Του Χάρη Φλουδόπουλου
Η δημόσια συζήτηση γύρω από το κόστος της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector – GSI) επικεντρώνεται συχνά στο συνολικό ύψος της επένδυσης και στις πιθανές επιβαρύνσεις των καταναλωτών. Ωστόσο, σύμφωνα με ανάλυση του καθηγητή Ενεργειακών Συστημάτων του Frederick University και πρώην προέδρου της ΡΑΕΚ, Ανδρέα Πουλλικκά, η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει έναν πολύ πιο σύνθετο μηχανισμό ανάκτησης του κόστους, ο οποίος απέχει σημαντικά από την αντίληψη ότι το σύνολο της επένδυσης μετακυλίεται αυτόματα στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας.
Όπως εξηγεί ο κ. Πουλλικκάς, ο GSI αποτελεί Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI) της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως εκ τούτου διέπεται από συγκεκριμένο κανονιστικό πλαίσιο. Η ανάκτηση του κόστους βασίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: στις ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις, στα έσοδα που δημιουργεί η ίδια η διασύνδεση μέσω της αγοράς ηλεκτρισμού και, μόνο για το υπόλοιπο ποσό, στους μηχανισμούς ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Πρώτα οι επιχορηγήσεις και τα έσοδα της αγοράς
Η ανάλυση επισημαίνει ότι το πρώτο βήμα είναι η αφαίρεση κάθε διαθέσιμης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης από το συνολικό κόστος του έργου. Έτσι, προς ανάκτηση παραμένει μόνο το καθαρό ποσό που δεν έχει καλυφθεί από κοινοτικούς πόρους.
Στη συνέχεια ενεργοποιείται η αγορά ηλεκτρισμού. Σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/943, προτεραιότητα έχουν τα έσοδα που δημιουργούνται από τη διάθεση της διασυνοριακής μεταφορικής ικανότητας (congestion rents). Τα συγκεκριμένα έσοδα χρησιμοποιούνται για να μειώσουν το ποσό που θα πρέπει να ανακτηθεί μέσω των ρυθμιζόμενων χρεώσεων.
Μόνο εφόσον τα έσοδα της αγοράς δεν επαρκούν, ενεργοποιείται ο μηχανισμός διασυνοριακής κατανομής κόστους (Cross Border Cost Allocation – CBCA), που προβλέπεται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/869 για τα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος.
Η λογική του CBCA
Κεντρικό στοιχείο του μηχανισμού είναι ότι το κόστος δεν κατανέμεται ανάλογα με τη γεωγραφική θέση του έργου αλλά με βάση τα οφέλη που αποκομίζει κάθε χώρα.
Αυτός είναι και ο λόγος που, στην περίπτωση της διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, οι δύο εθνικές ρυθμιστικές αρχές αποφάσισαν ότι το επιλέξιμο κόστος του τμήματος Κρήτη – Κύπρος θα επιμερίζεται κατά 63% στην Κύπρο και κατά 37% στην Ελλάδα.
Ο Ανδρέας Πουλλικκάς διευκρινίζει ότι το ποσοστό αυτό δεν σημαίνει πως οι δύο χώρες καταβάλλουν άμεσα τα αντίστοιχα ποσά ούτε ότι η ίδια αναλογία μεταφέρεται αυτόματα στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Αντίθετα, αποτελεί τη βάση για τον επιμερισμό μόνο του κόστους που απομένει μετά την αφαίρεση των επιχορηγήσεων και των εσόδων που δημιουργεί η ίδια η διασύνδεση.
Τα παραδείγματα
Για να εξηγήσει τον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού, ο καθηγητής χρησιμοποιεί τρία ενδεικτικά παραδείγματα.
Στην πρώτη περίπτωση, εάν το επιτρεπόμενο ετήσιο έσοδο που πρέπει να ανακτηθεί ανέρχεται σε 10 εκατ. ευρώ και η αγορά αποφέρει επίσης 10 εκατ. ευρώ από τη λειτουργία της διασύνδεσης, τότε δεν απαιτείται καμία πρόσθετη ανάκτηση μέσω των τιμολογίων.
Στη δεύτερη περίπτωση, εάν τα έσοδα της αγοράς ανέλθουν σε 7 εκατ. ευρώ, απομένει ένα έλλειμμα 3 εκατ. ευρώ. Μόνο αυτό το ποσό επιμερίζεται σύμφωνα με την αναλογία 63%-37%, οδηγώντας σε ανάκτηση περίπου 1,89 εκατ. ευρώ από τη μία πλευρά και 1,11 εκατ. ευρώ από την άλλη.
Στο τρίτο παράδειγμα, εάν τα έσοδα της αγοράς ξεπεράσουν το απαιτούμενο επιτρεπόμενο έσοδο —για παράδειγμα φθάσουν τα 13 εκατ. ευρώ έναντι απαίτησης 10 εκατ.— τότε προκύπτει πλεόνασμα, το οποίο μπορεί να συμψηφιστεί ή να αξιοποιηθεί προς όφελος των χρηστών του συστήματος, χωρίς να δικαιολογείται πρόσθετη επιβάρυνση.
Η τελική επίπτωση στους καταναλωτές
Κατά τον κ. Πουλλικκά, το τελικό αποτέλεσμα για τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας δεν μπορεί να αξιολογηθεί εξετάζοντας μόνο το ύψος της επένδυσης.
Μία διασύνδεση μπορεί να αυξάνει μία επιμέρους ρυθμιζόμενη χρέωση, αλλά ταυτόχρονα να μειώνει σημαντικά το συνολικό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας μέσω χαμηλότερων τιμών χονδρεμπορικής, μεγαλύτερης ασφάλειας εφοδιασμού, περιορισμού των αναγκών για ακριβές εφεδρείες και αποτελεσματικότερης λειτουργίας της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού.
Όπως υπογραμμίζει, η αξιολόγηση του έργου πρέπει να γίνεται με βάση το συνολικό οικονομικό του αποτύπωμα και όχι αποκλειστικά με γνώμονα το κόστος κατασκευής. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο, η σειρά είναι σαφής: πρώτα αφαιρούνται οι επιχορηγήσεις, στη συνέχεια αξιοποιούνται τα έσοδα της αγοράς και μόνο το υπόλοιπο ανακτάται μέσω των εθνικών ρυθμιζόμενων χρεώσεων, με το κόστος να επιμερίζεται μεταξύ των κρατών ανάλογα με τα οφέλη που αποκομίζουν από τη λειτουργία της διασύνδεσης.
Πηγή: capital.gr




