«Η κοινή ανθρώπινη υπόσταση συνδέει τον ιστορικό με το ανθρώπινο υποκείμενο – εδώ φτάνουμε στα όρια της τεχνητής νοημοσύνης. Και αυτό μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε πόσο πολύτιμος είναι ο τρόπος σκέψης για τη θέση μας στον κόσμο». Ο Μαρκ Μαζάουερ δεν είναι μόνο καθηγητής Ιστορίας στο Κολούμπια αλλά και διευθυντής του Ινστιτούτου Ιδεών και Φαντασίας του πανεπιστημίου αυτού. Και χρειάζονται πολλές ιδέες και φαντασία για να κατανοήσουμε αυτή τη νέα, τεχνολογικά, εποχή στην οποία βρισκόμαστε.
Μας μιλάει για την Ελλάδα που βλέπει να εξελίσσεται από τη δεκαετία του ’70 όταν πρωτοήρθε στη χώρα μας, για την «πολύ νέα φάση» στην οποία έχει μπει η διεθνής κοινότητα και για την τεχνητή νοημοσύνη. Γι’ αυτήν θα μιλήσει και την ερχόμενη Τετάρτη στο SNF Nostos του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Οπως λέει χαρακτηριστικά «όσοι ισχυρίζονται ότι καταλαβαίνουν την τεχνητή νοημοσύνη δεν φαίνεται να έχουν πολύ ασφαλή κατανόηση για την ακαταστασία της ανθρώπινης ύπαρξης».
Στο έργο σας, αναλύετε πώς οι μεγάλες κρίσεις και οι ιδεολογικές μετατοπίσεις αναδιαμορφώνουν τις κοινωνίες. Σήμερα, η Γενική Τεχνητή Νοημοσύνη συχνά παρουσιάζεται ως απειλή για την ανθρώπινη μοναδικότητα. Υπάρχουν ιστορικές αναλογίες – όπως η έλευση της τυπογραφίας ή της φωτογραφίας – όπου η ανθρωπότητα ένιωθε ότι έχανε το μονοπώλιό της στη δημιουργικότητα; Τι μπορεί να μας διδάξει σήμερα η διαχείριση αυτών των προηγούμενων μεταβάσεων;
Μπορεί κανείς να σκεφτεί ορισμένες μεταβάσεις που φαινόταν να απειλούν πτυχές της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Για παράδειγμα, όταν πρώτα η τυπογραφία και στη συνέχεια οι γραφομηχανές αντικατέστησαν τον χειρόγραφο λόγο, υπήρχαν εκείνοι που ανησυχούσαν ότι επρόκειτο για μια αλλαγή προς το χειρότερο. Η τεράστια σημασία, παραδείγματος χάριν, που αποδιδόταν στην καλλιγραφία στις μουσουλμανικές κοινωνίες στο παρελθόν φαινόταν να διακυβεύεται. Ή, για να πάρουμε ένα άλλο παράδειγμα, αν και η έλευση της φωτογραφίας δεν έκανε αρχικά τους καλλιτέχνες να ανησυχούν – στην πραγματικότητα θεωρούσαν τη φωτογραφία ως φτωχό συγγενή ή χρήσιμο βοήθημα για τους καλλιτέχνες – με την πάροδο του χρόνου άλλαξε τη θέση όχι μόνο της ζωγραφικής αλλά ακόμη περισσότερο της χαρακτικής και οι δεξιότητες που σχετίζονται, ας πούμε, με την παραγωγή χαλκογραφιών, άρχισαν να εξαφανίζονται.
Αμφιβάλλω αν θα βρει κανείς πολλούς καλλιτέχνες σήμερα με το επίπεδο δεξιοτήτων του μέσου χαράκτη χαλκογραφιών της δεκαετίας του 1860. Και πηγαίνοντας πιο πίσω, μπορεί κανείς να σκεφτεί πολλά άλλα παραδείγματα όπου οι ανθρώπινες δεξιότητες έσβησαν επειδή μπορούσαν εύκολα να μηχανοποιηθούν. Παρ’ όλ’ αυτά, είναι πολύ δύσκολο να σκεφτεί κανείς μια αναλογία με την καταστροφική επίδραση που υπόσχεται να έχει η τεχνητή νοημοσύνη στην ίδια μας την αντίληψη για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Ως ιστορικός, η επιστήμη σας βασίζεται στην αποκάλυψη αληθειών από κατακερματισμένα αρχεία και ανθρώπινες μαρτυρίες. Η τεχνητή νοημοσύνη, αντίθετα, εκπαιδεύεται με βάση υπάρχοντα δεδομένα, μελετώντας στατιστικούς μέσους όρους και εξομαλύνοντας αντιφάσεις. Ανησυχείτε ότι η μαζική υιοθέτηση της ΤΝ στη γραφή και την τέχνη θα ομογενοποιήσει την πολιτιστική μας μνήμη, σβήνοντας τις ριζοσπαστικές ή μειονοτικές φωνές που ιστορικά πυροδοτούν δημιουργικές εξεγέρσεις;
Για τι μιλάει κάποιος όταν μιλάει για την τεχνητή νοημοσύνη; Είμαι σίγουρος ότι έχω μόνο μια αμυδρή ιδέα. Και αυτό είναι μέρος του προβλήματος. Ολοι μας ωθούμαστε να μιλήσουμε για κάτι που δεν καταλαβαίνουμε πραγματικά. Ακόμα και πολλοί από εκείνους που μπορεί να ισχυρίζονται ότι καταλαβαίνουν τι είναι η τεχνητή νοημοσύνη και τι μπορεί να γίνει, δεν φαίνεται να έχουν πολύ ασφαλή κατανόηση για την ακαταστασία της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν είναι τυχαίο ότι η φιλοσοφία του ωφελιμισμού ήταν τόσο δημοφιλής στη Σίλικον Βάλεϊ. Είναι ένας τρόπος σκέψης για τις ηθικές αξίες και τις αποφάσεις που τις καθιστά μετρήσιμες ποσοτικά.
Η ακαταστασία της ανθρώπινης ύπαρξης είναι κάτι που σκέφτονται οι ιστορικοί. Διότι, παρόλο που μπορούμε να σκεφτούμε την Ιστορία με όρους συλλογικών δυνάμεων και μαζικών κινήσεων λαών, ουσιαστικά δεν μπορεί κανείς να γράψει Ιστορία χωρίς συνείδηση της μοναδικότητας κάθε ατόμου. Ολο και περισσότερο, ίσως σε απάντηση σε ό,τι συμβαίνει στον πολιτισμό μας, οι ιστορικοί απευθύνονται στα είδη ερωτημάτων που κάποτε άφηναν στους μυθιστοριογράφους – τι διαμορφώνει ένα άτομο, ποιο αμάλγαμα ιδιωτικών και δημόσιων δυνάμεων λειτουργεί, πώς αναδύονται οι προσωπικότητές του και τι συνδέει τη συναισθηματική του ζωή, τις ευαισθησίες του με τις πράξεις του στον κόσμο. Ηταν ο μεγάλος γερμανός στοχαστής Βίλχελμ φον Χούμπολτ που είπε το 1819: «Το κεντρικό στοιχείο σε κάθε δραστηριότητα που περιέχει κάτι από τη ζωή είναι ακριβώς αυτό που αψηφά τον υπολογισμό».
Να το θέσω διαφορετικά: αυτό που κάνει την Ιστορία ασυνήθιστη είναι ότι αποτελεί ένα είδος επιστήμης στην οποία ο ανθρώπινος ερευνητής – ο ιστορικός – εκπαιδεύει την προσοχή του στο ανθρώπινο υποκείμενο. Η κοινή ανθρώπινη υπόσταση συνδέει έτσι τον μελετητή με το υποκείμενο: δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Εδώ φτάνουμε στα όρια σε ό,τι μπορούν να βοηθήσουν τα συγκεντρωτικά μεγάλα γλωσσικά μοντέλα. Κατά κάποιον τρόπο, μπορεί να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε πόσο πολύτιμος είναι αυτός ο τρόπος σκέψης για τη θέση μας στον κόσμο.
Στο «Κυβερνώντας τον κόσμο», εντοπίζετε την ιστορία των διεθνών θεσμών και την επιθυμία ρύθμισης των παγκόσμιων δυνάμεων. Σήμερα, η δημιουργική και παραγωγική δύναμη της τεχνητής νοημοσύνης συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων ιδιωτικών τεχνολογικών γιγάντων. Πώς μπορεί η διεθνής κοινότητα να δημιουργήσει αποτελεσματικά πλαίσια για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και της πνευματικής ιδιοκτησίας από την ανεξέλεγκτη εξαγωγή αλγορίθμων;
Είναι δύσκολο να είσαι αισιόδοξος. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη να βρεθεί ένα διεθνές πλαίσιο για να σταματήσει μια κούρσα προς τα κάτω είναι προφανής. Κι όμως, η ιστορία των διεθνών θεσμών δεν εμπνέει εμπιστοσύνη. Κινδυνεύουμε να σπαταλήσουμε τα μαθήματα δύο παγκοσμίων πολέμων. Στα μέσα του 20ού αιώνα, υπήρχε μεγάλη πίστη στην ικανότητα της διεθνούς συνεργασίας και, ενώ σύντομα κατανοήσαμε τα όριά της, παρ’ όλ’ αυτά, επιτεύχθηκαν σημαντικές συμφωνίες σε πολλούς τομείς. Τη δεκαετία του 1990, οι πολιτικοί παρέδωσαν μεγάλο μέρος της στρατηγικής τους ικανότητας χάραξης πολιτικής στην αγορά – ειδικά στις χρηματοπιστωτικές αγορές – και παρά το σοκ της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, δεν επιδίωξαν να την ανακτήσουν. Ισως η Ευρωπαϊκή Ενωση να είναι ένα πιο ρεαλιστικό πλαίσιο για περιορισμένη διεθνή συνεργασία σε αυτόν τον τομέα.
Η ΕΕ υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά υπάρχει και ένα θετικό στοιχείο σε αυτό. Δεν υπάρχει πραγματικό αντίστοιχο εντός της Ευρώπης με την τεράστια δύναμη άσκησης πίεσης από τις μεγάλες βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένης τώρα της τεχνητής νοημοσύνης, που διαμορφώνει τόσο μεγάλο μέρος της κυβερνητικής πολιτικής όσο στην Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα, η Ιστορία έχει ενισχύσει στο ευρωπαϊκό κοινό την αίσθηση ενός κοινού κοινωνικού αγαθού ως κάτι για το οποίο αξίζει να αγωνιστούμε. Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να φανταστούμε μια συντονισμένη ευρωπαϊκή απάντηση, σύμφωνα με τις γραμμές που υποστήριξε πρόσφατα ο Μάρτιν Γουλφ στους Financial Times, στη διεθνή ρύθμιση της τεχνητής νοημοσύνης, η οποία θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μπούσουλας κανόνων παγκοσμίως. Αλλά για να συμβεί αυτό, η ανησυχία για το πού οδεύει η τεχνητή νοημοσύνη θα πρέπει να μεταφραστεί σε αποτελεσματική πολιτική πίεση. Φαίνεται ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που ξεπερνά τις συνήθεις γραμμές Αριστεράς – Δεξιάς και γίνεται αρκετά αισθητό.
Στο βιβλίο – ορόσημο «Σκοτεινή Ηπειρος», αναλύσατε τον θρίαμβο και την πτώση της δημοκρατίας στον 20ό αιώνα. Βλέπετε ομοιότητες μεταξύ της δεκαετίας του 1930 και της τρέχουσας ανόδου της Ακροδεξιάς και του λαϊκισμού στην Ευρώπη;
Ισως η κύρια διαφορά είναι ότι η Ακροδεξιά σήμερα αναδύεται σε μια εποχή μετά την ήττα του ίδιου του φασισμού και την ευρεία γνωστοποίηση των εγκλημάτων του. Ως αποτέλεσμα, τα ακροδεξιά κόμματα σήμερα προσπαθούν να τονίσουν πόσο διαφορετικά είναι. Για παράδειγμα, λένε ότι το να βλέπουν τη μετανάστευση ως πολιτισμική απειλή δεν τα καθιστά ρατσιστικά. Ξεκαθαρίζουν ότι δεν αρνούνται το Ολοκαύτωμα. Μπορεί να ξεκαθαρίσουν την υποστήριξή τους στην τρέχουσα ισραηλινή κυβέρνηση, σαν αυτό να τους απαλλάσσει από την κατηγορία του αντισημιτισμού. Ολα αυτά τα πράγματα γίνονται κατανοητά ως απαραίτητα για την πολιτική αποδοχή στον σημερινό κόσμο.
Στην πραγματικότητα, η Ακροδεξιά τα έχει πάει καλά τα τελευταία χρόνια. Εχει καταφέρει να παρουσιαστεί ως η φωνή διαμαρτυρίας και αντίθεσης σε μια μεταπολεμική φιλελεύθερη συναίνεση και έχει επωφεληθεί από την εγκατάλειψη μιας παλαιότερης μορφής καπιταλισμού με πιο δίκαιη διαχείριση και την άνοδο της μεγάλης αδικίας και της ανισότητας πλούτου τη δεκαετία του 1990. Εχει επωφεληθεί επίσης από την αταξία στην Αριστερά και την αδυναμία της Κεντροαριστεράς να αρθρώσει μια δική της πειστική οικονομική στρατηγική απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Τι απομένει από τον φασισμό του παρελθόντος; Μια προτίμηση για βία, έστω και μόνο ρητορική. Ενας ολοένα και πιο προφανής μισογυνισμός. Και ίσως επίσης, σε πολλούς κύκλους, ένας ρατσισμός που παραμένει μόνο ελάχιστα συγκαλυμμένος και που αναδύεται στις μέρες μας, ειδικά εναντίον των μουσουλμάνων και όσων έχουν πιο σκούρο δέρμα.
Η «Δύση» είναι μια έννοια που χρησιμοποιούμε εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν φαίνεται πλέον να έχει την ίδια σημασία. Πώς βλέπετε το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ;
Ως Ευρωπαίος (αφού οι Βρετανοί είναι φυσικά και Ευρωπαίοι) που ζει στις ΗΠΑ, με εντυπωσιάζει ο τρόπος που φαίνεται να μπαίνουμε σε μια πολύ νέα φάση. Ωστόσο, νομίζω ότι η Ευρώπη πρέπει να καταλάβει ότι αυτή η αίσθηση διαχωρισμού έχει έρθει εδώ και πολύ καιρό. Υπάρχουν δύο πτυχές σε αυτό. Η μία είναι στρατηγική: οι ΗΠΑ έχουν πάψει εδώ και καιρό να βλέπουν την Ευρώπη τόσο κεντρική για την ασφάλειά τους όσο οι αμερικανικές ελίτ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δεύτερη είναι πολιτισμική: η αμερικανική κοινωνία πολώνεται ολοένα και περισσότερο και αυτό έχει τροφοδοτήσει την άνοδο του Ντόναλντ Τραμπ. Πολλές από τις δυνάμεις πίσω από αυτόν θεωρούν τους εαυτούς τους ως αντεπαναστάτες μαχητές που διεξάγουν έναν πολιτισμικό πόλεμο.
Και σε αυτόν τον πόλεμο, ο εχθρός τους δεν είναι απλώς η εσωτερική τους αντιπολίτευση, αλλά μια συγκεκριμένη ιδέα για την ίδια την Ευρώπη. Αυτός, νομίζω, είναι ο λόγος που κάποιος άκουγε τον τελευταίο χρόνο τέτοια περιφρόνηση από ανώτερα στελέχη αυτής της κυβέρνησης και γιατί ήταν τόσο έτοιμοι να παρέμβουν δημόσια, με έναν τρόπο που οι προηγούμενες γενιές θα δίσταζαν να το κάνουν, για να επιτεθούν στις ευρωπαϊκές πολιτικές και συμπεριφορές. Δεν νομίζω ότι η πόλωση της αμερικανικής κοινωνίας θα μειωθεί σύντομα και γι’ αυτό πιστεύω ότι αυτή η αντιπάθεια θα συνεχιστεί. Μπορούν οι Ευρωπαίοι να παραμείνουν πιστοί στις αξίες που έχουν ενώσει την ήπειρο και την έχουν καταστήσει πρότυπο διεθνούς ειρήνης; Αυτή είναι η πρόκληση που θα αντιμετωπίσει η Ευρώπη στο μέλλον.
Στην Ελλάδα υπάρχει ακόμα όρεξη για την Ιστορία
Εχετε αναφερθεί στο πρώτο σας ταξίδι με τρένο στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’70. Αν παίρνατε το ίδιο τρένο σήμερα, πόσο διαφορετική ή όχι βλέπετε τη χώρα μας;
Οι διαφορές έρχονται στο μυαλό πριν απ’ τις ομοιότητες: πρώτον, το τρένο θα ήταν διαφορετικό και το ίδιο και η γραμμή. Δεύτερον, πιθανότατα θα πήγαινε κανείς με αυτοκίνητο σε μια νέα εθνική οδό, καθόλου με τρένο. Με λίγα λόγια, όλα θα ήταν πιο γρήγορα. Τα αυτοκίνητα θα ήταν μεγαλύτερα και περισσότεροι άνθρωποι θα ταξίδευαν. Πιο γρήγορα – και καλύτερα; Δεν ξέρω πώς να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση.
Υπάρχουν μερικά πράγματα που σίγουρα μου λείπουν – τα κάρα που πουλάνε λαθραίες μουσικές κασέτες, οι γυναίκες που περιμένουν στο φέρι που δένει σε ένα νησί για ταξιδιώτες οι οποίοι χρειάζονται δωμάτιο για τη νύχτα. Λιγότεροι τουρίστες προφανώς. Μια αίσθηση χρόνου και μια ικανότητα για συζήτηση που τα κινητά τηλέφωνα δεν είχαν ακόμη διαβρώσει. Μια μεγάλη δίψα για αλλαγή μετά τα χρόνια της χούντας και μια υπέροχη αισιοδοξία σε πολλούς τομείς για το μέλλον.
Κι όμως κάποια πράγματα δεν είναι και τόσο διαφορετικά. Η χώρα παραμένει εξαιρετικά ανοιχτή στον κόσμο σε σχέση με τα πρότυπα των περισσότερων χωρών και η ιστορία έχει δώσει σε πολλούς ανθρώπους μια εμπειρία από αναταραχές, μετανάστευση, τη ζωή του πρόσφυγα, πράγματα που παραμένουν χαραγμένα στη μνήμη. Τα γεγονότα των μέσων του 20ού αιώνα εξακολουθούν να είναι πολύ κοντά μας. Υπάρχει ακόμα μια αξιοσημείωτη ποιότητα στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις που αντανακλά την έλλειψη του είδους της αριστοκρατίας ή της ταξικής δομής που βρίσκεις στη Δυτική Ευρώπη. Υπάρχει ακόμα αγάπη για τα βιβλία και όρεξη για την Ιστορία. Για να μην αναφέρουμε το τοπίο, τις εποχές και το κλίμα.
Πηγή: tanea.gr





