί αποκλίσεις από τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις.
Η αξιοπιστία ως δημοσιονομικό κεφάλαιο
Η συνεπής εφαρμογή των δημοσιονομικών στόχων ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, περιορίζει την ευαισθησία των ελληνικών ομολόγων στις διεθνείς αναταράξεις και συμβάλλει στη διατήρηση χαμηλότερου κόστους δανεισμού. Το όφελος δεν περιορίζεται στο Δημόσιο. Επηρεάζει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, των επιχειρήσεων και συνολικά της οικονομίας.
Με αυτόν τον τρόπο η δημοσιονομική αξιοπιστία μετατρέπεται σε ένα άυλο αλλά ιδιαίτερα σημαντικό οικονομικό κεφάλαιο. Όσο ενισχύεται, τόσο διευρύνονται οι δυνατότητες άσκησης οικονομικής πολιτικής. Όσο υπονομεύεται, τόσο περιορίζεται ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος, ανεξάρτητα από την πορεία των φορολογικών εσόδων.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη. Η εμπιστοσύνη των αγορών δεν αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό αλλά αποτέλεσμα της συνέπειας που επιδεικνύει μια χώρα στη δημοσιονομική της πολιτική. Γι’ αυτό και η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, η σταθερή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων παραμένουν βασικές προϋποθέσεις για να διατηρηθεί το κεκτημένο της τελευταίας περιόδου.
Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών δεν έχει τερματίσει τη συζήτηση για τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν υπάρχουν τα δημοσιονομικά περιθώρια για νέες παρεμβάσεις, αλλά και πού πρέπει να κατευθύνονται οι διαθέσιμοι πόροι.
Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση επέλεξε, σε μεγάλο βαθμό, τη χορήγηση στοχευμένων επιδομάτων και έκτακτων ενισχύσεων για την αντιμετώπιση διαδοχικών κρίσεων, από την ενεργειακή ακρίβεια έως το αυξημένο κόστος ζωής. Η πολιτική αυτή λειτούργησε ως αναγκαίο δίχτυ προστασίας σε μια περίοδο αλλεπάλληλων εξωγενών κρίσεων. Ωστόσο, όσο η ελληνική οικονομία επιστρέφει σε συνθήκες μεγαλύτερης σταθερότητας και οι δημοσιονομικές επιδόσεις βελτιώνονται, πληθαίνουν οι φωνές που υποστηρίζουν ότι το μείγμα πολιτικής πρέπει να αρχίσει να αλλάζει.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ένας μεγαλύτερος μέρος του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου θα έπρεπε να κατευθύνεται σε μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις, στη μείωση των βαρών για την εργασία και την επιχειρηματικότητα, στην ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων, της υγείας και της παιδείας ή σε δράσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα της οικονομίας και ενισχύουν το δυνητικό προϊόν. Πρόκειται για μια συζήτηση που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε ένα περιβάλλον όπου οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες επιτρέπουν μεγαλύτερη ευελιξία μόνο εφόσον διατηρείται η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
Με άλλα λόγια, η δημοσιονομική πειθαρχία απαντά στο ερώτημα πόσα μπορεί να δαπανήσει μια οικονομία χωρίς να διαταράξει τη σταθερότητά της. Δεν απαντά όμως από μόνη της στο εξίσου κρίσιμο ερώτημα ποια είναι η καλύτερη αξιοποίηση αυτού του δημοσιονομικού χώρου. Εκεί αρχίζει η πραγματική οικονομική και πολιτική επιλογή κάθε κυβέρνησης.
Η φετινή ΔΕΘ θα αποτελέσει την πρώτη μεγάλη εφαρμογή αυτής της νέας φιλοσοφίας. Το οικονομικό επιτελείο αναμένεται να έχει στα τέλη Αυγούστου πλήρη εικόνα για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, την πορεία των φορολογικών εσόδων, τα αποτελέσματα της τουριστικής περιόδου και τις επικαιροποιημένες προβλέψεις για την ελληνική οικονομία. Πάνω σε αυτά τα δεδομένα θα προσδιοριστεί ο μόνιμος δημοσιονομικός χώρος και θα οριστικοποιηθεί το πακέτο των παρεμβάσεων.
Πηγή: ot.gr



