Της Σίσσυς Σταυροπιερράκου
Tην ταχύτερη και πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση σοβαρών υποθέσεων φοροδιαφυγής, ιδίως όταν αυτές συνδέονται με οργανωμένο οικονομικό έγκλημα ή εγκληματική οργάνωση προβλέπει ρύθμιση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Η ρύθμιση επιδιώκει τον συντονισμό φορολογικής και ποινικής διαδικασίας σε υποθέσεις οικονομικού εγκλήματος, ενισχύοντας τη συνεργασία ανάμεσα στην ΑΑΔΕ και τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, ώστε οι φορολογικές παραβάσεις να εντοπίζονται και να τεκμηριώνονται άμεσα. Παράλληλα, προβλέπεται η έκδοση προσωρινού προσδιορισμού φόρου ή προστίμου με διαδικασίες εξπρές ώστε τα φορολογικά στοιχεία να ενσωματώνονται εγκαίρως στην ποινική δικογραφία. Με αυτόν τον τρόπο, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί αποτροπή της φοροδιαφυγής, επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας και αποτελεσματικότερη προστασία των δημοσίων εσόδων.
Διαδικασία φορολογικού ελέγχου
Η διάταξη ρυθμίζει μια ειδική διαδικασία φορολογικού ελέγχου και ποινικής αντιμετώπισης υποθέσεων σοβαρής φοροδιαφυγής, ιδίως όταν αυτές συνδέονται με οργανωμένο οικονομικό έγκλημα ή με εγκληματική οργάνωση. Με τις τροποποιήσεις στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας επιδιώκεται να καθοριστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια ποια υπηρεσία είναι αρμόδια σε κάθε στάδιο, αλλά και να επιταχυνθεί η συνεργασία ανάμεσα στη Φορολογική Διοίκηση, την Α.Α.Δ.Ε., τη Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος και τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της, όταν υπάρχουν στοιχεία που καταδεικνύουν την τέλεση ή την απόπειρα τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση μηνυτήρια αναφορά. Η αναφορά αυτή μπορεί να υποβληθεί είτε από τον Διοικητή της Φορολογικής Διοίκησης, είτε από τα αρμόδια όργανά της, είτε από την αρμόδια υπηρεσία της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος της Ελληνικής Αστυνομίας. Στις περιπτώσεις αυτές η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.
Ιδιαίτερη διαδικασία προβλέπεται όταν υπάρχουν ενδείξεις για κακούργημα φοροδιαφυγής, το οποίο συνδέεται με αυτόφωρο κακούργημα εγκληματικής οργάνωσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 187 του Ποινικού Κώδικα. Σε αυτή την περίπτωση, η Δ.Α.Ο.Ε., κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, μπορεί να προχωρά σε όλες τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, η υπηρεσία συντάσσει πορισματική έκθεση και διαβιβάζει το σχετικό αποδεικτικό υλικό στη Φορολογική Διοίκηση.
Με βάση την πορισματική έκθεση, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει άμεσα προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου ή προσωρινό προσδιορισμό προστίμου. Το έγγραφο αυτό αποστέλλεται στη Δ.Α.Ο.Ε., ώστε να ενσωματωθεί στην ποινική δικογραφία πριν αυτή υποβληθεί στην εισαγγελική αρχή για την άσκηση ποινικής δίωξης. Παράλληλα, ο προσωρινός προσδιορισμός κοινοποιείται στον ελεγχόμενο κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου.
Στη συνέχεια, η Δ.Α.Ο.Ε. ενημερώνει τη Φορολογική Διοίκηση για την ημερομηνία κοινοποίησης στον ελεγχόμενο. Από το σημείο αυτό εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες διαδικασίες, που περιλαμβάνουν τη δυνατότητα του φορολογούμενου να διατυπώσει τις απόψεις του και την έκδοση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή επιβολής προστίμου. Μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου, η οριστική πράξη αποστέλλεται στον αρμόδιο εισαγγελέα, προκειμένου να συμπεριληφθεί στην ποινική δικογραφία.
Η τροπολογία προβλέπει επίσης ότι, μετά το τυπικό πέρας της ανάκρισης, η ποινική διαδικασία αναστέλλεται υποχρεωτικά μέχρι να οριστικοποιηθεί η πράξη της Φορολογικής Διοίκησης ή μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η σχετική απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου. Κατά το διάστημα αυτό αναστέλλεται και η παραγραφή του εγκλήματος. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και σε αντίστοιχους ελέγχους της Α.Α.Δ.Ε. Ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου ή προσωρινός προσδιορισμός προστίμου θα επιδίδεται στον ελεγχόμενο κατά τη διαδικασία του αυτοφώρου.
Πηγή: capital.gr





