Οι επιθέσεις σε κατοικίες πολιτικών προσώπων και η στοχοποίηση επιχειρηματιών αναδεικνύουν ένα κοινό μοτίβο: την προσπάθεια εκφοβισμού μέσω οργανωμένης βίας και την ανάγκη αποφασιστικής θεσμικής απάντησης
Η βομβιστική επίθεση με γκαζάκια σε κατοικίες στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, η οποία σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία πραγματοποιήθηκε μέσα σε μόλις 17 λεπτά από τους ίδιους δράστες, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο, την επιστροφή πρακτικών πολιτικής βίας που επιχειρούν να εμφανιστούν ως δήθεν μορφή «αγώνα» απέναντι στην εξουσία.
Την ίδια ώρα, στη Λάρισα, βρίσκεται σε εξέλιξη η διερεύνηση της επίθεσης που σημειώθηκε στην οικία του επιχειρηματία Αχιλλέα Νταβέλη. Πρόκειται για δύο διαφορετικές υποθέσεις, οι οποίες εξετάζονται αυτοτελώς από τις αρμόδιες αρχές. Ωστόσο, παρουσιάζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που αξίζει να αναλυθούν.
Το πρώτο κοινό στοιχείο είναι η επιλογή του στόχου. Στη Θεσσαλονίκη στόχος έγιναν πολιτικά πρόσωπα. Στη Λάρισα στόχος υπήρξε ένας επιχειρηματίας που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας ζωής της πόλης, τόσο λόγω της επιχειρηματικής του δραστηριότητας όσο και της ενασχόλησής του με την ΑΕΛ. Και στις δύο περιπτώσεις, η επίθεση δεν στρέφεται μόνο κατά ενός φυσικού προσώπου, αλλά επιδιώκει να στείλει ένα ευρύτερο μήνυμα εκφοβισμού.
Το δεύτερο στοιχείο αφορά τον τρόπο δράσης. Οι δράστες δεν φαίνεται να επιδιώκουν πλέον την ανωνυμία με τον τρόπο που συνέβαινε στο παρελθόν. Αντιθέτως, παρατηρείται μία εμφανής αίσθηση ατιμωρησίας. Οι κινήσεις τους πραγματοποιούνται σε περιοχές που καλύπτονται από πλήθος καμερών ασφαλείας, γεγονός που δημιουργεί την εντύπωση ότι θεωρούν πως μπορούν να επιχειρούν χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί ένδειξη ισχύος. Αντίθετα, αναδεικνύει μια επικίνδυνη κουλτούρα περιφρόνησης απέναντι στους θεσμούς και στις δυνατότητες των διωκτικών αρχών.
Ανεξάρτητα από τα κίνητρα κάθε υπόθεσης, το ζητούμενο είναι κοινό, η βία χρησιμοποιείται ως εργαλείο πολιτικής ή κοινωνικής πίεσης. Και αυτό αποτελεί σοβαρή απειλή για τη δημοκρατική λειτουργία της κοινωνίας.
Η υπόθεση της Λάρισας δεν μπορεί να ιδωθεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αθλητικής αντιπαράθεσης. Τα περιστατικά που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια δείχνουν ότι οι βίαιες ενέργειες δεν μπορούν να αποδοθούν στο φίλαθλο αίσθημα ή στη φυσιολογική διαφωνία γύρω από μια ποδοσφαιρική ομάδα. Αντίθετα, δημιουργείται η εικόνα ότι ορισμένα πρόσωπα, τα οποία εμφανίζονται δημόσια ως οργανωμένοι οπαδοί, αξιοποιούν το ποδόσφαιρο ως πεδίο δράσης για να εκδηλώνουν ευρύτερες αντικοινωνικές ή πολιτικά υποκινούμενες συμπεριφορές, μεταφέροντας τη βία έξω από τα γήπεδα και στρέφοντάς την κατά προσώπων.
Εφόσον προκύψουν αποδείξεις από τις αρμόδιες αρχές, η πλήρης διερεύνηση των διασυνδέσεων και των κινήτρων τους αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Είναι κρίσιμο, όμως, να γίνει ένας σαφής διαχωρισμός. Άλλο πράγμα είναι ο φίλαθλος που διαφωνεί ή διαμαρτύρεται και άλλο όσοι επιλέγουν παράνομες ή βίαιες πρακτικές. Η ταύτιση όλων των φιλάθλων με εγκληματικές συμπεριφορές θα ήταν άδικη και ατεκμηρίωτη. Εάν υπάρχουν οργανωμένες ομάδες ή πρόσωπα που προχωρούν σε έκνομες ενέργειες, αυτό αποτελεί αντικείμενο της αστυνομικής και δικαστικής διερεύνησης.
Η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν οποιοσδήποτε επιχειρεί να επιβάλει τις απόψεις του μέσω απειλών, επιθέσεων ή εκφοβισμού. Είτε ο στόχος είναι ένας πολιτικός, είτε ένας επιχειρηματίας, είτε οποιοσδήποτε πολίτης, η βία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μέσο πολιτικής ή κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Η ελληνική κοινωνία έχει πληρώσει ακριβά, ιστορικά, την ανοχή απέναντι στη βία που εμφανιζόταν με ιδεολογικό μανδύα. Για τον λόγο αυτό, κάθε υπόθεση πρέπει να διερευνάται σε βάθος, με σεβασμό στο κράτος δικαίου, ώστε να αποδίδονται ευθύνες όπου προκύπτουν αποδείξεις και να προστατεύεται η δημόσια ασφάλεια χωρίς γενικεύσεις ή προκαταλήψεις.
Οι επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη και η υπόθεση της Λάρισας υπενθυμίζουν ότι η οργανωμένη βία, ανεξαρτήτως κινήτρων ή στόχου, δεν αποτελεί μορφή πολιτικής έκφρασης αλλά ευθεία πρόκληση προς τη δημοκρατική νομιμότητα. Η απάντηση οφείλει να είναι ψύχραιμη, θεσμική και αποτελεσματική, πλήρης διερεύνηση των υποθέσεων, λογοδοσία όπου προκύπτουν αποδείξεις και ξεκάθαρο μήνυμα ότι κανείς δεν μπορεί να υποκαθιστά τους δημοκρατικούς θεσμούς με πράξεις βίας και εκφοβισμού.
Οι δηλώσεις του υπουργού Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, μετά τις εμπρηστικές επιθέσεις στις κατοικίες στελεχών της Νέας Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σε σχέση με άλλες πρόσφατες υποθέσεις βίας που διερευνώνται από τις αστυνομικές αρχές.
Ο υπουργός έκανε λόγο για δράστες που «παίζουν με τις ανθρώπινες ζωές», υπογραμμίζοντας ότι η απάντηση της Πολιτείας θα είναι «αυστηρή τιμωρία, σύλληψη και παράδοση στη Δικαιοσύνη», ενώ αποκάλυψε ότι, πέραν της υπόθεσης της Θεσσαλονίκης, υπάρχουν και άλλες πρόσφατες υποθέσεις για τις οποίες «θα συλληφθούν σε λίγες μέρες επίσης».
Αν και ο κ. Χρυσοχοΐδης δεν κατονομάζει σε ποια υπόθεση αναφέρεται, η δημόσια αυτή τοποθέτηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκονται σε εξέλιξη αστυνομικές έρευνες και για άλλα περιστατικά στοχοποίησης κατοικιών και προσώπων.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και η υπόθεση της επίθεσης στην οικία του επιχειρηματία Αχιλλέα Νταβέλη στη Λάρισα, για την οποία επίσης διεξάγεται έρευνα από τις αρμόδιες αρχές. Εφόσον δεν υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο υπουργός αναφερόταν συγκεκριμένα στη συγκεκριμένη υπόθεση.
Ωστόσο, η έμφαση που έδωσε στην επικείμενη ολοκλήρωση ερευνών και στις συλλήψεις αποτυπώνει την πρόθεση της ΕΛ.ΑΣ. να κινηθεί αποφασιστικά απέναντι σε κάθε οργανωμένη ενέργεια βίας που στρέφεται κατά προσώπων και κατοικιών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που ο επιχειρηματίας Αχιλλέας Νταβέλης βρίσκεται στο επίκεντρο στοχοποίησης. Τον Μάρτιο του 2021, εν μέσω της πανδημίας COVID-19, όταν ο επιχειρηματίας προχώρησε στην παραγωγή προστατευτικών μασκών στην Ελλάδα, ο ίδιος βρέθηκε μαζί με τον συνέταιρο του, αντιμέτωπος με έντονη δημόσια στοχοποίηση,
Σύμφωνα με όσα είχε καταγγείλει τότε σε δημόσια ανακοίνωσή του, η επίθεση ξεκίνησε με δημοσιεύματα και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ ακολούθησε παρέμβαση αυτοαποκαλούμενης συλλογικότητας στα γραφεία των επιχειρήσεών του και στην οικία του, παρουσία της οικογένειάς του.
Ο κ. Νταβέλης είχε δηλώσει τότε ότι θεώρησε πως η αρχική στοχοποίηση δεν αφορούσε αποκλειστικά τον ίδιο αλλά εντασσόταν σε μια ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση, επισημαίνοντας ότι όταν η δημόσια συκοφάντηση δεν απέδωσε, ακολούθησαν ενέργειες που κατά την άποψή του είχαν σκοπό να τρομοκρατήσουν τον ίδιο και την οικογένειά του.
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί ένα προηγούμενο που δείχνει ότι η δημόσια στοχοποίησή του δεν αποτελεί πρόσφατο φαινόμενο, αλλά έχει καταγραφεί και στο παρελθόν, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα και στα σημερινά περιστατικά που ερευνώνται από τις αρμόδιες αρχές.





