Η Ισπανία βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο μιας νέας ενεργειακής επιβάρυνσης που θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα εκατομμύρια οδηγούς, επιχειρήσεις και επαγγελματίες. Στις 30 Ιουνίου λήγει το πακέτο έκτακτων μέτρων που είχε υιοθετήσει η κυβέρνηση για να μετριάσει τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης που προκλήθηκε από τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή. Εάν δεν υπάρξει νέα παράταση, η τιμή των καυσίμων αναμένεται να αυξηθεί αισθητά από την 1η Ιουλίου, επιβαρύνοντας σημαντικά τόσο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς όσο και το κόστος λειτουργίας της οικονομίας.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις αναμένονται στη βενζίνη, όπου η τιμή θα μπορούσε να αυξηθεί έως και κατά 30 λεπτά ανά λίτρο. Αντίστοιχα, το ντίζελ εκτιμάται ότι θα ακριβύνει κατά περίπου 23 λεπτά το λίτρο. Πρόκειται για μια μεταβολή που μπορεί να φαίνεται μικρή σε πρώτη ανάγνωση, αλλά μεταφράζεται σε σημαντική οικονομική επιβάρυνση όταν υπολογιστεί σε μηνιαία ή ετήσια βάση.
Η αιτία βρίσκεται στην ταυτόχρονη κατάργηση δύο βασικών φορολογικών ελαφρύνσεων. Η πρώτη αφορά την επαναφορά του ΦΠΑ στα καύσιμα από το μειωμένο 10% στο κανονικό 21%. Η δεύτερη σχετίζεται με την κατάργηση της προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Υδρογονανθράκων, ενός μέτρου που είχε εφαρμοστεί για να περιοριστούν οι επιπτώσεις της διεθνούς ενεργειακής κρίσης.
Για τον μέσο οδηγό, η αλλαγή θα γίνει άμεσα αισθητή. Οι υπολογισμοί των πρατηριούχων δείχνουν ότι ένα τυπικό γέμισμα 50 λίτρων σε βενζινοκίνητο όχημα θα κοστίζει περίπου 15 ευρώ περισσότερο σε σχέση με σήμερα. Για τα πετρελαιοκίνητα οχήματα η πρόσθετη επιβάρυνση υπολογίζεται κοντά στα 11 ευρώ ανά ανεφοδιασμό. Σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός εξακολουθεί να πιέζει τα εισοδήματα, η αύξηση αυτή αναμένεται να προκαλέσει νέες ανησυχίες για το κόστος ζωής.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στους ιδιώτες. Ο κλάδος των οδικών μεταφορών θεωρείται ο μεγάλος χαμένος μιας πιθανής λήξης των μέτρων. Οι εταιρείες logistics, οι μεταφορείς και οι επαγγελματίες οδηγοί εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο κίνησης και κάθε αύξηση μεταφέρεται άμεσα στο κόστος μεταφοράς προϊόντων. Το ίδιο ισχύει και για τη γεωργία, την αλιεία και τις κατασκευές, τομείς που καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες καυσίμων και ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένα λειτουργικά έξοδα.
Η ανησυχία είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή οι διεθνείς αγορές ενέργειας παραμένουν ευάλωτες στις γεωπολιτικές εξελίξεις. Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει δημιουργήσει αβεβαιότητα για την προσφορά πετρελαίου και τις θαλάσσιες μεταφορές, ενώ οι αγορές παρακολουθούν στενά κάθε νέα ένταση που θα μπορούσε να επηρεάσει την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Σε αυτό το περιβάλλον, η άρση των φορολογικών ελαφρύνσεων θα μπορούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Η κυβέρνηση της Ισπανίας αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο παράτασης των μέτρων, εφόσον κρίνει ότι οι κίνδυνοι για την ενεργειακή αγορά παραμένουν υψηλοί. Ωστόσο, μια τέτοια απόφαση προϋποθέτει πολιτική συμφωνία και κοινοβουλευτική στήριξη, γεγονός που καθιστά το ζήτημα και πολιτικό, πέρα από οικονομικό.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Εάν δεν υπάρξει νέα παρέμβαση, η Ισπανία θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα νέο κύμα ενεργειακής ακρίβειας που δεν θα επηρεάσει μόνο τα πρατήρια καυσίμων, αλλά ολόκληρη την οικονομία. Οι αυξήσεις στο κόστος μεταφορών και παραγωγής θα μπορούσαν να περάσουν στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών, δημιουργώντας έναν νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων σε μια περίοδο που η χώρα προσπαθεί ακόμη να επιστρέψει σε συνθήκες οικονομικής κανονικότητας.
Πηγή: tanea.gr




