Σε μια εποχή που οι συγκρούσεις αυξάνονται, πόσο ασφαλείς μπορούν να αισθάνονται οι πολίτες μιας χώρας, δίχως μαχητικά αεροσκάφη, με μόνο 6 περιπολικά σκάφη και έναν στρατό που αριθμεί μόλις κάτι παραπάνω από 6.000 άτομα; Μάλλον όχι και τόσο. Η Ιρλανδία για να λύσει αυτό το πρόβλημα κατέφυγε σε μια το λιγότερο αμφιλεγόμενη λύση.
Με δεδομένο ότι η Ιρλανδία δεν έχει πολλές ελπίδες να διαχειριστεί μόνη της την ασφάλειά της, το Δουβλίνο ανακοίνωσε πρόσφατα ότι επιδιώκει τη συνεργασία με το Γαλλικό Ναυτικό, ώστε να της παρέχει προσωρινή αεράμυνα κατά τη διάρκεια σημαντικών συνεδριάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, καθώς τον επόμενο μήνα πρόκειται να αναλάβει την εκ περιτροπής προεδρία.
«Η Ιρλανδία αδυνατεί να προστατεύσει τον εαυτό της, τα χωρικά της ύδατα και τις υποθαλάσσιες υποδομές που περιβάλλουν το νησί και από τις οποίες εξαρτώνται οι διατλαντικές επικοινωνίες» αναφέρει ο Όουεν Ντρέι, πολιτικός αναλυτής στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών Βίλφριντ Μάρτενς, χαρακτηρίζοντας την Ιρλανδία επί μακρόν «τζαμπατζή» στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας.
Προτεκτοράτο είναι ένα κράτος που διατηρεί τυπικά την κυριαρχία του, ενώ εκχωρεί τον έλεγχο της ασφάλειάς του σε έναν ισχυρότερο προστάτη.
Επισήμως ουδέτερη και δαπανώντας μόλις το 0,22% του ΑΕΠ της για τις ένοπλες δυνάμεις το 2025, η χώρα είναι κυριολεκτικά ανυπεράσπιστη. Τον Ιανουάριο, Δουβλίνο και Παρίσι υπέγραψαν ένα κοινό στρατηγικό πλαίσιο συνεργασίας με ορίζοντα το 2030. Τον Φεβρουάριο ακολούθησε συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας που καλύπτει κοινή εκπαίδευση, ανταλλαγή πληροφοριών και άλλους τομείς.
Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Ντρέι σε ανάλυσή του στο Foreign Policy, το σημαντικότερο είναι ότι η Ιρλανδία ανέθεσε σχεδόν εξ ολοκλήρου στη Γαλλία τη διαχείριση των στρατιωτικών της προμηθειών, συμπεριλαμβανομένου του νομικού, διοικητικού και υλικοτεχνικού ελέγχου.
«Υπό την ομπρέλα των νέων συνθηκών, Ιρλανδία και Γαλλία οριστικοποιούν μια σειρά επιμέρους διακρατικών συμφωνιών προμηθειών (G2G). Στην πράξη, η ιρλανδική κυβέρνηση αναθέτει στη Γαλλία να διαπραγματεύεται, να εκτελεί και να υπογράφει συμβάσεις για κρίσιμο στρατιωτικό εξοπλισμό εξ ονόματός της» σημειώνει ο Ντρέι.
Η Γαλλία θα επιλέγει τον προμηθευτή, θα καθορίζει τα χρονοδιαγράμματα και θα ορίζει τους οικονομικούς όρους, χωρίς διαγωνιστική διαδικασία, χωρίς ανεξάρτητη τεχνική αξιολόγηση από την Ιρλανδία και χωρίς μηχανισμό ελέγχου του κατά πόσο η χώρα λαμβάνει πραγματική αξία για τα χρήματά της. Το Παρίσι θα ελέγχει επίσης τη συντήρηση και τις αλυσίδες εφοδιασμού που απαιτούνται για τη μακροχρόνια χρήση αυτού του εξοπλισμού, ενώ ταυτόχρονα θα αναλαμβάνει την εκπαίδευση των αντίστοιχων ιρλανδικών δυνάμεων.
Το έλεος των γαλλικών εταιρειών
Η Direction Générale de l’Armement (DGA) της Γαλλίας, της οποίας ο επίσημος σκοπός είναι ο εξοπλισμός των γαλλικών ενόπλων δυνάμεων και η προώθηση των γαλλικών εξαγωγών οπλικών συστημάτων, διαχειρίζεται πλέον τον επανεξοπλισμό της Ιρλανδίας. Ο Μάρτενς επισημαίνει και τους κινδύνους οι γαλλικές επιχειρήσεις να είναι οι αποκλειστικοί ωφελημένοι από τις αγορές του Δουβλίνου, λόγω της γαλλικής παράδοσης χρήσης των αμυντικών προμηθειών ως εργαλείου βιομηχανικής πολιτικής.
Ήδη η Thales είχε επιλεγεί τον Ιούνιο του 2025 για να προμηθεύσει το ιρλανδικό ναυτικό με το πρώτο του σόναρ, για τον εντοπισμό εχθρικών υποβρυχίων. Τον Δεκέμβριο του 2025, η ιρλανδική κυβέρνηση ενέκρινε επίσης την έναρξη διαπραγματεύσεων με το Παρίσι για ένα σύστημα ραντάρ αξίας 500 εκατ. ευρώ, δίχως δημόσιο διαγωνισμό ή ανταγωνιστική διαδικασία υποβολής προσφορών.
«Ουσιαστικά, η γαλλική κυβέρνηση αποφασίζει ποιο σύστημα ραντάρ ταιριάζει καλύτερα στην Ιρλανδία και ποια γαλλική εταιρεία θα λάβει το συμβόλαιο».
Τον Φεβρουάριο υπογράφηκε μια ακόμη διακρατική συμφωνία με τη Γαλλία για την αγορά τεθωρακισμένων οχημάτων Griffon, Jaguar και Serval αξίας έως και 800 εκατομμυρίων ευρώ, η μεγαλύτερη επένδυση στην ιστορία του ιρλανδικού στρατού.
«Η εξάρτηση της Ιρλανδίας από τη Γαλλία έχει γίνει σχεδόν αποκλειστική» υπογραμμίζει ο Όουεν Ντρέι «υπονομεύοντας τη στρατιωτική και στρατηγική ανεξαρτησία της χώρας». «Η Γαλλία δεν χρειάζεται να απειλήσει ανοιχτά την Ιρλανδία. Την επόμενη φορά που το Δουβλίνο θα εμποδίσει μια γαλλική προτεραιότητα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Παρίσι θα μπορούσε απλώς να καθυστερήσει μια σύμβαση συντήρησης οπλικών συστημάτων ή έναν κύκλο αναβάθμισης».
«Προτεκτοράτο»
Για τη Γαλλία, η Ιρλανδία αποτελεί επίσης ένα χρήσιμο κράτος-πελάτη για την προώθηση του διαχρονικού στρατηγικού της στόχου περί ευρωπαϊκής αμυντικής κυριαρχίας υπό γαλλική ηγεσία. Η Ιρλανδία εντάσσεται στις γαλλικές προσπάθειες δημιουργίας ενός δικτύου διμερών αμυντικών συνεργασιών παράλληλων προς το ΝΑΤΟ (Γαλλία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο), βασισμένων στη γαλλική ηγεσία, στον γαλλικό εξοπλισμό και στη γαλλική στρατιωτική αντίληψη.
Ένας επιπλέον ανησυχητικός παράγοντας από την εξέλιξη αυτή είναι πως η Ιρλανδία θα έχει περιορισμένη εμπλοκή στην παραγωγή. Ήδη ο Ντρέι αναφέρει το παράδειγμα της βελγικής βιομηχανίας που περιορίζεται στη συναρμολόγηση οχημάτων και στην παραγωγή ορισμένων πρόσθετων οπλικών συστημάτων. «Η εμπειρία του Βελγίου θα έπρεπε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση για το Δουβλίνο. Τον Απρίλιο του 2025, το Βελγικό Ελεγκτικό Συνέδριο διαπίστωσε ότι η σύμβαση για 442 γαλλικά τεθωρακισμένα οχήματα θα κοστίσει σχεδόν 10 φορές περισσότερο από την αρχική εκτίμηση» με τα βελγικά ΜΜΕ να κάνουν λόγο και για έλλειψη διαφάνειας όσον αφορά τις τιμές και τους όρους από τη γαλλική πλευρά.
«Έχοντας φτάσει στο αδιέξοδο της μακροχρόνιας αμυντικής αδράνειας, η Ιρλανδία επέλεξε πλέον να μετατραπεί σε γαλλικό προτεκτοράτο» καταλήγει ο πολιτικός αναλυτής.
Πηγή: in.gr




