ΔΕΘ 2026: Τα μέτρα και η προεκλογική εξίσωση του Μαξίμου –

Πλούσιοι: Εγκαταλείπουν τη Γαλλία και τη Βρετανία και έρχονται Ελλάδα

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα
στα αποτελέσματα αναζήτησης

Πρόσθεσε το formedia.gr στη Google

Η φετινή ΔΕΘ αντιμετωπίζεται στην κυβέρνηση ήδη ως το πρώτο μεγάλο ορόσημο του προεκλογικού κύκλου που οδηγεί στις κάλπες, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αναζητά ένα πακέτο που θα μπορεί να μιλήσει ταυτόχρονα στη μεσαία τάξη, στους επαγγελματίες, στους συνταξιούχους, στους μισθωτούς και στην αγορά. Το διαθέσιμο ποσό ξεκινά, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, από περίπου 1 δισ. ευρώ και μπορεί να κινηθεί υψηλότερα εφόσον η πορεία των εσόδων, ο τουρισμός και η εικόνα του πληθωρισμού οδηγήσουν σε μεγαλύτερη δημοσιονομική ευχέρεια στα τέλη Αυγούστου.

Η πολιτική δυσκολία δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος του πακέτου, αλλά κυρίως στο πώς θα μοιραστεί. Η κυβέρνηση θέλει να δείξει ότι η ανάπτυξη επιστρέφει στην κοινωνία, αποφεύγοντας ταυτόχρονα όμως την εικόνα παροχολογίας που θα μπορούσε να ανησυχήσει τις Βρυξέλλες και τις αγορές. Η Κομισιόν στην πρόσφατη έκθεση της κατέγραψε ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται πλέον σε καθεστώς μακροοικονομικών ανισορροπιών, μια πολιτικά χρήσιμη εξέλιξη για την Αθήνα, επιμένοντας όμως στη συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτή η διπλή ανάγνωση ορίζει και τα περιθώρια της ΔΕΘ, για περισσότερα μέτρα, αλλά με μόνιμο κόστος που θα μπορεί να ενταχθεί στους μεσοπρόθεσμους στόχους.

Η κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Μέση Ανατολή, προσθέτει έναν ακόμη βαθμό αβεβαιότητας. Ο υψηλότερος πληθωρισμός ενισχύει τα φορολογικά έσοδα μέσα από ΦΠΑ και κατανάλωση, αυξάνει όμως ταυτόχρονα το κόστος των συντάξεων, των μισθών και των μέτρων ανακούφισης. Η Τράπεζα της Ελλάδος βλέπει πλέον τον πληθωρισμό του 2026 στο 3,8%, στοιχείο που αλλάζει τις ασκήσεις για τον κατώτατο μισθό, τις συντάξεις και την πραγματική αξία κάθε φοροελάφρυνσης που θα ανακοινωθεί.

Η δεξαμενή των επαγγελματιών και των επιχειρήσεων

Η πιο ώριμη ομάδα παρεμβάσεων αφορά τους ελεύθερους επαγγελματίες, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νομικά πρόσωπα. Στο τραπέζι βρίσκονται η μείωση της προκαταβολής φόρου, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, διορθώσεις στο τεκμαρτό σύστημα των αυτοαπασχολουμένων και σε δεύτερο χρόνο, πιθανή μείωση του φορολογικού συντελεστή στα επιχειρηματικά κέρδη από το 22% στο 20%.

Η προκαταβολή φόρου θεωρείται το δυσκολότερο τεχνικά μέτρο, επειδή φέρνει σημαντικά έσοδα στον προϋπολογισμό. Σήμερα οι επιχειρήσεις προκαταβάλλουν το 80% του φόρου εισοδήματος και οι επαγγελματίες το 55%, με την αγορά να πιέζει για ένα νέο, κλιμακωτό σύστημα που θα ελαφρύνει περισσότερο τους μικρούς και λιγότερο τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Η πλήρης κατάργηση δεν θεωρείται ρεαλιστική, καθώς το δημοσιονομικό κόστος θα απορροφούσε μεγάλο μέρος του πακέτου, όμως η μείωση για τους επαγγελματίες κοντά ή κάτω από το 40% και η αποκλιμάκωση για μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στις ασκήσεις που «τρέχει» το οικονομικό επιτελείο.

Η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα έχει ισχυρό συμβολισμό, καθώς πρόκειται για μνημονιακό βάρος που εξακολουθεί να επιβάλλεται ανεξάρτητα από το αν μια επιχείρηση έχει κέρδη ή ζημίες. Το κόστος υπολογίζεται περίπου στα 240 εκατ. ευρώ ετησίως και η κυβέρνηση το εξετάζει ως παρέμβαση που μπορεί να παρουσιαστεί ως συνέχεια της απομάκρυνσης παλαιών φορολογικών επιβαρύνσεων. Παράλληλα, η συζήτηση για αλλαγές στο τεκμαρτό σύστημα των επαγγελματιών έχει πιο ευαίσθητο πολιτικό χαρακτήρα, καθώς το σημερινό πλαίσιο αποφέρει περίπου 600 εκατ. ευρώ πρόσθετα έσοδα και αποτέλεσε κεντρικό εργαλείο στην προσπάθεια περιορισμού της φοροδιαφυγής. Το πιθανότερο σενάριο δεν είναι η άμεση κατάργηση, αλλά διορθώσεις που θα περιορίζουν τις αδικίες και θα επιτρέπουν στην κυβέρνηση να απαντήσει στη δυσαρέσκεια που εκφράζεται, χωρίς να υπονομεύσει το αφήγημα της φορολογικής συμμόρφωσης.

Μισθοί, εισφορές και το κόστος του πληθωρισμού

Η δεύτερη δεξαμενή μέτρων αφορά την εργασία. Η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί για κατώτατο μισθό που θα υπερβεί τα 950 ευρώ έως το 2027, όμως η νέα άνοδος του πληθωρισμού αλλάζει το πολιτικό βάρος αυτής της υπόσχεσης. Με μέσο πληθωρισμό κοντά στο 4% στο πρώτο πεντάμηνο, η αύξηση που δόθηκε την άνοιξη του 2026 έχει ήδη χάσει μεγάλο μέρος της πραγματικής της αξίας. Αυτό τροφοδοτεί εισηγήσεις για υψηλότερη αναπροσαρμογή το 2027, με προφανή επίπτωση και στο Δημόσιο, καθώς οι αυξήσεις των δημοσίων υπαλλήλων συνδέονται πλέον με την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Στο ίδιο πακέτο εξετάζεται νέα μείωση εργοδοτικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, με ετήσιο κόστος περίπου 245 εκατ. ευρώ. Οι εργοδοτικοί φορείς πιέζουν για μεγαλύτερη μείωση, κοντά στη μία μονάδα, ώστε να απορροφηθεί μέρος του κόστους από κατώτατο μισθό, τριετίες και κλαδικές συμβάσεις. Το υπουργείο Οικονομικών αντιμετωπίζει τη μείωση εισφορών ως μέτρο με αναπτυξιακό χαρακτήρα, γνωρίζει όμως ότι κάθε μόνιμη παρέμβαση στο μη μισθολογικό κόστος δημιουργεί επαναλαμβανόμενη δημοσιονομική υποχρέωση.

Συνταξιούχοι και η νέα κοινωνική εξίσωση

Οι συνταξιούχοι θα αποτελέσουν σχεδόν βέβαια μία από τις βασικές ομάδες του πακέτου. Η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς από το 2027 επιτρέπει για πρώτη φορά να μπουν όλοι στον κύκλο των αυξήσεων, ενώ ο υψηλότερος πληθωρισμός ανεβάζει αυτόματα τον συντελεστή αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων. Αν οι προβλέψεις της ΤτΕ επαληθευθούν, η αύξηση μπορεί να κινηθεί υψηλότερα από τις αρχικές παραδοχές του προϋπολογισμού, δημιουργώντας πρόσθετο κόστος αλλά και πολιτικό χώρο για να παρουσιαστεί ως έμπρακτη στήριξη απέναντι στην ακρίβεια.

Στο τραπέζι βρίσκονται ακόμη η ενίσχυση του ετήσιου επιδόματος των 300 ευρώ, η σταδιακή μετατροπή του σε πιο μόνιμο μηχανισμό εισοδηματικής στήριξης, αλλά και παρεμβάσεις στην Εισφορά Αλληλεγγύης, όπως και αλλαγές στις συντάξεις χηρείας ώστε να αποφευχθούν περικοπές μετά την τριετία σε περιπτώσεις εργασίας ή λήψης ίδιας σύνταξης. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι πρόκειται για πληθυσμιακή ομάδα με υψηλή πολιτική σημασία και μεγάλο βαθμό ευαισθησίας στην ακρίβεια, ιδίως στα τρόφιμα, στα φάρμακα και στην ενέργεια.

Στεγαστικό, ενοίκια και ακίνητα

Το στεγαστικό είναι το μέτωπο που συνδέει κοινωνική πίεση, φορολογική πολιτική και πολιτική απήχηση στη νεότερη γενιά. Στο τραπέζι βρίσκονται νέες διορθώσεις στον ΕΝΦΙΑ, φορολογικές ελαφρύνσεις για εισοδήματα από ενοίκια και ένα πιθανό «Σπίτι μου ΙΙΙ» με πιο ευέλικτα κριτήρια. Η κυβέρνηση αναζητά μέτρα που θα αυξήσουν τη δηλωμένη προσφορά κατοικιών, θα περιορίσουν τα αδήλωτα εισοδήματα και θα δώσουν σήμα παρέμβασης σε μια αγορά όπου τα ενοίκια έχουν γίνει βασικός παράγοντας συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η δυσκολία είναι ότι οι φοροελαφρύνσεις στους ιδιοκτήτες δεν μεταφράζονται αυτόματα σε χαμηλότερα ενοίκια. Για αυτό και στο οικονομικό επιτελείο εξετάζονται παρεμβάσεις που θα συνδέουν την ελάφρυνση με δηλωμένα εισοδήματα, μακροχρόνιες μισθώσεις ή επαναφορά κλειστών κατοικιών στην αγορά.

Το πακέτο θα κλειδώσει στα τέλη Αυγούστου, όταν το οικονομικό επιτελείο θα έχει καθαρότερη εικόνα για τα τουριστικά έσοδα, τις φορολογικές εισπράξεις, τις τιμές ενέργειας και τον δημοσιονομικό χώρο. Το Μαξίμου θέλει μια δέσμη μέτρων που να φαίνεται στην τσέπη χωρίς να δίνει την εικόνα προεκλογικής υπέρβασης. Οι Βρυξέλλες θα εξετάσουν κυρίως τη μονιμότητα του κόστους, οι αγορές τη συνέχιση της πειθαρχίας και οι πολίτες την πραγματική επίδραση στο εισόδημα.

Πηγή: ot.gr

Facebook
Twitter
Telegram
WhatsApp
Email

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ